MENU
MENU

Με φουσκωτά στην Πόλη για τα Θεοφάνεια 2013

Κείμενο - Φωτογραφίες : Δημήτρης Καραγεωργίου


 


Τελικά, κάλλιο αργά παρά ποτέ. Έστω και με καθυστέρηση μηνός και πλέον, το οδοιπορικό μας στην Κωνσταντινούπολη για την γιορτή των Θεοφανείων, γράφτηκε και ακολουθεί.

Για κάποιους από εμάς, ήταν η πρώτη τέτοια παρουσία στην Πόλη. Για κάποιους άλλους, είχε γίνει περίπου συνήθεια. Όμως, όπως και αν ήταν και μόνο η επίσκεψη στο Πατριαρχείο, έδινε μια άλλη σπουδαιότητα και σημασία για την παρουσία μας εκεί.
 

Πριν προχωρήσουμε πιο κάτω, επιβάλλεται νομίζω να συστηθούμε. Τα σκάφη που μας μετέφεραν ήταν δύο. Ένα SCORPION G2 με κυβερνήτη τον Όθωνα Παπαδόπουλο, καταγωγής Cengelkoy από το Βόσπορο και πλήρωμα τους Νικηφόρο Εθνόπουλο, καταγωγής από την Αντιγόνη των Πριγκιποννήσων, Νίκο Χασιώτη και Τάκη Χαραλαμπόπουλο. Οι δύο πρώτοι έχουν δώσει το παρών αρκετές φορές για τον ίδιο λόγο. Το δεύτερο σκάφος, ήταν ένα APACHE ROCK 36, με κυβερνήτη τον Γιώργο Θεοδώρου και πλήρωμα τους Αργύρη Άρτα και Δημήτρη Καραγεωργίου.
 

Είχαμε ακούσει περιγραφές από φίλους που είχαν πραγματοποιήσει το ίδιο ταξίδι και είχαμε προβληματιστεί ιδιαίτερα για τις καιρικές συνθήκες. Κάποιο πρόσφατο ταξίδι, όπου είχαν πάρει μέρος οι τρεις του SCORPION εκτός του Νίκου, είχε στο μενού θερμοκρασίες κάτω από το μηδέν, πολύ ισχυρούς βοριάδες και χιονοθύελλα. Δεν πιστεύω ότι μπορεί να υπήρχε και κάτι χειρότερο που να μη τους προέκυψε. Στις συναντήσεις μας, πέρα από τις λεπτομέρειες για την οργάνωση του ταξιδιού, είχαμε συμφωνήσει ότι θα ταξιδεύαμε με καιρό μέχρι 6 μποφόρ. Θέμα αυτονομίας δεν υπήρχε για τα δύο φουσκωτά, καθώς οι δεξαμενές τους χωρούσαν περίπου 900 λίτρα.
 

Είχαμε ορίσει τον απόπλου στις 2 του Γενάρη με το πρώτο φως. Εναλλακτικά, σύμφωνα με τον καιρό, μπορεί να πέφταμε στη θάλασσα το μεσημέρι της πρωτοχρονιάς και να διανυκτερεύαμε στην Άνδρο. Ή ακόμη, να φεύγαμε στις τρεις του μηνός χαράματα. Τελικά οι εναλλακτικές λύσεις έμειναν στο αρχείο. Δύο ημέρες προ απόπλου υπήρχε κακοκαιρία σε όλο το Αιγαίο, με βελτίωση από το βράδυ της πρωτοχρονιάς. Είχαμε ήδη κάνει τις προετοιμασίες που έπρεπε και τα φουσκωτά ήταν έτοιμα για να πέσουν στο νερό.
 

Τελικά η πρόγνωση επαληθεύτηκε μέχρι κεραίας. Στις 2 του Γενάρη το χάραμα, αφήσαμε πίσω μας τον όρμο της Αναβύσσου, με καιρό που μόνο στα όνειρα είναι έτσι. 2 -3 μποφόρ σε όλο το Αιγαίο, ελαφρά νέφωση και ήλιο μέχρι τη δύση του, μέσα στα Δαρδανέλια. Οι μανέτες χαμήλωσαν στις 7:15 με τον ήλιο να σκάει χαμόγελα. Άρχισαν και τα πρώτα πειράγματα στο VHF. Έπειτα από δυόμισι ώρες πλεύσης, απέναντι από τον Κάβο Ντόρο, έγινε η πρώτη στάση για 10’. Ακολούθησε μια δεύτερη έξω από το Σίγρι για ένα τέταρτο. Και στις δύο το μεσημέρι βρεθήκαμε έξω από το λιμάνι της Τενέδου. Μπήκαμε και δέσαμε.
Αντιγράφω από την Wikipedia όλα τα στοιχεία που ακολουθούν σε ιστορικές και άλλες πληροφορίες.

Η Τένεδος (στα τουρκικά Bozcaada) είναι νήσος του Αιγαίου που απέχει 52 μίλια από την είσοδο των στενών των Δαρδανελλίων, και μόλις 3 μίλια δυτικά από την ακτή της Τρωάδας που σήμερα ανήκει στην Τουρκία. Έχει σχήμα κυκλικού τομέα, με το τόξο του προς ανατολή. Έκταση μόλις 32 τετραγωνικά χιλιόμετρα και πληθυσμό 2.500 κατοίκων. Γενικά η Τένεδος είναι χαμηλή, το μεγαλύτερο υψόμετρο έχει η κορυφή του Προφήτη Ηλία (του Αϊλιά) 205 μ. Οι μέγιστες διαστάσεις της είναι κατά διεύθυνση Δ.ΒΔ. - Α.ΝΑ. 6 μίλια και κατά Β-Ν 3 μίλια. Το δε ανάπτυγμα της ακτογραμμής της φθάνει τα 15 μίλια. Ακρωτήρια έχει τον Πουνέντη (δυτική άκρη) επί του οποίου υφίσταται φάρος, και άλλα μικρότερα πέριξ. Το έδαφός της είναι αρκετά εύφορο, η δε καλλιεργούμενη από τους Έλληνες έκτασή της έφθανε τα 13000 στρέμματα, κυρίως πλούσιοι αμπελώνες, από τους οποίους και γινόταν εξαγωγή υπέροχου κρασιού.
 

Η Τένεδος κατοικούνταν από τα αρχαία χρόνια και υπήρχε εκεί ιερό του Απόλλωνα. Κατά πάσα πιθανότητα Τυρρηνοί-Πελασγοί από το νησί να ίδρυσαν την Τένεδο στις Άλπεις. Κατά το Μεσαίωνα έγινε αντικείμενο έριδος μεταξύ Οθωμανών και Ενετών, οι οποίοι το κατείχαν διαδοχικά. Τότε χρησιμοποιήθηκε από τους Τούρκους και σαν ναυτική βάση και τόπος εξορίας (εκεί μεταξύ άλλων εξορίστηκε και ο Κωνσταντίνος Μουρούζης).
 

Κατά την υπογραφή της συνθήκης των Σεβρών το νησί, που κατοικούνταν κατ' απόλυτη σχεδόν πλειοψηφία από Έλληνες, παραχωρήθηκε στην Ελλάδα. Στην απογραφή της νήσου το 1920, ο πληθυσμός της αποτελούσε κοινότητα της επαρχίας Λήμνου και αριθμούσε τους 2835 κατοίκους, όλοι Έλληνες, που ήταν συγκεντρωμένοι στο ομώνυμο Μεγάλο Χωριό στο βόρειο μέρος της ανατολικής ακτής, που ήταν και ο μόνος οικισμός της νήσου. Μετά την ήττα όμως της Ελλάδας στο Μικρασιατικό Πόλεμο και την πτώση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας που ακολούθησε, κατά την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης η Τένεδος μαζί με την Ίμβρο προσαρτήθηκε στη Τουρκία. Τα δυο νησιά, κατά το 14ο άρθρο της Συνθήκης, θα απολάμβαναν καθεστώς αυτονομίας, με δική τους αστυνομία και τοπική κυβέρνηση, ενώ οι Έλληνες που ζούσαν εκεί εξαιρέθηκαν από την ανταλλαγή πληθυσμών. Οι όροι της Συνθήκης παρ' όλα αυτά δεν τηρήθηκαν. Περιουσιακά στοιχεία των Ελλήνων δημεύτηκαν, ναοί βεβηλώθηκαν και το ελληνικό σχολείο έκλεισε, για λόγους ασφαλείας σύμφωνα με το Τουρκικό κράτος, ενώ η θέση τους υποβαθμίστηκε, ιδιαίτερα μετά την όξυνση στις σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας τη δεκαετία του '60. Σήμερα απομένουν μόλις λίγες δεκάδες ηλικιωμένοι Έλληνες.
 

Κατά τον Α' Βαλκανικό Πόλεμο (1912-1913) η Τένεδος καταλήφθηκε στην αρχή μαζί με την Ίμβρο από ελληνικά αποβατικά αγήματα για ανάγκες και μόνο "προκεχωρημένου ναυτικού παρατηρητηρίου" και όχι ως ορμητήριο του ελληνικού στόλου όπως νεότερα ιστορικά για την περίοδο εκείνη κείμενα αναφέρουν. Η Τένεδος λόγω της μικρής απόστασης, τόσο από τα Στενά των Δαρδανελίων, όσο και από τις τουρκικές ακτές, ήταν αρκετά εκτεθειμένη και ούτε ασφάλεια παρείχε. Αντ΄ αυτής ορμητήριο ήταν η Λέσβος. Η Τένεδος χρησιμοποιήθηκε περισσότερο ως προσωρινό αγκυροβόλιο των πλοίων που περιπολούσαν στη περιοχή και ως λιμένας καταφυγής σε περιπτώσεις κακοκαιρίας.
 

Το πρωί της 9ηςΔεκεμβρίου του 1912 εξερχόμενος στο Αιγαίο ο Οθωμανικός στόλος επικεφαλής του οποίου ήταν το καταδρομικό "Μετζητιέ" ακολούθησε συμπλοκή "εκ μακρόθεν" μεταξύ αυτού και των υπό τη διοίκηση του αντιπλοιάρχου Δ. Παπαχρήστου των ελληνικών αντιτορπιλικών, ("ανιχνευτικών", όπως λέγονταν τότε), τύπου "Λέων". Κατά τη διάρκεια αυτής της συμπλοκής τρία τουρκικά νεότευκτα αντιτορπιλικά τύπου "Σιχάο", επωφελούμενα της δυτικής απομάκρυνσης των ελληνικών ανιχνευτικών πλησίασαν την Τένεδο και άρχισαν να βάλουν κατ΄ αυτής. Στη συμπλοκή επίσης εκείνη το ελληνικό υποβρύχιο Δελφίν προβαίνοντας σε έγκαιρη άπαρση από τη Τένεδο, καταδύθηκε και επιχείρησε τορπιλοβόλο επίθεση κατά του "Μετζητιέ" η οποία όμως απέτυχε λόγω κακής λειτουργίας της τορπίλης. Στη συνέχεια το υποβρύχιο επιχειρώντας μεγαλύτερη κατάδυση προκειμένου να αποφύγει τα τουρκικά αντιτορπιλικά που είχαν τεθεί σε δίωξή του, προσέκρουσε στο βυθό που ήταν ευτυχώς αμμώδης και έτσι δεν υπέστη καμία βλάβη, όπου και επανήλθε σε "περισκοπικό βάθος". Η επίθεση αυτή του ελληνικού υποβρυχίου ήταν η πρώτη στη παγκόσμια ιστορία αναφερόμενη περίπτωση χρησιμοποίησης υποβρυχίου σε πολεμική επιχείρηση εμπόλεμων Χωρών.
 

Στο μεταξύ αντιλαμβανόμενα τα ελληνικά ανιχνευτικά τον βομβαρδισμό που δεχόταν η Τένεδος επέστρεψαν κινούμενα προς Ανατολάς καταδιώκοντας τα τουρκικά τα οποία έσπευσαν να καλυφθούν υπό το προστατευτικό βεληνεκές των τουρκικών πυροβολείων των Δαρδανελίων χωρίς να υποστούν βλάβη εκ των ελληνικών πυρών. Πλησιάζοντας όμως το μεσημέρι φάνηκε στον ορίζοντα το Θωρηκτό ΑΒΕΡΩΦ στη θέα του οποίου όλα τα τουρκικά πλοία επανέπλευσαν μετά σπουδής στα Στενά.
 

Εκτός όμως των παραπάνω γεγονότων, στις 17 Φεβρουαρίου του 1913 κάτω από σφοδρή χιονοθύελλα το ελληνικό ανιχνευτικό ΙΕΡΑΞ προσπαθώντας να καλυφθεί σε υπήνεμο μέρος της Τενέδου, λόγω χαμηλής ορατότητας προσάραξε διατρέχοντας μεγάλο κίνδυνο. Προς βοήθειά του προσέτρεξε αμέσως το ανιχνευτικό ΛΕΩΝ, που βρισκόταν σε υπήνεμο όρμο της Ίμβρου το οποίο επεχείρησε ανεπιτυχώς την αποκόλληση του "Ιέρακα" Αργότερα έφθασε και το εύδρομο "ΕΣΠΕΡΙΑ". Εμπρός όμως στον κίνδυνο να γίνουν αντιληπτά τα συμβάντα αυτά στον εχθρό, ο ναύαρχος Κουντουριώτης έπλευσε με τον "ΑΒΕΡΩΦ" στη περιοχή, και τις απογευματινές ώρες κατορθώθηκε η αποκόλληση και η ασφαλής ρυμούλκηση του Ιέρακα στο Μούδρο της Λήμνου.
 

Και ολίγα πολιτιστικά. Ο Σύλλογος Τενεδίων ο Τέννης ιδρύθηκε το 2006 από μια μικρή ομάδα Τενεδίων προσφύγων που είναι εγκατεστημένοι στην Αττική και εκδιώχθηκαν από την Τένεδο μετά το 1964. Πρωταρχικός στόχος του Συλλόγου, είναι η διατήρηση των δεσμών όλων των Τενεδίων, όπου γης.
Ο Σύλλογος έχει 225 εγγεγραμμένα μέλη (καταγραφή 2008) και ασχολείται στενά και αποτελεσματικά με τα προβλήματα της ελληνικής κοινότητας στην Τένεδο, αξιοποιώντας παράλληλα και την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας. Η στενή συνεργασία του Συλλόγου με όλους τους φορείς και τα διεθνή θεσμοθετημένα όργανα αποτελεί άμεση προτεραιότητα του συλλόγου.
 

Δέσαμε στο ντόκο και κάναμε μια σύντομη βόλτα στο λιμάνι. Το παλιό κάστρο δεσπόζει στη βόρεια πλευρά και δίνει μια ξεχωριστή νότα στις εικόνες. Σε ένα γήπεδο 5Χ5, δινόταν αγώνας ανάμεσα σε δύο τάξεις του σχολείου και οι φωνές των παιδιών ακούγονταν παντού. Κάποιοι μιλούσαν και λίγα ελληνικά. Χαιρετούσαν με ευγένεια και ήταν πολύ φιλικοί μαζί μας.
 

Μαζευτήκαμε σε ένα καφέ – εστιατόριο στο λιμάνι, όπου έγιναν οι πρώτες αναγνωριστικές βολές. Λακέρδα, τυρί, τσιπουράκι, ελιές και σχετικοί μεζέδες, αλλά και τσάι, που στην Τουρκία το συνηθίζουν όπως εμείς τον καφέ. Όχι πως δεν πίνουν καφέ, αλλά το τσάι πίνεται πολύ περισσότερο.
Λίγο μετά τη δεύτερη στάση μας, παρατηρήσαμε στην αριστερή μηχανή πως τα νερά αναδεύονταν μέχρι τη λεκάνη. Σίγουρα κάτι δεν πήγαινε καλά. Μόλις βγήκαμε από το καφενείο, ο Αργύρης χρησιμοποίησε μια υποβρύχια φωτογραφική μηχανή που του έδωσα και τράβηξε κάποιες φωτογραφίες την αριστερή μεριά του καθρέφτη. Οι εικόνες μας έδειξαν ακριβώς ποιο ήταν το πρόβλημα. Το διακοσμητικό καπάκι από το αριστερό flap είχε φύγει από τη θέση του και κρεμόταν από τη μια μεριά, προς τη μηχανή. Δεν υπήρχε όμως χρόνος για να ασχοληθούμε περισσότερο και λύσαμε κάβους για Τσανάκκαλε.
Πλέοντας προς τα Δαρδανέλλια, νομίζαμε πως βρισκόμασταν σε λίμνη. Άπνοια και αντίστοιχη μπουνάτσα. Ο ήλιος είχε χαμηλώσει αρκετά όταν μπήκαμε στα στενά. Περάσαμε και κάτω από το μνημείο των πεσόντων στη μάχη της Καλλίπολης, όπου χιλιάδες στρατιώτες των συμμάχων αποδεκατίστηκαν από τα τουρκικά στρατεύματα. Ας δούμε τι διηγείται η ιστορία.
 

Τα Στενά των Δαρδανελλίων (Τουρκικά: Çanakkale boğazı Τσανάκκαλε βοαζή), αλλιώς Ελλήσποντος, είναι ένα στενό θαλάσσιο πέρασμα στη βορειοδυτική Τουρκία που συνδέει το Αιγαίο πέλαγος με την Προποντίδα. Το στενό έχει μήκος 61 χλμ. (38 μίλια) αλλά πλάτος μόλις 1.2 έως 6 χλμ. (0.75 έως 4 μίλια), και βάθος κατά μέσο όρο 55 μ (180 πόδια) με μέγιστο 81 μ (300 πόδια). Το νερό ρέει και στις δύο κατευθύνσεις κατά μήκος του στενού, από την Προποντίδα προς το Αιγαίο πέλαγος μέσω ενός επιφανειακού ρεύματος και κατά την αντίθετη κατεύθυνση μέσω ενός υποθαλασσίου.
 

Ο πορθμός αυτός είναι παρόμοιος με εκείνο του στενού του Βοσπόρου,. Διαχωρίζει την Ευρώπη, πιο συγκεκριμένα τη χερσόνησο της Καλλιπόλεως, από την Ασία. Η κύρια πόλη του στενού είναι τα Δαρδανέλλια, που η τούρκικη τους ονομασία Τσανάκκαλε, προέρχεται από τα περίφημα κάστρα της περιοχής Τσανάκ Καλεσί, δηλαδή «Φρούριο των τσανακίων ». Τσανάκια (πήλινες γαβάθες) παράγονταν εκεί ήδη από το 1740. Μέχρι όμως του 1922 το τουρκικό επίσημο όνομα ήταν "Καλέι Σουλτανιέ" ή "Σουλτανιέ Καλεσί =Φρούριο σουλτανικό. Το σύγχρονο όνομα είναι αυτό που καθιερώθηκε από τη σύγχρονη Τουρκία και που ακολουθούν οι Ευρωπαίοι και στη συνέχεια αναφέρεται στους ναυτικούς χάρτες. Το όνομα Δαρδανέλλια (Dardanelles) είχε δοθεί στην ίδια πόλη από τους Έλληνες και Ευρωπαίους ως κείμενη στην αρχαία Δάρδανο ή Δαρδανία, όπου ήταν η πάλαι ποτέ πόλη του Δάρδανου που όμως σήμερα τοποθετείται σε απόσταση 8 χλμ. ΝΔ. της σημερινής πόλης κοντά στην άκρα Καφέζ Μπουρνού επί της ασιατικής ακτής. Εκ του ελληνικού αυτού ονόματος έμεινε στην ιστορία ο όρος στον πληθυντικό "Στενά των Δαρδανελίων" ή "Στενά του Τσανάκκαλε".
 

Το στενό έχει παίξει στρατηγικό ρόλο στην ιστορία για μακρό διάστημα. Η αρχαία πόλη της Τροίας ευρισκόταν κοντά στη δυτική είσοδο του στενού και η ασιατική ακτή του ήταν το πεδίο του Τρωικού πολέμου. Ήταν επίσης το σημείο του Ελληνικού μύθου Ηρούς και Λεάνδρου. Ο Περσικός στρατός του Ξέρξη και αργότερα ο μακεδονικός στρατός του Μεγάλου Αλεξάνδρου, διέσχισαν τα Δαρδανέλια σε αντίθετες κατευθύνσεις για να εισβάλλουν ο μεν πρώτος στην Ελλάδα το 489 π.Χ. ο δε δεύτερος στην Περσία το 334 π.Χ. αντιστοίχως. Τα Δαρδανέλλια υπήρξαν ζωτικής σημασίας για την άμυνα της Κωνσταντινούπολης κατά τη διάρκεια της Βυζαντινής περιόδου, και από το 14ο αιώνα ελέγχονται σχεδόν συνεχώς από τους Τούρκους.
 

Ο έλεγχος ή ειδικό καθεστώς πρόσβασης στα στενά έγινε ο βασικός στόχος της εξωτερικής πολιτικής της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Μετά την ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στο Ρωσσοτουρκικό πόλεμο του 1828-1829, το 1833 η Ρωσία εξανάγκασε τους Τούρκους να υπογράψουν τη Συνθήκη Hunkiar Iskelesi που απαιτούσε τον αποκλεισμό των στενών σε πολεμικά πλοία δυνάμεων εκτός Ευξείνου πόντου όταν ζητούταν από τη Ρωσία. Αυτή η συνθήκη θα είχε ως αποτέλεσμα την κυριαρχία της Ρωσίας στον Εύξεινο πόντο.
 

Η συνθήκη ανησύχησε τις Δυτικές δυνάμεις, που φοβήθηκαν τις συνέπειες μιας πιθανής Ρωσικής επέκτασης στη Μεσόγειο. Στη Συνθήκη των Στενών του Λονδίνου του Ιουλίου 1841, η Βρετανία, η Γαλλία, η Αυστρία και η Πρωσία εξανάγκασαν τη Ρωσία να συμφωνήσει ότι μόνο Τουρκικά πολεμικά πλοία θα μπορούσαν να διασχίσουν τα Δαρδανέλλια σε καιρό ειρήνης. Η Βρετανία και η Γαλλία συνακόλουθα έστειλαν τους στόλους τους δια μέσου των στενών για να επιτεθούν στην Κριμαία κατά τη διάρκεια του Κριμαϊκού πολέμου το 1853, αν και αυτό έγινε ως συμμαχική πράξη προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Αυτή η συνθήκη τυπικά επιβεβαιώθηκε από τη Σύνοδο των Παρισίων το 1856, ακολουθώντας τη Ρωσική ήττα στον Κριμαϊκό πόλεμο, και παρέμεινε θεωρητικά σε ισχύ μέχρι τον 20ο αιώνα.
 

Οι Σύμμαχοι έκαναν μια αποτυχημένη προσπάθεια να καταλάβουν τα Δαρδανέλλια κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, αποσκοπώντας στην ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η Μάχη της Καλλίπολης έβλαψε την καριέρα του Ουίνστον Τσώρτσιλ, του First Lord of the Admiralty που πρόθυμα προήγαγε τη χρήση του Βασιλικού Ναυτικού για το άνοιγμα των στενών. Τα στενά ναρκοθετήθηκαν για να αποτρέψουν τα συμμαχικά πλοία από το να διεισδύσουν σε αυτά, αν και ένα Βρετανικό υποβρύχιο κατάφερε να αποφύγει τα ναρκοπέδια και να βυθίσει ένα Τουρκικό πολεμικό έξω από τον Κεράτιο στην Κωνσταντινούπολη. Η Μεσογειακή Εκστρατευτική Δύναμη του Σερ Ίαν Χάμιλτον απέτυχε στην προσπάθειά της να καταλάβει τη χερσόνησο της Καλλιπόλεως, και διατάχθηκε η αποχώρησή της τον Ιανουάριο του 1916.
 

Μετά τον πόλεμο, η συναφθείσα το 1920 Συνθήκη των Σεβρών αποστρατιωτικοποίησε τα στενά και τα κατέστησε διεθνές έδαφος υπό τον έλεγχο της Κοινωνίας των Εθνών. Η συγκεκριμένη συνθήκη αναθεωρήθηκε το 1923 με τη Συνθήκη της Λωζάνης που ξανάδωσε τα στενά στην Τουρκία αλλά επέτρεψε σε όλα τα ξένα πολεμικά πλοία να διασχίζουν τα στενά ελεύθερα. Η Τουρκία απέρριψε τους όρους αυτής της συνθήκης και στη συνέχεια στρατιωτικοποίησε την περιοχή. Η επαναφορά σε αυτό το παλαιό καθεστώς τυποποιήθηκε με τη Συνθήκη του Μοντρέ του Ιουλίου 1936. Η συνθήκη, η οποία είναι σε ισχύ και σήμερα, αντιμετωπίζει τα στενά ως διεθνή οδό για τη ναυσιπλοΐα αλλά η Τουρκία διατηρεί το δικαίωμα να περιορίσει τη θαλάσσια κίνηση μη-παρευξεινίων εθνών. Κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, όταν η Τουρκία ήταν ουδέτερη σχεδόν σε όλη τη διάρκεια της σύγκρουσης, τα Δαρδανέλλια παρέμειναν κλειστά για τα πλοία των εμπόλεμων εθνών.
 

Έξω από το Τσανακκαλε, βρίσκονταν δεκάδες μικρά αλιευτικά σκάφη, μαζεμένα κατά ομάδες σε συγκεκριμένα σημεία. Η είσοδος της μαρίνας φαίνεται εύκολα, καθώς δεσπόζει το τεχνητό κρηπίδωμα. Δέσαμε στο ντόκο έξω από το τελωνείο. Ο Νικηφόρος είχε ήδη συνεννοηθεί για τον ανεφοδιασμό μας. Παράλληλα, είχε ξεκινήσει τα προβλεπόμενα για τη διαδικασία εισόδου στη χώρα. Αυτό, η διαδικασία δηλαδή, από λίγο ως καθόλου έχει αλλάξει, από τότε που ήρθα στην Κωνσταντινούπολη για πρώτη φορά με φουσκωτό το 2001.
 

Η ακριβής εποχή της ίδρυσης της πόλης δεν είναι ακριβώς γνωστή. Θεωρείται ότι υπήρξε ένα απλό φρούριο με μόνη τη φρουρά του. Είχε όμως εκλεγεί ως κέντρο του αμυντικού συστήματος των οχυρώσεων των Στενών επί Σουλτάνου Μωάμεθ Δ΄ και μεγάλου Βεζίρη Μεχμέτ Πασά Κιοπρουλη το 1659 όταν αντικαταστάθηκαν τα πρώτα ανεγερθέντα φρούρια επί Μωάμεθ Β΄ του πολιορκητή το 1453.
Σύμφωνα με έγγραφα που βρέθηκαν στην αρμενική κοινότητα των Δαρδανελίων η πόλη αυτή φέρεται να ιδρύθηκε το 1529 από 83 οικογένειες Γρηγοριανών Αρμενίων που διαφεύγοντας το τυραννικό καθεστώς του Σάχη της Περσίας Ταχμάσπ, κατέφυγαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία επί Σουλτάνου Σουλεϊμάν Α' του νομοθέτη και κατοίκησαν στην περιοχή. Το 1669 οι Αρμένιοι αυτοί έκτισαν και Ναό που αργότερα (1691) οι Τούρκοι κατέστρεψαν. Αλλά και πάλι το 1718 οικοδόμησαν νέο ναό, επί Σουλτάνου Αχμέτ Γ΄.
Η Εβραϊκή κοινότητα των Δαρδανελίων είναι νεότερη, υφιστάμενη όμως προ του 1660. Η κοινότητα αυτή άλλοτε πολυπληθής σήμερα έχει περιορισθεί σημαντικά. Η Ελληνική κοινότητα των Δαρδανελίων φέρεται να μην υπήρχε προ του 1690. Το 1740 συγκρότησαν ιδιαίτερη ελληνική συνοικία στην οποία έκτισαν το 1793 ελληνικό χριστιανικό ναό. Η Λατινική κοινότητα (των Καθολικών) χρονολογείται από του 1848 ο ναός της οποίας κτίσθηκε το 1852. Υπάρχει ακόμη και κοινότητα των Ευαγγελικών Αρμενίων με μικρό ναό. Η λεγόμενη "φράγκικη" παραλιακή συνοικία καταστράφηκε το 1860 από πυρκαγιά, που αφού ανοικοδομήθηκε καταστράφηκε και πάλι σχεδόν τελείως μαζί με τις άλλες συνοικίες στις πολεμικές επιχειρήσεις του 1915 (στην εκστρατεία των Δαρδανελίων).
 

Η πόλη αυτή παλαιότερα είχε μεγάλη σπουδαιότητα, όταν μετά την διοικητική διαίρεση της Χώρας σε βιλαέτια αποτελούσε έδρα του Βαλή (=Διοικητή) του Αιγαίου Πελάγους μέχρι το 1876, όταν η έδρα του Νομού μεταφέρθηκε στη Ρόδο και η πόλη παρέμεινε ως διοίκηση. Κατά την τουρκική στατιστική ο πληθυσμός της πόλης το 1927 ήταν 8.515, ενώ προηγούμενες στατιστικές ανέφεραν 11.062. Η ελάττωση αυτή οφείλεται στην απέλαση 5000 και πλέον ελληνικού και 1000 αρμενικού πληθυσμού προσφύγων στην Ελλάδα.
 

Η άλλοτε μεγάλη πυκνή εμπορική κίνηση σήμερα είναι περιορισμένη. Παρά ταύτα υφίσταται μεγάλος αριθμός ναυτιλιακών πρακτόρων για την εξυπηρέτηση των διερχομένων εμπορικών πλοίων αλλά και τουριστική υποδομή για την εξυπηρέτηση κυρίως Ελλήνων τουριστών που διέρχονται από την περιοχή. Στη πόλη αυτή επίσης πολλές χώρες διατηρούν Προξενεία. Επίσης ΒΑ. του λιμένα υφίσταται εγκατάσταση Ναυτικής Διοίκησης και Ναύσταθμος. Και για να πάρουμε μια άποψη μεγέθους της πόλης σήμερα, είναι σε μέγεθος και πληθυσμό όσο η Πάτρα.
 

Λίγα λεπτά μόλις μετά την άφιξή μας, ένα μεγάλο βυτιοφόρο στάθμευσε μόλις 10 μέτρα από τα σκάφη και άρχισε ο ανεφοδιασμός. 483 λίτρα για το ROCK και 450 λίτρα για το SCORPION. Η απόσταση που διανύσαμε σύμφωνα με το GPS, ήταν 210 μίλια. Όταν δείτε το αποτέλεσμα της διαίρεσης, να μη λάβετε υπόψη μόνο τον καλό καιρό, αλλά και τα φορτία που είχαν τα σκάφη.
 

Καλά τα καφεδάκια και το τσάι, αλλά είχαμε και το θέμα με το flap. Με συνοπτικές διαδικασίες, βρέθηκε δύτης, που με μικρό αντίτιμο, έπεσε στο νερό, έβγαλε το κομμάτι που ουσιαστικά περίσσευε και το θέμα τελείωσε εκεί. Και να φανταστεί κανείς, πως παρά τη στολή του, στα πέντε λεπτά κρύωνε …
Δύο ώρες μετά και ενώ είχε ήδη βραδιάσει, βγήκαμε από το τελωνείο μόνο με τα απαραίτητα για μια διανυκτέρευση. Με συνοπτικές διαδικασίες, διαλέξαμε το ξενοδοχείο HELEN, με 25 ευρώ το άτομο, που ήταν κοντά στα σκάφη αλλά και στην αγορά. Η πρώτη επαφή με τα δωμάτια, μας έκανε να δυσανασχετήσουμε κάπως, εξαιτίας της αποπνικτικής ζέστης που επικρατούσε. Το βράδυ, όλοι κάπως το αντιμετωπίσαμε, εκτός από τον Νίκο που από τις δύο και μετά την ‘ έβγαλε ‘ στο lobby. Δεν άντεξε …
 

Το πρώτο ομαδικό – βραδινό - τσιμπούσι, έγινε σε ταβέρνα της παραλίας. Εδώ, εξέχουσα θέση στο μενού των ψαρικών, έχει το λουφάρι , που δεν είναι τίποτε άλλο από το δικό μας γοφάρι. Για να εκτιμήσουμε καλύτερα αυτά που έχουμε και να σταματήσουμε τις βλακείες. Για το πώς και με τι ψαρεύουμε κάποιοι κάποιοι … Λίγο πριν τα μεσάνυχτα, επιστροφή στο ξενοδοχείο, αφού πρώτα όμως γνωριστήκαμε με τον υπάλληλο παρακείμενου καταστήματος πολίτικων γλυκών. Ένα νοσμπετεράκι …

 

2η ημέρα.
 

Την ξημέρωσε ο Θεός, με τις καλύτερες προοπτικές. Οι άνεμοι 2 - 3 μποφόρ, αρκετός ήλιος, ελάχιστα σύννεφα, και θερμοκρασία 8 - 10 βαθμούς. Λίγο μετά τις 9, είχαμε λύσει κάβους με προορισμό το νησί του Μαρμαρά, το μεγαλύτερο του ομώνυμου συμπλέγματος. Βρίσκεται περίπου στη μέση της απόστασης μέχρι την Κωνσταντινούπολη.
 

Τα Νησιά του Μαρμαρά είναι ένα από τα δύο νησιωτικά συμπλέγματα της Προποντίδας. Βρίσκονται στο δυτικό της τμήμα, βορειοδυτικά της χερσονήσου της Κυζικηνής. Η συστάδα περιλαμβάνει τέσσερα κατοικημένα νησιά και τρία μικρότερα ακατοίκητα. Τα κατοικημένα νησιά είναι το νησί του Μαρμαρά ή Προκόννησος, η Κούταλη -Ekilnik, η Αφησιά - Avsa και η Αλώνη - Pasalimani. Μεγαλύτερο νησί του συμπλέγματος είναι το νησί του Μαρμαρά, το οποίο είναι και το βορειότερο. Νοτιότερά του βρίσκεται η Κούταλη, το μικρότερο κατοικημένο νησί του συμπλέγματος, νοτιότερα η Αφησιά και ανατολικότερά της, δίπλα στην Κυζικηνή χερσόνησο, βρίσκεται η Αλώνη.
 

Περίπου 15 μίλια πριν από τα νησιά, ο καιρός άρχισε να φορτώνει, όχι σπουδαία πράγματα, ένα σκάρτο τεσσάρι. Η προοπτική μας ήταν να κόψουμε την πρώτη από τις τρεις πίττες, φτιαγμένες με πολίτικη συνταγή και πολύ μεράκι, από τη σύζυγο του Όθωνα. Μπήκαμε στο λιμάνι, όπου σχεδόν δεν υπήρχε μέρος για να δέσουμε. Τότε ο Νικηφόρος, πρότεινε να πάμε σε ένα άλλο χωριό λίγο πιο πάνω. Έτσι και έγινε.
 

Η Προκόννησος ή Προικόνησος ή νήσος του Μαρμαρά απέχει 70 ναυτικά μίλια από την Κωνσταντινούπολη και έχει έκταση 117 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Είναι γνωστή για τα περίφημα λευκά της μάρμαρα, τα οποία εξορύσσονται κυρίως κοντά στον οικισμό Παλάτια, και με τα οποία κατασκευάστηκαν πολλά μνημεία στην Κωνσταντινούπολη και στην Κύζικο. Από το μάρμαρο του νησιού ονομάστηκε η Προκόννησος και «νήσος του Μαρμαρά», καθώς και η ολόκληρη η Προποντίδα «θάλασσα του Μαρμαρά».
Πριν την ανταλλαγή πληθυσμών του 1923, στην Προκόννησο κατοικούσε συμπαγής ελληνικός πληθυσμός περίπου 10.000 ανθρώπων, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν συγκεντρωμένοι στον κύριο οικισμό του νησιού, τα Παλάτια. Με την ανταλλαγή, οι περισσότεροι από αυτούς εγκαταστάθηκαν στην περιοχή του Ωρωπού, όπου δημιούργησαν τον οικισμό Νέα Παλάτια.
 

Έπειτα από πλεύση δέκα λεπτών, βρεθήκαμε έξω από το λιμάνι Asmali. Ένα μικρό ψαροχώρι, λίγο πριν τον ανατολικό κάβο του νησιού. Με δύο λόγια, αυτό το λιμάνι θα το ζήλευαν πολλά νησιά στο Αιγαίο. Χωρίς άλλα σχόλια. Δέσαμε και με τα ‘ όπλα ‘ ανά χείρας, πίττα, τσίπουρο, κρασί, κονιάκ, φωτογραφικές μηχανές, κάμερες, τρυπώσαμε στο μοναδικό ανοιχτό καφενείο. Οι θαμώνες λίγοι. Πιάσαμε δύο τραπέζια, παραγγείλαμε καφέδες και τσάι. Όπως και στην Τένεδο, μάς υποδέχθηκαν φιλικά και ευγενικά. Εμείς κάναμε αυτό που θέλαμε και στο τέλος τους κεράσαμε κομμάτια από την πίτα.
 

Ήταν ήδη μία το μεσημέρι, όταν λύσαμε κάβους για την Κωνσταντινούπολη. Ο καιρός ίδιος, με λιγότερο όμως ήλιο, που όσο πλησιάζαμε χάθηκε εντελώς. Ο ουρανός γέμισε με γκρίζα σύννεφα και η θερμοκρασία έπεσε λίγο. Βρήκαμε εύκολα τη θέση της μαρίνας και μόλις προσεγγίσαμε, εμφανίστηκαν δύο μικρά φουσκωτά με προσωπικό της μαρίνας, που μας οδήγησαν στις θέσεις μας. Παράλληλα, όταν φθάσαμε στις θέσεις μας, υπήρχε και εκεί προσωπικό της μαρίνας που μας βοήθησε να δέσουμε.
 

Τι κάναμε μόλις ασφαλίσαμε τα φουσκωτά? Μαζευτήκαμε στο SCORPION, με ότι πολεμοφόδιο είχαμε και άρχισαν τα όργανα. Μαζευτήκαμε γύρω από τη δεύτερη πίττα με ευχές, τσουγκρίσματα, πειράγματα και μπόλικο γέλιο. Μέχρι τότε, όλα πήγαιναν κατ’ ευχήν. Και έτσι θα τελείωναν, λέω εγώ τώρα, που όλα έχουν τελειώσει.
 

Έτοιμοι για μεσημεριανοαπογευματινή σιέστα, τακτοποιηθήκαμε στο ξενοδοχείο της μαρίνας, μόλις ένα λεπτό από τα φουσκωτά. Πρέπει εδώ να σημειώσω, πως τόσο ή έκπτωση στο κόστος των δωματίων, όσο και η δωρεάν φιλοξενία των σκαφών, οφείλεται στον πρόεδρο του ιστιοπλοϊκού ομίλου. Μέσω Νικηφόρου και αυτό.
 

Ορίσαμε συνάντηση στο lobby κατά τις επτά. Έπειτα από μια βόλτα στο παρακείμενο mall, όπου ανταλλάξαμε χρήματα και διαπιστώσαμε … πτώση στην κυκλοφορία, πιάσαμε στασίδι στο GELNIK, παρακείμενο και αυτό ψητοπωλείο – εστιατόριο, που το βρήκα διπλό σε σχέση με το 2001. Εκεί, συναντηθήκαμε και με το ν πολύ καλό μου φίλο Φαίδωνα Χατζάκη, με καταγωγή από εκεί. Είχα κάμποσους μήνες να τον δω και πολύ χάρηκα που τον ξαναείδα. Άντε να δω, πότε θα σε δω και στην Αθήνα. Και επειδή εκεί μετά τις 11 είναι αργά, κάναμε ένα νοσμπετεράκι και με το μαγαζί των πολίτικων γλυκών δίπλα στη μαρίνα και τραβήξαμε για τα κρεβάτια μας. Ο Αργύρης, είχε ήδη ‘ φορτώσει ‘ την πρώτη δόση για … προσωπική χρήση.

 

3η ημέρα.
 

Ένα καλό πρωινό, με μπόλικη κουβέντα για την … ομίχλη, που σκέπαζε τα πάντα και δε βλέπαμε ούτε στα δέκα μέτρα. Λογαριάζαμε χωρίς τον ξενοδόχο, για βόλτα στο Βόσπορο, τα Πριγκιποννήσια και άλλα συμπαθητικά. Αλλάξαμε ρότα και λίγο μετά τις δέκα, βρεθήκαμε σε δύο ταξί για το κέντρο. Προσωπικά, δεν υπήρχε περίπτωση να μη ξανα – πάω στην Αγιά Σοφιά. Μόλις λοιπόν βρεθήκαμε στον πεζόδρομο και την πλατεία, άρχισε η πολιορκία από τους Γιώργηδες που λέω, τους πλανόδιους που πλασάρουν χάρτες, ομπρέλες, ενθύμια και πάσης φύσεως διευκολύνσεις. Και η προσέγγιση, γίνεται με το ‘γεια σου Γιώργο … ‘. 25 λίρες κοστίζει το εισιτήριο για αυτό το απίστευτο κτίσμα – μνημείο, δηλαδή σκάρτα 11 ευρώ, με ισοτιμία ημερών 2,30 λίρες = 1 ευρώ. Δέος στο κατώφλι και συγκίνηση μέσα.
 

Μετά τα εγκαίνια της Κωνσταντινούπολης το 337, η ανέγερση ενός ναού της Αγίας Σοφίας υπήρξε τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος οικοδόμησης γύρω από το Μέγα Παλάτι. Η πρώτη Αγία Σοφία εγκαινιάστηκε το 360 επί της αυτοκρατορίας του Κωνσταντίου Β΄ και μαζί με το ναό της Αγίας Ειρήνης αποτελούσε τον κύριο καθεδρικό ναό της πρωτεύουσας και έδρα του Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης. Εικάζεται ότι επρόκειτο για ξυλόστεγη βασιλική, τρίκλιτη ή πεντάκλιτη. Καταστράφηκε από πυρκαγιά το 404 και χτίστηκε εξαρχής τα επόμενα χρόνια. Ο νέος ναός εγκαινιάστηκε το 415 επί βασιλείας του Θεοδοσίου Β΄ και καταστράφηκε από τους οπαδούς του Πατριάρχη, επειδή ο Θεοδόσιος είχε μια διαμάχη με αυτόν. Αν και λίγα συμπεράσματα μπορούν να εξαχθούν ως προς την αρχιτεκτονική αξία του οικοδομήματος, οι ιστορικές πηγές μαρτυρούν πως στο εσωτερικό του φυλάσσονταν ιερά κειμήλια μεγάλης αξίας, από χρυσό ή ασήμι. Σύμφωνα με τις πλέον πρόσφατες προσπάθειες αναπαράστασης του ναού, υποθέτουμε πως είχε εύρος 52 μ. αποτελούμενη από ένα κεντρικό κλίτος και τέσσερις διακριτούς διαδρόμους. Κατά τη Στάση του Νίκα το 532, υπέστη μεγάλη φθορά και το κτίσιμο του ναού που διατηρείται ως σήμερα δρομολογήθηκε από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό Α΄.
Αρχιτέκτονες του ναού ήταν οι γεωμέτρες Ανθέμιος από τις Τράλλεις και Ισίδωρος από τη Μίλητο. Η κατασκευή του ολοκληρώθηκε σε μικρό χρονικό διάστημα και τα εγκαίνιά του τελέστηκαν στις 27 Δεκεμβρίου του 537. Τότε, σύμφωνα με το θρύλο, ο Ιουστινιανός αναφώνησε «Δόξα τω Θεώ τω καταξιώσαντί με τοιούτον έργον επιτελέσαι. Νενίκηκά σε, Σολομών!», θέλοντας έτσι να εκφράσει το θαυμασμό του για το μνημείο το οποίο ήταν πιο θαυμαστό από τον Ναό του Σολομώντα στα Ιεροσόλυμα. Τριακόσια και πλέον εκατομμύρια χρυσών δραχμών, κατ΄ αντιστοιχία, είχαν δαπανηθεί για την ανέγερση αυτού του Ναού. Τα "θυρανοίξια" της Αγιάς Σοφιάς ακολούθησαν θυσίες χιλιάδων ελαφιών, βοών, προβάτων και ορνίθων και διανομή χιλιάδων μοδίων σίτου στους φτωχούς καθώς και πολυήμερη πανήγυρη.
 

Στο προαύλιο του ναού λέγεται πως υπήρχε κρήνη, στην οποία ανεγράφετο η καρκινική φράση "ΝΙΨΟΝΑΝΟΜΗΜΑΤΑΜΗΜΟΝΑΝΟΨΙΝ", (νίψον ανομήματα μη μόναν όψιν = ξέπλυνε δηλαδή τις αμαρτίες σου και όχι μόνο το πρόσωπό σου). Η φράση αυτή, αν αναγνωσθεί ανάποδα, από δεξιά προς τα αριστερά, αποδίδει τις ίδιες λέξεις, επομένως και το αυτό νόημα.
 

Την εποχή του Ιουστινιανού, η Αγία Σοφία είχε χίλιους κληρικούς. Η νεαρά του Ηρακλείου, που βασίλεψε τον έβδομο αιώνα μας αναφέρει: Πρεσβυτέρους 80, Διακόνους 150, Διακόνισσες 40, Υποδιάκονους 70, Αναγνώστες 160, Ψάλτες 25, Θυρωρούς 75. Σύνολο: 600. Ο αριθμός των κληρικών είχε ελαττωθεί κατά τα τελευταία έτη του κράτους, όταν τα εισοδήματα της εκκλησίας αρκούσαν μόλις για την φωταψία του ναού.
Είκοσι χρόνια μετά τα πρώτα εγκαίνια, εξαιτίας των σεισμών του 557, ο τολμηρότατος στη σύλληψη και κατασκευή, για την εποχή του, θόλος κατέπεσε και συνέτριψε την αψίδα παρά τον ιερό άμβωνα, τον ίδιο τον άμβωνα, το κιβώριο και την Αγία Τράπεζα. O ανιψιός του Ισιδώρου, ο Ισίδωρος ο νεότερος, ανέλαβε και έκτισε το νέο θόλο που υφίσταται μέχρι σήμερα. Μια περιγραφή του παραδίδεται από τον ιστορικό Αγαθία, από την οποία συμπεραίνεται πως ο αρχικός τρούλος ήταν μάλλον ευρύτερος και χαμηλότερος από το δεύτερο. Στις 24 Δεκεμβρίου του 563 υπό τον Πατριάρχη Ευτύχιο τελέστηκαν τα δεύτερα εγκαίνια παρουσία του Αυτοκράτορα και του λαού της Κωνσταντινούπολης.
Ο ναός αποτέλεσε σε όλη τη διάρκεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας την έδρα του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και υπήρξε ο σημαντικότερος ναός της Ορθόδοξης εκκλησίας. Κατά την περίοδο των Σταυροφοριών και συγκεκριμένα κατά την περίοδο 1204-1261, ο ναός έγινε Ρωμαιοκαθολικός και μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453, μετατράπηκε σε μουσουλμανικό τέμενος. Ειδικότερα και κατά την διάρκεια της άλωσης από τους Φράγκους, η Αγία Σοφία υπέστη τεράστιες ζημιές.
 

Επίσης κατά την περίοδο την Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έγιναν στο ναό σημαντικές καταστροφές στις τοιχογραφίες του ναού που ασβεστώθηκαν, αφού η απεικόνιση του ανθρώπινου σώματος θεωρείται βλασφημία για το Ισλάμ. Ο ναός με την σπουδαία αρχιτεκτονική του αποτέλεσε πρότυπο για την κατασκευή και άλλων τεμενών, όπως το Μπλε Τζαμί.
 

To 1934 o Μουσταφά Κεμάλ, στα πλαίσια του εκσυγχρονισμού της Τουρκίας, μετέτρεψε το τέμενος σε μουσείο. Σήμερα ο ναός εξακολουθεί να είναι μουσείο, ενώ πραγματοποιούνται σε αυτόν πολιτιστικές εκδηλώσεις, αλλά και εκδηλώσεις που θεωρούνται από ορισμένους ότι δεν αρμόζουν στο χώρο, όπως επιδείξεις μόδας. Παράλληλα γίνονται προσπάθειες για τη διάσωση των ψηφιδωτών του ναού.
Ο ναός είναι κτισμένος σε αρχιτεκτονικό ρυθμό βασιλικής με τρούλο. Ο κυρίως χώρος του κτίσματος έχει σχήμα περίπου κύβου. Τέσσερις τεράστιοι πεσσοί, κτιστοί τετράγωνοι στύλοι, που απέχουν μεταξύ τους ο ένας από τον άλλο 30 μ., στηρίζουν τα τέσσερα μεγάλα τόξα πάνω στα οποία εδράζεται ο τρούλος, με διάμετρο 31 μέτρων. Ο τρούλος δίνει την εντύπωση ότι αιωρείται εξαιτίας των παραθύρων που βρίσκονται γύρω στη βάση του (ο σύγχρονος ιστορικός Προκόπιος λέει: ...δίνει την εντύπωση ότι είναι ένα κομμάτι ουρανού που κρέμεται στη γη...).
 

Γενικά ο ναός είναι ορθογώνιο οικοδόμημα μήκους 78,16 μ. και πλάτους 71,82 μ. κτισμένο στη ΝΔ. πλευρά του πρώτου λόφου της Πόλης με κατεύθυνση ΝΑ. Περιβάλλεται από δύο αυλές την βόρεια και την δυτική καλούμενη και αίθριο. Συνορεύει Ν με τα Πατριαρχικά κτίρια τα οποία συνδέονταν με το Αυγουσταίο, τη μεγάλη δηλαδή πλατεία που βρισκόταν το λαμπρό από πορφυρό μάρμαρο άγαλμα της Αυγούστας Ελένης. Εσωτερικά ο Ναός διαιρείται από δύο κιονοστοιχίες εξαρτώμενες από τους πεσσούς σε τρία κλίτη.
Και κάτι από μία άλλη οπτική. Όταν Γενάρη μήνα, με κρύο και άστατο καιρό, υπάρχει ουρά 50 μέτρων στα εκδοτήρια για την επίσκεψη στο ναό – που όταν βγήκαμε ήταν μεγαλύτερη και μαζί με την εικόνα στο Capali carsi και το βράδυ στον πεζόδρομο του Περα, ο τουρισμός καλά κρατεί. Χειμώνα. Φανταστείτε αργότερα. Και όταν το βράδυ περπατούσα στο Πέρα, προσπάθησα να κάνω μια … σύγκριση με τη δική μας οδό Ερμού των ημερών μας … Τι λέω τώρα…
 

Τελικά, ήταν μπλόφα η δουλειά. Η ομίχλη λίγο μετά τις 11 διαλύθηκε και ένας λαμπρός ήλιος ζέστανε την ατμόσφαιρα. Περπατήσαμε αρκετά χιλιόμετρα και τρυπώσαμε στο Μεγάλο Παζάρι - Καπαλί Τσαρσί. Άνοιξε το 1461 και είναι μία από τις μεγαλύτερες και παλιότερες στεγασμένες αγορές του κόσμου, με πάνω από 58 οδούς και 1200 μαγαζιά από τα οποία διέρχονται 250.000 με 400.000 επισκέπτες καθημερινά. Στο παζάρι θα βρείτε κοσμήματα, σουβενιρ, ναργιλέδες, μπρίκια, καρυκεύματα, χαλιά, ρολόγια, δερμάτινα, ρούχα, παπούτσια και ότι βάλει ο νους σας. Να είστε προετοιμασμένοι να αποφύγετε πολλούς κράχτες που θα σας μιλάνε απλά Ελληνικά. Ακόμα και αν ενδιαφέρεστε να αγοράσετε κάτι, θα μπορέσετε με το γνωστό 'παζάρι', όπου συνήθως θα μπορέσετε να ρίξετε την τιμή ακόμα και στο μισό.
 

Τελικά, δεν τα βρήκαμε μαζί με το Γιώργο για κάτι ρολόγια και αφήσαμε τον Τούρκο στα κρύα του λουτρού. Ο Αργύρης χρηματοδότησε την αγορά με αρκετά ψώνια, τα πιο πολλά ‘ παραγγελιές ‘ από την Αθήνα. Όλοι ψωνίσαμε από κάτι και κατά τις δύο, βρεθήκαμε στην πλατεία Ταξίμ, όπου μέρος της μόνο είναι ελεύθερο, διότι εκτελούνται έργα. Μετά από μιάμιση ώρα περπάτημα, κατεβήκαμε στο μετρό – το δικό μας έχει καλύτερη εικόνα, με κατεύθυνση προς ……………………………., όπου φθάσαμε με ταξί. Ένα πολύ όμορφο παραθαλάσσιο μέρος, όπου μας περίμενε ο Oscar, αδελφικός φίλος του Νικηφόρου, που μας έκανε το τραπέζι στο ιδιόκτητο εξαιρετικό “FUCKS”.
 

Εκείνες οι δύο ώρες που περάσαμε εκεί, ήταν μία εξαιρετική ανάμνηση, σε απίστευτα ζεστό περιβάλλον, με πολύ προσεγμένη κουζίνα και άψογο service. Σίγουρα, αξίζει τον κόπο μια δεύτερη επίσκεψη μελλοντικά. Και βέβαια, ψάχνω τον τρόπο να του ανταποδώσω τη φιλοξενία. Και νομίζω πως κάτι έχω βρει.
Με τα ίδια μέσα, επιστρέψαμε στην πλατεία Taxim. Αρχίσαμε μια αργή, νωχελική βόλτα στον πεζόδρομο, που ήταν ασφυκτικά γεμάτος από κόσμο, παρότι τα περισσότερα καταστήματα είχαν κλείσει. Δεν έλειψαν κάποια ψώνια και από εδώ.
 

Η περιοχή Πέρα ή Μπέγιογλου (Beyoğlu) της Κωνσταντινούπολης, όπως περιγράφεται η πέρα από το Γαλατά περιοχή στα οθωμανικά διοικητικά έγγραφα από τα τέλη του 15ου αιώνα, αποτελούσε κατά τους πρώτους χρόνους μετά την Άλωση προάστιο του Γαλατά, εκτεινόμενο πάνω από αυτόν σε υψόμετρο περίπου 110 μ. από τη θάλασσα. Η περιοχή μέχρι και το 18ο αιώνα ήταν σχετικά αραιοκατοικημένη, κυρίως από μη μουσουλμάνους. Η ιστορία της περιοχής συνδέεται άρρηκτα με αυτήν του Γαλατά, o οποίος αποτελούσε ήδη από τους Βυζαντινούς χρόνους τόπο παραμονής και συναλλαγής κυρίως εμπόρων από τη Βενετία, τη Γένοβα και τη Φλωρεντία. Το 17ο αιώνα η περιοχή συνεχίζει να κατοικείται, ενώ τα όριά της εκτείνονται ουσιαστικά από τον Κεράτιο μέχρι το Τοπχανέ. Νέες συνοικίες, όπως το Φιντικλί και το Τζιχανγκίρ, δημιουργούνται. Ωστόσο, ο κύριος πυρήνας του Μπέγιογλου φτάνει μέχρι το Γαλατά Σαράι. Ο 19ος αποτελεί τον κατεξοχήν αιώνα του Πέρα και σημαδεύεται κυρίως από την παρουσία των αστών εκπροσώπων των διάφορων μιλλέτ της Αυτοκρατορίας. Ο πληθυσμός της περιοχής αυξάνεται την περίοδο αυτή σημαντικά, ενώ από τα μέσα του 19ου αιώνα το Μπέγιογλου φτάνει στα όρια της ανάπτυξής του και μετατρέπεται σε διεθνούς βεληνεκούς εμπορικό κέντρο. Κατά μήκος της Μεγάλης Οδού του Πέρα, στα γαλλικά Grande Rue de Pera και στα τουρκικά Cadde-i Kebir , η οδός Istiklal της δημοκρατικής περιόδου, χτυπούσε πλέον η εμπορική και πολιτιστική φλέβα της πόλης. Στα περίφημα passages παρισινού τύπου που δημιουργούνται κατά μήκος της έβρισκε κανείς πολυτελέστατα καταστήματα, θέατρα και αργότερα κινηματογράφους. Ξενοδοχεία, διαμερίσματα και κτήρια πρεσβειών ιδιαίτερου αρχιτεκτονικού ενδιαφέροντος που παντρεύουν διάφορους αρχιτεκτονικούς ρυθμούς, εκλεκτικισμό, αρ νουβό, κλασικισμό κ.ά. βρίσκονταν σε πολλά σημεία του δρόμου. Το 1804, επί πατριαρχίας Καλλίνικου Ε΄, χτίζεται ο ναός της Παναγίας των Εισοδίων και ένα χρόνο μετά, με πατριαρχικό σιγίλιο, επικυρώνεται η δημιουργία της νέας αυτής ενορίας. Τα επόμενα χρόνια τόσο μέλη της ανερχόμενης αστικής και μεγαλοαστικής τάξης αλλά και των μεσαίων τάξεων, και κυρίως από το 1840 και μετά, πολλοί μετανάστες από τα νησιά του Αιγαίου, τη Μακεδονία, την Αλβανία και την Ανατολία, συρρέουν στην περιοχή. Η αύξηση των χριστιανών ορθόδοξων επιβάλλει τη δημιουργία και δύο νέων ναών: το 1861 αποπερατώνεται η εκκλησία των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, στους πρόποδες του λόφου του Πέρα, και το 1880 η αντίστοιχη της Αγίας Τριά

Powered by Blog - Widget