MENU
MENU

Με την Λέσχη Φουσκωτών Σκαφών ΙΑΣΩΝ. Στον Τάραντα - 2002

Κείμενο - φωτογραφίες : Δημήτρης Καραγεωργίου


 


Στην αρχή ήταν το ταξίδι για την πλεύση και η διασκέδαση στον προορισμό. Η γειτονική Ιταλία με υποδομή σε μαρίνες για τους ναυτιλλόμενους, το κοινό νόμισμα και τα σκάρτα 45 μίλια δρόμο από τους Οθωνούς, φάνταζε εύκολος προορισμός. Ώσπου ψάχνοντας βρέθηκε το εκκλησάκι του Άγιου Αντρέα στην παλιά πόλη του Taranto και η εκδήλωση έγινε αποστολή με τάμα δύο εικόνες στην χάρη του.

Και βέβαια, τα ελληνόφωνα του Salento της Magna Grecia ήταν εκεί. Έτσι σκοπός και στόχος της αποστολής για τα μέλη της λέσχης φουσκωτών σκαφών «ΙΑΣΩΝ»που την οργάνωσαν και την επάνδρωσαν ήταν η περιήγηση στα ελληνόφωνα χωριά της περιοχής και η παράδοση δύο χειροποίητων εικόνων, προσφορά της λέσχης και των αδελφών Χρυσόστομου και Νικόλαου Νατσακάκου.

Η ομάδα συγκροτήθηκε σε πέντε φουσκωτά, επανδρωμένα από μέλη της λέσχης με τις οικογένειες τους, πλαισιωμένοι από δημοσιογραφικό – τηλεοπτικό συνεργείο, σύνολο 18 άτομα, συμπεριλαμβανομένου μηχανικού, τα έξοδα παρουσίας του οποίου κάλυπτε η εταιρεία MOTOCRAFT των Αδελφών Ζέη. Τόπος συνάντησης είχε οριστεί η μαρίνα στα Γουβιά της Κέρκυρας το Σάββατο 10 Αυγούστου και απόπλους την επόμενη στις 07:00. Έτσι, το απόγευμα του Σαββάτου, με δεδομένο πως οι περισσότεροι είχαν ήδη περιπλανηθεί στο Ιόνιο νωρίτερα τις διακοπές τους, βρεθήκαμε όλοι μαζί στην προβλήτα Lima, όπου η διεύθυνση της μαρίνας μας πρόσφερε δωρεάν φιλοξενία και διευκολύνσεις.

Λίγο μετά τις 7 και με φορτωμένο ουρανό, παράπλευρου της Κέρκυρας μέχρι το Σιδάρι. Ο καιρός φορτώνει συνεχώς και την αρχική μπουνάτσα με συννεφιά, διαδέχεται κοντός κυματισμός. Όταν αντικρίσαμε το σύμπλεγμα των Διαπορίων
Και ανοιχτήκαμε στην πορεία μας, ο καιρός μας έδειξε 5 γεμάτα Ν-ΝΔ. λίγο πριν τους Οθωνούς εξάριζε σε αέρα και θάλασσα. Με δεδομένη την πρόγνωση που έδινε
7 Ν-ΝΔ και την ώρα που δεν ήταν 02:00 εκτιμήσαμε πως η πρόγνωση θα επαληθευόταν και κρίναμε φρόνιμο να μείνουμε στους Οθωνούς με προοπτική την βελτίωση των συνθηκών την επόμενη, κάτι που έγινε.

Το κύριο λιμάνι στους Οθωνούς έχει προσανατολισμό Ν και ο καιρός που είχαμε
Ήταν απαγορευτικός για αγκυροβόλια. Τα νεώτερα από το λιμενικό φυλάκιο ήταν πως ο καιρός πιθανώς να γινόταν 8 πρόσκαιρα. Προτιμήσαμε το παλιό μικρό και ασφαλές λιμάνι με την πολύ επικίνδυνη είσοδο, που είναι γεμάτη ξέρες και χρειάζεται μεγάλη προσοχή, ειδικά με τέτοιες συνθήκες. ¨Όλα πήγαν κατ’ ευχής, εκτός από μία επιπόλαιη επαφή προπέλας που ο μηχανικός κύριος Σπανός επιδιόρθωσε γρήγορα.

Οι Οθωνοί, που είναι ένα πανέμορφο νησί, οριοθετεί των εσχάτων προς Β-Δ της Ελλάδας. Στο σύντομο πέρασμά μας, προλάβαμε ένα μικρό οδοιπορικό μέχρι το χωριό, τον φάρο και τον όρμο φύκια στην απάνεμη πλευρά του. Στον φάρο, που είναι επιτηρούμενος ,μας υποδέχθηκαν οι φαροφύλακες και μας έδειξαν τις εγκαταστάσεις του αλλά και το παλιό υλικό. Το οδικό δίκτυο είναι πολύ καλό, η βλάστηση πλούσια και τα τοπίο μαγευτικό. Και οι μυρωδιές του δάσους διάχυτες στην ατμόσφαιρα...

Είχε προχωρήσει η μέρα όταν βεβαιωθήκαμε πως η βελτίωση του καιρού ήταν σημαντική και όχι πρόσκαιρη. Λίγο μετά τις 11:00 αφήσαμε τους Οθωνούς, με ρότα για την Santa Maria di Leuca, το νοτιότερο άκρο στο τακούνι της Ιταλικής μπότας, σκάρτα 50 μίλια δυτικά. Ο καιρός κρατούσε καλή ρεστία και φουσκοθαλασσιά από την κακοκαιρία της προηγούμενης ημέρας, ευτυχώς χωρίς αέρα.. Αν και το κύμα έφτανε τα δύο μέτρα έπειτα από δυο στάσεις και χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία, μας πήρε δυόμισι ώρες για να καβατζάρουμε στο λιμάνι-μαρίνα της S.M.di Leuca, για μία δίωρη ανασυγκρότηση και την γνωριμία μας με τον κύριο Pierro Scafide που είχε αναλάβει την εξυπηρέτηση μας.

Η Gialipoli, ενδιάμεσος προορισμός μας, απέχει στο χάρτη μόλις 20 μίλια. Μιάμιση ώρα χρειαστήκαμε, παρακάμπτοντας τα εκτεταμένα σε βάθος 3 μιλιών άβαθα που όμως φωτοσημαίνονται κατάλληλα, με τον καιρό στα 4, για να δέσουμε στην μικρή ιδιωτική μαρίνα Porto Gaio και να τακτοποιηθούμε. Είχαμε προσυνεννοηθεί για ένα μικρό πούλμαν των 20 θέσεων. Που θα μας πήγαινε μέχρι το Lecce για μια βραδινή βόλτα και πρώτη επαφή με τα εγχώρια spaghetti παγωτά.

Η περιοχή του Salecto έχει 12 χωριά ελληνόφωνων και πάντως δεν είναι η κατ΄ εξοχήν περιοχή. Οι γκρεκάνοι, ομιλούντες γκρεκάνικα, βρίσκονται ως μειονότης διασκορπισμένοι στην περιοχή και σύμφωνα με τα λεγόμενα ντόπιων ιταλών, πριν από 30-40 χρόνια, εκείνοι ήταν η μειοψηφία στη σύνθεση του πληθυσμού της. Όμως πλέον για τους ελληνόφωνους το τοπίο γίνεται ολοένα και πιο θολό. Οι γηραιότεροι πλήθαιναν ολοένα, η γλώσσα χάνεται και όπως δείχνουν τα πράγματα, άλλο ένα κομμάτι της ελληνικής ιστορίας κάνει τον κύκλο του. Περιηγηθήκαμε σε πέντε από αυτά.

Μας έπεσε λίγο βαρύς ο λογαριασμός στον ανεφοδιασμό, αφού η βενζίνη έχει 1,10 το λίτρο η αμόλυβδη από τα 70 λεπτά στην Ελλαδάρα μας. Έτσι, Τετάρτη πρωί, με γεμάτα ρεζερβουάρ και συνθήκες – τις καλύτερες του ταξιδιού ( 3 προς 4 Ν-ΝΑ ) – αποπλεύσαμε στις 10:00 για τον τελικό μας προορισμό, την πόλη του Taranto, 55 μίλια βορειότερα, στο βάθος του ομώνυμου κόλπου, που η γεωφυσική διαμόρφωσή του ήταν πρώτης τάξης επιλογή για την ίδρυση ελληνικής αποικίας. Δέσαμε στην νεόδμητη μαρίνα, δίπλα στις βιομηχανικές εγκαταστάσεις και στην αρχή της παλιάς πόλης. Η μέρα μας κύλησε με περιπάτους στην πόλη και το κάστρο, όχι τόσο από περιέργεια όσο από κενό… στομάχου.

Την επόμενη το πρωί, ο πάτερ Αθανάσιος έπειτα από συνεννοήσεις με την ορθόδοξη επισκοπή του Reggio, μας περίμενε στην πόρτα του Άγιου Ανδρέα που βρίσκεται μέσα στην παλιά πόλη. Οι σκηνές που ακολούθησαν θα μείνουν σίγουρα χαραγμένες στις μνήμες όλων όσων βρέθηκαν εκεί. Έπειτα από το καλωσόρισμα, παραδώσαμε τις δυο εικόνες στον ιερέα που μας ευχαρίστησε θερμά για την χειρονομία, εκτιμώντας όπως είπε και τον κόπο που είχαμε κάνει. Η σύντομη λειτουργία στα ελληνικά που ακολούθησε υπό το φως των κεριών μέσα στο άδειο από διάκοσμο εκκλησάκι όπου την αγία τράπεζα κοσμούσαν πλέον και οι εικόνες μας. Οι μυρουδιές και η σκηνική παρουσία του ιερέα στο μισοσκόταδο δημιούργησαν την κατανυκτική ατμόσφαιρα που γέμισε όλους από αγαλλίαση και όταν η πόρτα έκλεισε πίσω μας, δώσαμε υπόσχεση όταν μπορέσουμε να ξανάρθουμε εκεί με όποιο μέσο για να παραβρεθούμε σε μια επίσημη λειτουργία.


Αν κάποιος προσπαθήσει να καταγράψει τους λόγους για τους οποίους οι Έλληνες σε τόσο πρώιμη εποχή, ξανοίχτηκαν σε θάλασσες άγνωστες και μέρη εχθρικά, τότε θα χρειαστεί πολύ σκέψη και χώρο για να τις εκφράσει. Ανάμεσα σε άλλους, οι λόγοι είναι κοινωνικοί, οικονομικοί αλλά και πληθυσμιακοί, ώστε να προβάλλεται σαν τελική λύση ο αποικισμός.

Τέτοιες αποστολές ήταν οργανωμένες με αρχηγό και νόμους. Κάθε άποικος είχε τον κλήρο, το κομμάτι της γης του στη νέα πόλη. Το αποικιακό ρεύμα ξεκίνησε τον 8ο αι. π.Χ. με πρώτη προσπάθεια από τους Χαλκιδείς και τους Ερετριείς στο νησί Πηθικούσα. Δύο αιώνες αργότερα ιδρύθηκαν πολυάριθμες αποικίες κατά μήκος των ακτών αλλά και στο εσωτερικό της κάτω Ιταλίας και της Σικελίας αλλάζοντας οριστικά την εικόνα της περιοχής. Κύμη, Νάξος, Λεοντίνοι, Κατάνη, Ζάγκλη, Μύλες, Ρήγιον και ακολουθούν Συρακούσες, Μέγαρα, Υβλάκια, Γέλα, Τάραντας, Σύβαρις, Κρότωνας, Μεταπόντιο, Λοκροί Επιζεφύριοι, Σίρι, Από αυτές, σαν μητροπολιτικές πόλεις, ιδρύθηκαν αργότερα Άκρες, Καμάρινα, Κάσμενες, Έλωρος, Σελινούς, Ιμέρα, Λάος, Σκύδρος, Ποσειδωνία, Τερίνα, Τεμένα, Μέδμα, Ιππώνιο, Μέταυρο, σε μέρη όχι τυχαία, αφού και οι τοποθεσίες των πρώτων αποικιών ήταν ταυτόχρονα μεγάλης εμπορικής και στρατιωτικής σημασίας. Αν και η προέλευση των αποίκων είναι περίπου κοινή, Ίωνες – Δωριείς – Αχαιοί, γρήγορα θα αυτονομηθούν σε ανεξάρτητες πόλεις. Δεν θα πρέπει να παραλείψουμε, πως οι άποικοι συμβίωναν με τους ντόπιους λαούς που ήδη κατοικούσαν εκεί, όπως οι Μεσάπιοι στη σημερινή Απουλία και το Σαλέντο που επισκεφθήκαμε, βόρεια και ανατολικά του Τάραντα που ίδρυσαν οι Σπαρτιάτες.

Τέχνες, πολιτισμός, πολιτιστικές και αρχιτεκτονικές τάσεις, διατηρήθηκαν με γνώμονα τα δεδομένα της πόλης που οργάνωσε την αποικιστική ομάδα, αν και σε αρκετές περιπτώσεις σημειώθηκαν αλλαγές σε σχέση με το αρχικό πολίτευμα η την αυστηρότητα τήρησης των νόμων. Το εμπόριο αναπτύχθηκε γρήγορα και σύντομα αρκετές πόλεις-κλειδιά ήλεγχαν την περιοχή τους απόλυτα, αναπτύχθηκαν ακόμη περισσότερο, εδραιώνοντας την παρουσία τους στην περιοχή. Ώσπου το 510 π.Χ. γίνεται για την κάτω Ιταλία χρονολογία-σταθμός, όταν καταστράφηκε το σπουδαιότερο κέντρο του χώρου και την θέση του παίρνει ο Τάραντας, χωρίς όμως να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο. Τα κέντρα των αποφάσεων-εξελίξεων για τους επόμενους αιώνες βρίσκονται πια στην Σικελία. Ο Συρακούσες, όχι εύκολα αναδεικνύονται πρώτη ναυτική δύναμη, όμως η παρακμή βρίσκεται επί θύραις. Καταστρέφονται τα Μέγαρα, η Υβλαία, η Σελινούντα, η Ιμέρα, ο Ακράγας, η Γέλα. Η μονοκρατορία των Συρακουσών στην περιοχή δεν είναι ενεργητική και οι Καρχηδόνιοι προελαύνουν. Ο Τάρας, με τη Ρωμαϊκή πλέον απειλή επί θύρας, ζητάει βοήθεια από τον Πύρρο τη Ηπείρου που πρόσκαιρα σημείωνε επιτυχίες. Όμως το 272 ο Τάρας συνθηκολόγησε και όλη η περιοχή της κάτω Ιταλίας γίνεται Ρωμαϊκή. Η άλωση των Συρακουσών το 212 π.Χ σηματοδοτεί το τέλος της εποχής του μεγάλου αποικισμού, που είχε αρχίσει 500 χρόνια πριν.

Σημαντικό κέντρο που αναπτύχθηκε στην περιοχή , εκτός από τον Τάραντα ήταν και το Μεταπόντιο. Στο μουσείο του Μεταπόντιου, που βρίθει από ευρήματα της εποχής, μεταξύ άλλων υπάρχει μια μακέτα του κεντρικού τμήματος της πόλης, όπου μέσα στον ιερό περίβολο, βρίσκονται ναοί της Αθηνάς του Λυκίου Απόλλωνα και της Ήρας, το θέατρο του 3ου π.Χ. αι. και η αγορά. Ενδεικτικό της οικονομικής ευμάρειας είναι και το ασημένιο νόμισμα του Μεταπόντιου, του 6ου π.Χ. αι., με το στάχυ, ενώ στην περιοχή γενικότερα αναπτύχθηκαν σπουδαία κέντρα μεταλλοτεχνίας και γλυπτικής.

Στην περίοδο της Ρωμαϊκής κυριαρχίας, ο Ελληνικός πληθυσμός μετακινήθηκε σημαντικά και παρουσιάστηκαν μεγάλες ομάδες ρωμαίων αποικιών. Ήδη εμφανίστηκαν οι πρώτες δίγλωσσες επιγραφές με τον εκλατινισμό των ονομάτων πόλεων. Δημιουργούνται νέα εμπορικά λιμάνια, προσβάσιμα από την Ελλάδα, ο Υδρούς, το Βάριου και το Βρουνδήσιον. Παράλληλα αρχίζει η διάδοση του χριστιανισμού ενώ διευρύνονται οι σχέσεις με τον ευρύτερο μεσογειακό χώρο.

Κατά τους Βυζαντινούς χρόνους, η παλιά, μεγάλη Ελλάδα, προχώρησε και αφομοιώθηκε σταδιακά στη νέα μεγάλη αυτοκρατορία, που ολοκληρώθηκε από τον Ιουστινιανό. Ακλουθούν οι Λογγοβάρδοι η λομβαρδοί που σταδιακά κατάκτησαν όλη την περιοχή. Ενώ και οι Άραβες επιδράμουν και λεηλατούν, και αργότερα γίνονται κατακτητές, εξανδραποδίζοντας τους ντόπιους με κάθε τρόπο. Ο Βασίλειος Α’ ο Μακεδόνας, το 867 εκδιώκει τους Άραβες ως το 1080 που εμφανίζονται οι Νορμανδοί. Παράλληλα, σημειώνεται αύξηση στη δημογραφική ανάπτυξη, δημιουργία συνεχώς νέων οικισμών και ολοένα και περισσότερη καλλιέργεια γης. Νέες καλλιέργειες εμφανίζονται όπως λινάρι, κάνναβης, μουριά, μετάξι. Η οικονομική άνθηση και η αύξηση του εμπορίου, προκαλούν επιδρομές γι’ αυτό και οι πόλεις τοιχίζονται.

Μέσα σε όλες τις ανακατατάξεις, με τις φυλές που ευδοκίμησαν τελικά κοινό στοιχείο ήταν και σε επίπεδο διοίκησης η Ελληνική γλώσσα με αποτέλεσμα την εδραίωση του ελληνικού Βυζαντινισμού. Περνά ανώδυνα την Νορμανδική παρουσία στην περιοχή, όταν η παρουσία του βυζάντιου γίνεται παρελθόν, χωρίς αλλαγή σε γλώσσα η θρησκεία. Ξεχωρίζουν διάφορες μονές, όπως ο Άγιος Ηλίας στη Βασιλικάτα που επισκεφθήκαμε. Τους Νορμανδούς διαδέχονται οι Γερμανοί, γράμματα και τέχνες ανθούν, η ελληνική γλώσσα εδραιώνεται διαρκώς και περισσότερο και οι Ιταλοί γίνονται μαθητές της κουλτούρας με την Ελληνική σκέψη. Η αναγέννηση, αφομοίωσε όμως τον Ελληνόφωνο Βυζαντινό πολιτισμό του σταδιακά εξαφανίστηκε, στα μεγάλα κέντρα τουλάχιστον. Σε κάποιες μικρότερες όμως, το στοιχείο διατηρήθηκε στην ελληνορθόδοξη παροικία, σε μάλλον απομονωμένες περιοχές από τα κέντρα αποφάσεων και εξελίξεων. Έτσι επιβίωσε η Ελληνική γλώσσα και το Ελληνικό στοιχείο που συνέχισε ναι χρησιμοποιεί την ίδια γλώσσα, τα γκραικάνικα, όπως ονομάζεται σαν διάλεκτος πια.

Όπως είπαμε, η περιοχή που επισκεφθήκαμε, Απουλιας-Σαλέντο, θεωρείται η απαρχή της μείζονος περιοχής της Magna Greccia. Τα γνωρίσματα όμως, τόσο σε κοινωνικές δομείς, διάρθρωση, συνήθειες ήθη και έθιμα είναι κοινά. Το ίδιο και τα προβλήματα, που κάλλιστα μπορούν να θεωρηθούν ένα. Αυτό της επιβίωσης, σε κοινωνικό, πολιτιστικό και πληθυσμιακό επίπεδο. Όχι τυχαία, η περιοχή θεωρείται
-ναι είναι- από τις πιο φτωχές της Ευρώπης, κάτι που οδήγησε πολλούς να αναζητήσουν καλύτερη τύχη αλλού, αποδυναμώνοντας τον κορμό. Η γλώσσα δεν διδάσκεται και μόλις τα τελευταία χρόνια έγιναν κάποιες σοβαρές προσπάθειες προς την κατεύθυνση αυτή, κύρια στην περιοχή της Καλαβρίας. Ήθη και έθιμα χάνονται σιγά-σιγά, όπως ο περίφημος χορός της ταραντέλας. Για όσους έμειναν όμως, περισσεύει ο σεβασμός για την οικογένεια και τον περίγυρο, τις ανθρώπινες αξίες και τον άνθρωπο. Μιλούν με νοσταλγία για όσα λίγα γνώρισαν για την Ελλάδα και τα ονειρεύονται. Δηλώνουν Έλληνες με καμάρι, αν και όπως μας είπαν οι ίδιοι οι Ιταλοί, πριν από 40 χρόνια ήμασταν εμείς η μειοψηφία. Όσο για τα γκρεκάνικα, μια διάλεκτο που περιλαμβάνει ακόμα και αρχαίες δωρικές λέξεις και φράσεις, δεν την μιλούν, παρά μόνο αν την ακούσουν. Στους δρόμους και τις πλατείες. σε γιορτές και εκδηλώσεις. Σαν γλώσσα επικοινωνίας μεταξύ τους, κωδική και μονάκριβη. Που ακούγεται όλο και πιο λίγο… Ευτυχώς, όμως, που τα τελευταία χρόνια, τα ελληνόφωνα έγιναν της μόδας και διοχετεύεται ένα τουριστικό ρεύμα. Έστω
Και έτσι, ξέρουμε τι γίνεται.
Και … μαθαίνουμε νέα…
 

Powered by Blog - Widget