MENU
MENU

Οικογενειακές διακοπές στην Κροατία

Κείμενο – φωτογραφίες: Δημήτρης Καραγεωργίου


 


Είχε παραγίνει χοντρός. Ο φάκελος, όπου φύλαγα κάθε δημοσίευμα, ρεπορτάζ, φυλλάδιο που θα μου φαινόταν χρήσιμο, όταν με το καλό θα πραγματοποιούσα τον στόχο της τελευταίας πενταετίας. Γιατί το ταξίδι στην Κροατία, μου είχε γίνει σχεδόν έμμονη ιδέα. Έτυχε όμως να αναβληθεί, για διάφορους κάθε χρονιά λόγους. Φέτος όμως, δεν πήγαινε άλλο. Απαλλαγμένος από άλλες υποχρεώσεις, είχα την ευχέρεια για να το πραγματοποιήσω.

 

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΕΣ ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΣΤΗΝ ΚΡΟΑΤΙΑ

 

Σε κάποιο από τα συνηθισμένα τσιμπούσια στο σπίτι μου, τελειώνοντας την περασμένη χρονιά, έριξα την εμμονή μου στο τραπέζι και σε άλλους τρεις φίλους με τις οικογένειες τους. Στους μήνες που ακολούθησαν, προέκυψαν αρκετά προβλήματα και εμπόδια σε όλους. Όμως μπροστά στην επιμονή τη δική μου " … εγώ θα πάω ο τι κι αν γίνει …", με τον ένα η τον άλλο τρόπο, ξεπεράστηκαν όλα. Θέλω με αυτό να πω, ότι αν θέλεις κάτι πραγματικά, πολύ λίγα πράγματα μπορεί να το εμποδίσουν. Μάλιστα, ανάμεσα στις αναποδιές, μας προέκυψε και η ευγενική χορηγία της NESTLE, που κυριολεκτικά μας έλυσε τα χέρια.
Ακολούθησε ο γολγοθάς της προετοιμασίας, που ως συνήθως σωρεύει τα περισσότερα λίγο πριν από την αναχώρηση. Μέχρι και ξεκολλημένο προστατευτικό λάστιχο στα μπαλόνια μας προέκυψε, την προηγουμένη της αναχώρησης. Και αν δεν είχε όλη την καλή διάθεση ο κ. Δημήτρης Καρυοφύλλης στην Olympic, τότε σίγουρα κάποιος από μας δεν θα ταξίδευε. Το φουσκωτό επισκευάστηκε, αφού χρειάσθηκε οι τεχνίτες της εταιρείας να δουλέψουν όλη τη νύχτα. Τους ευχαριστούμε θερμά γι αυτό.
Ανάμεσα στην εξονυχιστική προετοιμασία, τις μελέτες πάνω από τους χάρτες, τα σενάρια εναλλακτικών διαδρόμων, τις πληροφορίες που μαζεύονται για το ταξίδι, θα ήθελα να τονίσω, πως καταλυτική βοήθεια μας πρόσφερε το οδοιπορικό που δημοσιεύθηκε από τον κ. Θωμά Παναγιωτόπουλο, που πραγματοποίησε το ίδιο – αλλά μεγαλύτερο σε διάρκεια και απόσταση - ταξίδι ένα χρόνο πριν από εμάς και που κυριολεκτικά μας γέμισε με χρήσιμες συμβουλές και πληροφορίες. Η δική μας διαφορά, είναι πως εκτός από τη μικρότερη διάρκεια, είχαμε πολυπληθέστερη σύνθεση, αφού την ομάδα μας επάνδρωναν οκτώ ενήλικες και έξι παιδιά ηλικίας από οκτώ ως δέκα τεσσάρων χρόνων. Οικογενειακές διακοπές λοιπόν, στην Κροατία, με όλη τη σημασία της λέξης.
Με γνώμονα το μεγάλο κόστος και τον σχετικά περιορισμένο χρόνο μας, αποφασίσαμε να μετακινήσουμε τα φουσκωτά οδικά, μέχρι τον γνώριμο μας Μύτικα Αιτωλοακαρνανίας. Ένα Eagle 7.85 open, με κινητήρα Mercury Verado 275, ένα Predator 7.85 με Yamaha F225, ένα Eagle 6.50 με Mercury Optimax 225 και ένα Evripus 6.00 με κινητήρα Mercury Optimax 150 ίππων. Υπολογίζαμε πως τα καύσιμα που θα χρειαζόμασταν για να καλύψουμε διά θαλάσσης τη διαδρομή θα ήταν περίπου δυόμισι τόνοι. Χωρίς να υπολογίσουμε και το κόστος διέλευσης από τη Διώρυγα.
Στον Μύτικα Αιτωλοακαρνανίας, υπάρχει σε μικρογραφία ότι λείπει από ολόκληρη την Αττική. Μία μικρή γλίστρα δίπλα στο κοινοτικό γραφείο, που μπορεί να χρησιμοποιήσει οποιοσδήποτε ελεύθερα και μία ακόμη που κυριολεκτικά θα ζήλευαν οι πάντες, μέσα στο λιμάνι - αλιευτικό καταφύγιο, στην άκρη του οικισμού. Είναι τόσο άνετη η ανέλκυση και η καθέλκυση σκαφών, που πιστέψτε με αξίζει πραγματικά να την έχετε στα υπ όψιν. Μάλιστα ο Δήμος, διά της παρούσης αρχής, έχει διαμορφώσει έναν τεράστιο υπαίθριο χώρο, που προσφέρεται για το ελεύθερο πάρκινγκ αυτοκινήτων και τρέιλερ. Τι άλλο να ζητήσει κανείς … Πάγο, αρίστης ποιότητας, θα προμηθευτείτε από το Αιτωλικό, στην είσοδο του οικισμού, στην Αιτωλική Παγοποιία. Καύσιμα θα πάρετε από τα δύο βενζινάδικα που βρίσκονται στην είσοδο του οικισμού. Νερό, υπάρχει με βρύση πάνω στον ντόκο. Αυτά για να ξέρετε πως θα προετοιμαστείτε πιο άνετα.
Παρασκευή 28 Ιουνίου, και αργά το απόγευμα βρεθήκαμε όλοι στη θάλασσα. Ο κατάφυτος ορεινός όγκος του Καλάμου αριστερά κι ο γραφικός οικισμός του Μύτικα δεξιά, έμειναν γρήγορα πίσω μας καθώς τρέχαμε για να προλάβουμε το φως του δειλινού, έχοντας αποφασίσει να διανυκτερεύσουμε στη μαρίνα της Λευκάδας. Κουρασμένοι από το πολύωρο οδικό ταξίδι, θέλοντας να φροντίσουμε και τους μικρότερους της παρέας, δέσαμε και με συνοπτικές διαδικασίες δηλώσαμε την παρουσία μας. Γρήγορα μάθαμε, πως ήμασταν οι φιλοξενούμενοι εκεί, με μία ευγενική χειρονομία του διευθυντή της Μαρίνας κ. ……….. που έμαθε τον προορισμό μας και μας ευχήθηκε καλή επιτυχία. Τον ευχαριστούμε θερμά.
Οι προβλέψεις που είχαμε για τον καιρό της επόμενης, έδιναν μπουνάτσα μέχρι τα νότια της Κέρκυρας και κατόπιν πέντε βορειοδυτικούς μέχρι το San Foka της Ιταλίας όπου σχεδιάζαμε να φθάσουμε. Και δυστυχώς επαληθεύθηκαν, με την έννοια πως αφού ταξιδέψαμε γρήγορα και άνετα για δυόμισι περίπου ώρες αφήνοντας πίσω μας το στενό της Λευκάδας, παραπλέοντα τα δυτικά παράλια της Κέρκυρας, ο καιρός άρχισε να φορτώνει όσο ανεβαίναμε. Έξω από την Παλαιοκαστρίτσα πεντάριζε για τα καλά. Ο κοντός και κοφτός κυματισμός δεν μας επέτρεπε να κινηθούμε όσο γρήγορα θα θέλαμε και οι ταχύτητες μας είχαν πέσει κάτω από τους είκοσι κόμβους. Συνεχίσαμε όμως ώσπου περίπου μία ώρα αργότερα οι βενιαμίν των πληρωμάτων άρχισαν να κουράζονται. Μας έμεναν ακόμα εξήντα μίλια τέτοιας πορείας. Αποφασίσαμε γι αυτό, να βάλουμε ρότα για τους Οθωνούς με σκοπό να ξεκουραστούμε αφενός και να ξεκινήσουμε την επόμενη μέρα, αφού οι προβλέψεις ήταν κάπως καλύτερες.
Η Οθωνοί, είναι ένα από τα τρία νησάκια του συμπλέγματος της συστάδας Οθωνών, αυτό που λέμε μία από τις εσχατιές της Ελλάδας. Προικισμένο από τη φύση με πλούσια βλάστηση, καταπληκτικές πεντακάθαρες αμμουδιές και σπάνιο φυσικό ανάγλυφο τριγύρω του, αποζημιώνει και με το παραπάνω όποιον αποφασίσει να το επισκεφθεί. Υπάρχουν δύο κύριοι οικισμοί, στο γιαλό και στο Μεγάλο Χωριό, που απέχει περί τα πέντε χιλιόμετρα από το λιμάνι. Προσεγγίζοντας, υπάρχουν δύο σημεία για να δέσετε. Το ένα είναι στο μεγάλο λιμάνι ο όρμος Άμμος, που όμως προσφέρεται κυρίως για σκάφη με εκτόπισμα και ιστιοπλοϊκά και στο παλιό λιμάνι, το Αυλάκι, στην άκρη του οικισμού. Στο μεγάλο λιμάνι απ’ ότι μάθαμε, σύντομα ξεκινούν έργα για την επέκταση και βελτίωση του. Αυτό όμως που προτείνεται, το μικρό λιμάνι, χρειάζεται εξαιρετικά μεγάλη προσοχή. Τριγύρω στην περιοχή υπάρχουν εκτεταμένα αβαθή και στην είσοδο του λιμανιού διάσπαρτες ξερές, πολλές από τις οποίες μόλις ξενερίζουν. Όταν έχει καιρό, είναι πολύ δύσκολο να τις εντοπίσετε. Υπάρχουν όμως και πολλές οι οποίες βρίσκονται σε μόλις μισό η ένα μέτρο κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. Ένας αναλυτικός χάρτης στο GPS είναι πολύτιμο βοήθημα.
Δέσαμε στο μικρό φιλόξενο λιμάνι με το έντονο τιρκουάζ χρώμα, και ανασυνταχθήκαμε για το υπόλοιπο της ημέρας. Ένα καλό γεύμα και ένας καφές, ήταν ότι χρειαζόμασταν. Όμως η ώρα δεν ήταν η κατάλληλη για κάτι τέτοιο. Καταμεσήμερο και ήταν όλα κλειστά. Ψάχνοντας όμως βρήκαμε κάτι ανοιχτό, που με συνοπτικές διαδικασίες μας τακτοποίησε με τον καλύτερο τρόπο. Ήταν το μικρό ταβερνάκι του Πέτρου που είχε ανοίξει πριν από λίγες μέρες και ως εκ τούτου είχε κάθε λόγο να είναι ανοικτό συνεχώς. Τυχεροί ήμασταν.
Τελικά, αυτή η μικρή παρέκκλιση της πορείας μας, άρεσε σε όλους. Τα παιδιά έκαναν ένα μεγάλο μπάνιο, εμείς ένα μικρότερο, τακτοποιήσαμε τα φουσκωτά και κοιμηθήκαμε νωρίς για την εξόρμηση της επόμενης ημέρας. Δεν είχε χαράξει όταν αρχίσαμε τις προετοιμασίες για τον απόπλου, με τον καιρό να δείχνει φανερά πεσμένος σε σχέση με χθες. Έτσι λίγο μετά τις επτά, αφήναμε πίσω μας τον κάβο Φανό, με πορεία για το Otrando, που ήταν δέκα μόλις μίλια χαμηλότερα από το San Foka, τελικό προορισμό της ημέρας. Για τα πρώτα πέντε - έξι μίλια, ο καιρός ήταν αρκούντως φιλικός μαζί μας. Άρχισε όμως γρήγορα να φορτώνει και τελικά καλύψαμε το μεγαλύτερο μέρος της απόστασης με ένα πεντάρι όρτσα αλλού γεμάτο και αλλού σκάρτο. Ήμασταν ξεκούραστοι όμως, ξέροντας ότι έχουμε μόνο αυτά τα μίλια να καλύψουμε, γι αυτό και κάναμε δύο στάσεις και ταξιδεύαμε χαλαρά. Τα πράγματα βελτιώθηκαν περίπου έξι - εφτά μίλια πριν από τις ακτές.
Το πέρασμα από το Otrando, έγινε με δική μου προτροπή, καθώς έχοντας επισκεφθεί ξανά και ξανά το μέρος ήξερα ότι θα άρεσε οπωσδήποτε, αποκλίνοντας ελάχιστα από την πορεία μας. Έπειτα από τις αναμνηστικές φωτογραφίες ανάμεσα στα μικρά αγκυροβολημένα σκάφη, αρχίσαμε να παραπλέουμε τις ακτές της Ιταλίας για τη μαρίνα του San Foka.
Πρόκειται για ένα παραλιακό θέρετρο, που προσελκύει κυρίως ντόπιους Ιταλούς επισκέπτες. Υπάρχει μία τεράστια παραλία μπροστά στον οικισμό που είχε κατακλυστεί από λουόμενους. Δέσαμε στη μαρίνα, με κόστος δώδεκα ευρώ για κάθε σκάφους έναντι είκοσι, καθώς επρόκειτο να μένουμε λιγότερο από ένα εικοσιτετράωρο. Το πρατήριο καυσίμων, βρισκόταν στο βάθος των εγκαταστάσεων και για καλή μας τύχη το εξυπηρετούσε Έλληνας της κάτω Ιταλίας. Μετά το γενικό ανεφοδιασμό, κάναμε και μία βόλτα στην παλιά πόλη. Συμπαθητικό μέρος.
Από το San Foka, το Dubrovnik απέχει 130 μίλια. Σχεδόν με την ανατολή του ηλίου, αφήναμε πίσω μας την Ιταλία με μπουνάτσα, που οι προβλέψεις έλεγαν πως θα γινόταν τρία και τοπικά τέσσερα από βόρειες διευθύνσεις. Ταξιδεύαμε άνετα με ταχύτητες 25 -28 κόμβων. Κάναμε μία καλή στάση, μόλις καλύψαμε τα εκατό μίλια. Είχε προηγηθεί μία μικρή αναγκαστική στάση, καθώς ο πείρος που κρατούσε την αντηρίδα της τέντας ήλιου στο φουσκωτό μου έσπασε και έπρεπε να αντικατασταθεί. Ήμασταν όλοι ευδιάθετοι, καθώς το πρώτο μεγαλύτερο σκέλος της του ταξιδιού φαινόταν να γίνεται παιχνιδάκι.
Ακόμη κι αν είχε χρειαστεί να ταξιδέψουμε με άσχημο καιρό, να ταλαιπωρηθούμε, να βραχούμε και να κουραστούμε, οι εικόνες που αντικρίσαμε πλησιάζοντας τα τείχη της παλιάς πόλης, και μόνο αυτές, θα έφταναν για να μας αποζημιώσουν. Με δύο λέξεις, το θέαμα είναι εκπληκτικό. Όσοι είχαν την τύχη να δουν για πρώτη φορά το Dubrovnik από τη θάλασσα, αφού αργότερα το είδαμε και από ψηλά, πιστεύω πως είχαν τις καλύτερες εικόνες. Όσα καλά και κολακευτικά είχα διαβάσει και δει, αποθηκεύοντας τα όχι μόνο στον φάκελο του ταξιδιού αλλά και στο μυαλό μου, αποδείχθηκαν μικρότερα και φτωχότερα. Επί μία και πλέον ώρα μπαινοβγαίναμε στο λιμάνι και τριγυρίζαμε τα τείχη χωρίς να χορταίνουμε το εκπληκτικό τοπίο.
Συνεπαρμένοι από αυτά που γέμιζαν τα μάτια μας, ρωτήσαμε για την είσοδο στη χώρα. Που θα έπρεπε να δηλώσουμε κατάπλου. Η αρμόδια αρχή, σαν τη δική μας Λιμενική, βρίσκεται στο μεγάλο εμπορικό και τουριστικό λιμάνι Gruz, που δεν είναι άλλο από ένα βαθύ όρμο, πίσω από τη χερσόνησο της παλιάς πόλης.
Αφήσαμε πίσω μας την παλιά πόλη και παραπλέοντας τις ακτές, περάσαμε την περιοχή Lapad και Lapad Bay με μεγάλα ξενοδοχειακά συγκροτήματα και ακολούθως μπήκαμε στο λιμάνι.
Είναι προφανές, πως κατά την επίσκεψη σε μία ξένη χώρα για πρώτη φορά, στην αρχή υπάρχει ένα περίεργο συναίσθημα μέχρι να γίνει η πρώτη επαφή. Σ’ εμάς, αυτό κράτησε σχεδόν καθόλου. Η διαδικασία της δήλωσης κατάπλου, ήταν σαν να έγινε ανάμεσα σε μία ευχάριστη παρέα. Ήταν τόσο ευγενικοί, αυθόρμητοι και εξυπηρετικοί οι αξιωματικοί στην Αστυνομία και στο Λιμεναρχείο, που κυριολεκτικά νιώσαμε σαν στο σπίτι μας. Ήταν η δεύτερη εξαιρετική μας εμπειρία.
Το κόστος, είναι 35 ευρώ για κάθε σκάφος και 2 ευρώ για κάθε άτομο. Η πληρωμή πρέπει να γίνει σε ντόπιο νόμισμα, την cuna, όπου 7 cuna είναι ένα ευρώ και μπορείτε να προμηθευτείτε εύκολα από ανταλλακτήριο, είκοσι μόλις μέτρα από το Λιμεναρχείο. Για την ελεύθερη κυκλοφορία ατόμων, χορηγείται ειδική κάρτα, την οποία θα έπρεπε να επιστρέψουμε κατά την δήλωση απόπλου. Για τα σκάφη, μας έδωσαν κάποια καλαίσθητα αυτοκόλλητα που ζήτησαν να κολλήσουμε σε ευδιάκριτα σημεία. Αν και ήμασταν τέσσερα σκάφη και δεκατέσσερα άτομα, η διαδικασία συνολικά κράτησε λιγότερο από μισή ώρα. Ήμασταν πια " ελεύθεροι " για να πάμε στη μαρίνα.
ACI, Adriatic Croatia International, είναι η εταιρεία που διαθέτει 21 μαρίνες σε όλη την Κροατία. Εμείς, αλήθεια, πόσες έχουμε … Αφήσαμε πίσω μας το λιμάνι του Gruz και περνώντας κάτω από την επιβλητική κρεμαστή γέφυρα, κινηθήκαμε με την προβλεπόμενη ταχύτητα στο κανάλι προς τη μαρίνα. Βρίσκεται στην περιοχή Komolac, στις εκβολές του ποταμού Ombla και περιβάλλεται από κατάφυτo τοπίο. Διαθέτει 450 θέσεις ελλιμενισμού σκαφών και ακόμη 250 περίπου εκτός θάλασσας. Σε όλες τις θέσεις παρέχεται ρεύμα και νερό, ενώ στις εγκαταστάσεις υπάρχουν πισίνα, καφετέριες, εστιατόρια, καταστήματα ναυτιλιακών ειδών, γήπεδο τένις, πλυντήρια ρούχων με κέρματα, πρατήριο καυσίμων και βέβαια όλων των ειδών οι εγκαταστάσεις ατομικής καθαριότητας. Το κόστος παραμονής, είναι περίπου τρία ευρώ το μέτρο για τα σκάφη, δύο ευρώ την ημέρα για τους ενήλικες και ένα ευρώ την ημέρα για παιδιά μεγαλύτερα των δέκα ετών.
Και βέβαια, μόλις δέσαμε, χάσαμε τα παιδιά που άρχισαν τα παιχνίδια στην πισίνα. Οι υπόλοιποι πιάσαμε θέσεις στο εστιατόριο της πισίνας και απολαύσαμε ένα καλό γεύμα με θέα στο μαγικό τοπίο. Νωρίς το απόγευμα και παρά την κούραση, επιβιβαστήκαμε στο λεωφορείο για την παλιά πόλη. Ανυπομονούσαμε να δούμε από κοντά έστω και τις βραδινές ώρες εκείνο που μας έχει συναρπάσει.
Η διαδρομή, διαρκεί λιγότερο από ένα τέταρτο της ώρας και το τέλος της βρίσκεται στην πλατεία έξω από την είσοδο της παλιάς πόλης. Και από εδώ, αρχίζει το όνειρο. Η περιπλάνηση σε άλλο τόπο και άλλο χρόνο, με συντρόφους σύγχρονους, σημερινούς. Είναι λίγες οι γωνιές στη γη, που μπορείς να νιώσεις την ατμόσφαιρα, το μυστήριο και τη γοητεία μιας εποχής αιώνες πίσω, περπατώντας μέσα στην αυθεντική πόλη, όσο στο Dubrovnik. Ο κεντρικός πεζόδρομος η Placa και τα στενά δαιδαλώδη σοκάκια γύρω από αυτόν, θέλουν αρκετές ώρες περιπλάνησης. Τριγύρω διάσπαρτες μικρές πλατείες, μουσεία, εκκλησίες, μνημεία. Όλα διατηρημένα με τρόπο αυθεντικό, μοναδικό. Πεντακάθαρα και περιποιημένα. Και να σκεφτεί κανείς, πως μόλις πριν από λίγα χρόνια, ο τόπος σειόταν από τις εκρήξεις οβίδων και βομβών. Σε κάποια σημεία, υπάρχουν φωτογραφίες με κτίρια να καίγονται. Είναι μοναδικός και παροιμιώδης ο τρόπος, η πιστότητα και η ταχύτητα αποκατάστασης των μνημείων αυτών. Μας έλεγαν, πως βρήκαν τα λατομεία απ όπου είχαν πάρει οι τεχνίτες της εποχής την πρώτη ύλη για το χτίσιμο των κτιρίων και πήραν από το ίδιο ακριβώς υλικό με τις παλιές. Γι αυτό και κοιτάζοντας τα μνημεία, τα κτίρια, και τον μαρμαρόστρωτο πεζόδρομο, όπου έχει γίνει παρέμβαση , δεν διακρίνεται η παραμικρή διαφορά.
Η είσοδος στην παλιά πόλη γίνεται από την κεντρική πύλη την Pile Gate, που χτίστηκε το 1537. Ολόκληρο το οχυρό, περιβάλλεται από μία βαθειά τάφρο. Μπροστά από την πύλη υπάρχει μία ξύλινη γέφυρα, που με τη δύση του ήλιου σηκωνόταν από ένα μηχανισμό που σώζεται ακόμη, κλείνοντας την είσοδο στην πόλη. Πίσω από την πρώτη, βρίσκεται μία δεύτερη πύλη, που κατασκευάστηκε το 1460. Πίσω από αυτήν, ξεκινά ο κεντρικός δρόμος, που συνδέει την είσοδο της πόλης με το παλιό λιμάνι και έχει μήκος περίπου εξακόσια μέτρα. Υπάρχει ρίζα ελληνικού στοιχείου και εδώ, καθώς ο κεντρικός δρόμος χωρίζει τον πρώτο οικισμό, που ιδρύθηκε από αρχαίους Έλληνες πρόσφυγες από το Cavtat, σημερινή κωμόπολη στα νότια του Dubrovnik, μετά την καταστροφή του από τους Σλάβους.
Μόλις περάσετε την δεύτερη πύλη, υπάρχει ένα φαρδύ κατηφορικό καλντερίμι που σας οδηγεί στο Great Onofrio Fountain. Κτίσθηκε το 1438 και είναι γνωστό πως ήταν οι πηγές της πόλης με νερό που ερχόταν από το βουνό.
Η ονομασία Dubrovnik προέρχεται από τη σέρβικη λέξη dubrova, που σημαίνει “ μικρό δάσος “. Πιο πριν, ονομαζόταν Ragusa. Ανάμεσα στα πολλά μνημεία που υπάρχουν στην πόλη, θα πρέπει οπωσδήποτε να δείτε το μοναστήρι των Φραγκισκανών, το παλάτι, την Εκκλησία του St Blaise, την πλατεία Luza με την επιβλητική στήλη Orlando, το αρχαιολογικό μουσείο, το ναυτικό μουσείο, το κάστρο πάνω από τη δεύτερη πύλη, με πανοραμική θέα στον κεντρικό δρόμο και τον οικισμό.
Όλα αυτά και πολλά ακόμη, τα είδαμε με οδηγό και ξεναγό έναν από τους καλύτερους της πόλης τον Maximillan, που ανέλαβε την ξενάγηση μας με το μικρό πούλμαν που είχαμε νοικιάσει για το σκοπό αυτό. Βρεθήκαμε στις μικρές λαϊκές αγορές, αγοράσαμε διάφορα φρούτα και μας άρεσαν ιδιαίτερα τα μικρά κομμάτια αποξηραμένης φλούδας πορτοκαλιού. Αγοράσαμε και κάποια αναμνηστικά χειροποίητης ξυλοτεχνίας από το παλιό λιμάνι και ανεβήκαμε ως τα υψώματα του βουνού Srd, για να δούμε το Dubrovnik από ψηλά. Ο Maximillan, λίγο πριν καθίσουμε στο εστιατόριο για το μεσημεριανό γεύμα, μας οδήγησε σε μία οχυρή στρατηγική θέση, για την κατάληψη της οποίας όπως μας είπε από τους Σέρβους έγιναν σκληρές και πολυήμερες μάχες. Εκεί υπήρχαν ακόμα κάποια ερείπια από τις εχθροπραξίες. Δεν είναι τουριστικό αξιοθέατο, απλά εμείς βρεθήκαμε εκεί κι απάντησε με τον τρόπο του στην απορία μας, ευχόμενος να μην ξαναγίνουν ποτέ τέτοια πράγματα, σ’ όλο τον κόσμο.
Νωρίς το απόγευμα, πήραμε τους δρόμο για το Cavtat, που απέχει περίπου 17 χιλιόμετρα. Η διαδρομή είναι πολύ όμορφη, καθώς περνάει λίγο πιο ψηλά από τα παράλια, στα οποία βρίσκονται αρκετοί παραθεριστικοί οικισμοί. Είπαμε πιο πριν, πως η παλιά πόλη στο Dubrovnik, ιδρύθηκε από Έλληνες που έφυγαν από εκεί μετά την καταστροφή της πόλης τους από τους Σλάβους τον 7ο αι. μ. Χ. Η πόλη αυτή ονομαζόταν Επίδαυρος και ιδρύθηκε από Έλληνες αποίκους. Σήμερα είναι μία πανέμορφη παραλιακή κωμόπολη με εξαιρετικά κτίρια, μνημεία και ξενοδοχεία πολυτελείας και είναι ένα από τα πιο σημαντικά παραθεριστικά κέντρα της περιοχής. Υπάρχει ένα μικρό λιμάνι στο οποίο κατά την επιστροφή μας δέσαμε για πολύ λίγο, όμως το μέρος αυτό έμελλε να μας δώσει τη μοναδική δύσκολη στιγμή ευτυχώς χωρίς απώλειες, όταν κατά την επιστροφή μας έπρεπε να δηλώσουμε απόπλου από την τοπική λιμενική αρχή.
Αργά το απόγευμα, επιστρέψαμε στη μαρίνα γοητευμένοι από όλα όσα είχαμε δει. Σουρούπωνε και καθώς το φως της μέρας χανόταν και τα πρώτα φώτα άναβαν, είχαμε την ευκαιρία να απολαύσουμε για ακόμα μία φορά το τοπίο πίνοντας καφέ. Θα ήταν κουραστικό, κάθε λίγο και λιγάκι να επαναλαμβάνω, πως και μόνο οι εικόνες, ανεβάζουν τη διάθεση του επισκέπτη στα ύψη. Συγκεντρωθήκαμε όλοι μαζί σε εστιατόριο της μαρίνας. Την επόμενη μέρα, είχαμε να διανύσουμε περίπου πενήντα μίλια για την Korcula. Όσο περιμέναμε να μας σερβίρουν, άδειασα τις περισσότερες από χίλιες φωτογραφίες στο laptop, για να τις δούμε όλοι μαζί. Ήταν κάτι που έμελλε να μας απασχολήσει πολύ.
Ο ανεφοδιασμός γίνεται εύκολα και γρήγορα, δένοντας στον εξωτερικό ντόκο. Ο Milos, ένας θεόρατος Κροάτης ιδιαίτερα ευχάριστος και ομιλητικός, δήλωσε μεγάλος fun της χώρας μας, καθώς είχε φίλους που έπαιζαν πόλο σε ελληνικές ομάδες. Είχε μάλιστα επισκεφθεί τη χώρα μας και σκόπευε να κάνει το ίδιο τα Χριστούγεννα. Στην Κροατία πρώτο σπορ, είναι το πόλο. Ποδόσφαιρο και μπάσκετ, που τόσο διακρίνονται, έπονται. Όσο για τη βενζίνη, κοστίζει περίπου 1,15 ευρώ.
Πριν αφήσουμε το Dubrovnik, αναζητήσαμε πάγο, σε συγκεκριμένο σημείο στο εμπορικό λιμάνι. Αργήσαμε όμως, καθώς κάτι τέτοιο θα μπορούσε να γίνει μέχρι τις δέκα το πολύ έντεκα το πρωί. Νότια στο Dubrovnik βρίσκεται ένα μικρό κατάφυτο νησάκι, το Lokrum, που το λένε και νησί της αγάπης, καθώς στα παλιότερα χρόνια έβρισκαν καταφύγιο εκεί οι ερωτευμένοι επώνυμοι. Βόρεια, αρχίζει η πολυσχιδής συστάδα των νησιών της Νότιας Δαλματίας. Βρίσκονται με τη σειρά Kolpcep, Lopud, Sipan, Jakljan, που οι αρχαίοι Έλληνες ονόμαζαν Ελαφονήσια και κατόπιν η χερσόνησος Pejesac, που μοιάζει με νησί. Μπήκαμε στο κανάλι Kolocepski, αφήνοντας τα δύο πρώτα νησιά αριστερά μας. Περάσαμε ανάμεσα από το Lopud και το Sipan και κατευθυνθήκαμε γιατί το μακρόστενο - όπως όλα σχεδόν – νησί Mljet. Ο καιρός ήταν τέσσερα θάλασσας και πέντε αέρα και όσο ήμασταν πίσω από τα μικρά νησιά δεν μας ενοχλούσε καθόλου. Βγαίνοντας στο κανάλι για το Mljet, βρήκαμε μικρό και κοντό κυματισμό, που επίσης δεν μας ενόχλησε καθόλου.
Το Mljet, κατοικημένο και αυτό από αρχαίους Έλληνες που το ονόμαζαν Μελίτα, διαθέτει ένα και μόνο οδικό άξονα, που διατρέχει το νησί από τη μία άκρη στην άλλη. Οι ακτές του είναι απόκρημνες, σχηματίζονται όμως κάποιοι μικροί φιλόξενοι όρμοι. Χωθήκαμε σε έναν από αυτούς, στο ψαροχώρι Luka, όπου κάναμε το πρώτο μας μπάνιο στην Κροατία. Το περιβάλλον, πολύ λίγο διαφέρει από αντίστοιχα ελληνικά. Δύο ώρες αργότερα, συνεχίσαμε πλέοντας παράλληλα στις ακτές. Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον, παρουσιάζει το βόρειο τμήμα του νησιού, καθώς περιβάλλεται με πολλά μικρά νησιά που σχηματίζουν κανάλια. Μπήκαμε σε ένα από αυτά και στο βάθος του όρμου βρίσκεται το χωριό Polace. Τριγύρω διακρίνονταν μικρά και μεγάλα σκάφη, αγκυροβολημένα στα ήρεμα νερά. Ολόκληρο το βόρειο τμήμα του νησιού, που διαθέτει και λίμνη, είναι χαρακτηρισμένο εθνικό πάρκο.
Από το Mljet, ο κάβος Raznjic της Korcula, απέχει 9,5 μίλια. Ο καιρός ήταν καλός και φτάσαμε εύκολα. Πρώτο δείγμα γραφής για το νησί θετικό, καθώς στην περιοχή υπήρχαν πολλές βραχονησίδες και παραθεριστικοί οικισμοί σε κατάφυτη περιοχή και τιρκουάζ νερά. Κινηθήκαμε ανάμεσα στα μικρά νησιά, με προορισμό τη μαρίνα, που βρίσκεται ακριβώς δίπλα στον οικισμό.
Εδώ, οι εγκαταστάσεις είναι μικρότερες και υπάρχουν θέσεις για 159 σκάφη στο νερό και 16 εκτός. Μετά τις διατυπώσεις, μεσημέρι πια, βγήκαμε για την πρώτη αναγνωριστική βόλτα. Βρήκαμε ένα καλό εστιατόριο και απολαύσαμε το πρώτο μας γεύμα στο νησί, με θέα το λιμάνι και την παλιά πόλη. Τα παιδιά βέβαια, έκαναν και το δεύτερο μπάνιο τους. Στη συγκεκριμένη περιοχή δεν υπάρχουν πολλές παραλίες, παρά μόνο διαμορφωμένοι χώροι για μπάνιο.
Όπως ολόκληρη η ευρύτερη περιοχή, και η Korcula, αποικίστηκε από Έλληνες, ήδη από τον 6ο π. Χ. αι. Η πιο σημαντική από αυτές που βρίσκεται στη θέση της σημερινής Lumbarda. Είναι μία κωμόπολη που απέχει περίπου πέντε χιλιόμετρα από την παλιά πόλη. Μάλιστα εκεί υπάρχει και μία δεύτερη μαρίνα, άλλης εταιρείας. Αναμφίβολα, το πιο σημαντικό τουριστικό σημείο στο νησί, είναι η παλιά πόλη. Είναι χτισμένη πάνω σε μία μικρή χερσόνησο που εισχωρεί στη θάλασσα και πολλοί την αποκαλούν " μικρό Dubrovnik ". Οι ομοιότητες είναι πολλές. Παλιά πέτρινα κτήρια, στενά καλντερίμια και σοκάκια απλωμένα σαν δίχτυ μέσα στον οικισμό, που προστατεύεται από μεγάλα οχυρά τείχη και στρογγυλούς πύργους.
Βάλαμε τα καλά μας και περπατήσαμε τα λίγα μέτρα που μας χωρίζουν από την είσοδο της μαρίνας, μέχρι τον παραλιακό δρόμο. Λίγα μέτρα πιο πέρα, μετά τα πρώτα σπίτια, ήταν η είσοδος της παλιάς πόλης. Εδώ, ισχυρίζονται πως γεννήθηκε ο μεγάλος εξερευνητής Μάρκο Πόλο, το 1254. Μάλιστα υπάρχει και το σπίτι του, που λειτουργεί σαν μικρό Μουσείο και προσελκύει επισκέπτες. Κατέληξε βέβαια, όπως είναι γνωστό, σε μία φυλακή στη Γένοβα. Είναι περισσότερο βέβαιο πως έλκει την καταγωγή του από την περιοχή, από το ότι πραγματικά γεννήθηκε εδώ. Η πόλη, βρέθηκε στη μεγαλύτερη ακμή της περί τον 16ο αιώνα, όταν ζούσαν εδώ περισσότεροι από τους έξι χιλιάδες άνθρωποι.
Η είσοδος στην παλιά πόλη, γίνεται από μία μεγάλη πύλη στη νότια πλευρά του κάστρου. Στην αρχή υπήρχε μία ξύλινη γέφυρα, που έδωσε τη θέση της στα σκαλοπάτια που βλέπουμε σήμερα. Ανηφορίζοντας ο δρόμος οδηγεί στον πύργο Veliki Revenin, όπου αξίζει να ανεβείτε καθώς η θέα είναι μοναδική πάνω από τις κεραμοσκεπές των σπιτιών, αλλά και στην ευρύτερη περιοχή, καθώς και στη μαρίνα. Η ατμόσφαιρα, είναι κι εδώ γοητείας και μυστηρίου. Παντού υπάρχουν παλιά σπίτια και αρχοντικά από γκρίζα πέτρα. Όπως και στο Dubrovnik, δεν υπάρχει τίποτε που να αλλοιώνει την αυθεντικότητα του χώρου. Δεν υπάρχουν τα ενοχλητικά φώτα νέον, κραυγαλέες επιγραφές, τα εμπορεύματα στα λιθόστρωτα. Υπάρχει βαθύς σεβασμός στην παράδοση και στο περιβάλλον, αυτό που εκτιμούν όλοι όσοι έρχονται για να το απολαύσουν. Υπάρχουν παντού σκορπισμένα μαγαζάκια, καφέ, εστιατόρια και ταβέρνες, με έναν τρόπο όμως που πρέπει περισσότερο εμείς να τα ανακαλύψουμε, καθώς η παρουσία τους είναι λιτή και διακριτική.
Στην ανατολική πλευρά της πόλης, κάτω από το Κάστρο, στον παραλιακό δρόμο, απολαύσαμε το βαθύ δειλινό με ένα καλό καφέ. Τα χρώματα άλλαζαν, η μέρα έδινε τη θέση της στη νύχτα. Τα φώτα είχαν ανάψει, δίνοντας κι αυτά ένα διαφορετικό τόνο στο σκηνικό της παλιάς πόλης. Ώρες ευδαιμονισμού, με απλά πράγματα, σ’ ένα όμορφο τόπο.
Δειπνήσαμε σε ένα μικρό καταπληκτικό ταβερνάκι πάνω από τη μαρίνα, όπου όταν άκουσαν πως είμαστε Έλληνες, έβαλαν αμέσως ελληνική μουσική. Τι να πεις, όταν μπορείς να απολαύσεις τέτοιες στιγμές, έχοντας και την ικανοποίηση της αποδοχής. Αυτοί οι άνθρωποι είναι ξεχωριστοί και μας το έδειχναν σε κάθε μας βήμα. Επιστρέφοντας στο φουσκωτό, άρχιζε η περιπέτεια που ανέφερα πιο πριν, φεύγοντας από το Dubrovnik. Τακτοποιώντας κάποια πράγματα, ανακάλυψα πως είχα ξεχάσει το laptop, με ολόκληρη την τσάντα στο εστιατόριο που φάγαμε τελευταία φορά. Προσπάθησαν να επικοινωνήσω με τα γραφεία της μαρίνας, όμως λόγω του προχωρημένου της ώρας ήταν κλειστά, όπως άλλωστε και τα γραφεία της εδώ. Μη έχοντας τι άλλο να κάνω, μίλησα στον πρώτο άνθρωπο της μαρίνας που βρήκα μπροστά μου. Ήταν ο Nicola και όπως αποδείχθηκε αργότερα τον είχε στείλει ο Θεός. Του εξήγησα το πρόβλημα μου, και τον παρακάλεσαν αν μπορούσε να βρει το τηλέφωνο του εστιατορίου στο Dubrovnik, μέσω της τηλεφωνικής τους εταιρείας. Χωρίς δεύτερη σκέψη, παράτησε οτιδήποτε είχε να κάνει και κάθισε μαζί μου προσπαθώντας να με εξυπηρετήσει. Μιλούσε αρκετή ώρα στο κινητό του και στο τέλος μου είπε πως ο αριθμός δεν ήταν καταχωρημένος. Προς στιγμή μαζεύτηκε μεγάλη απογοήτευση. Όμως ο Nicola είχε τις λύσεις. Χωρίς χρονοτριβή τηλεφώνησε σε έναν φίλο του σκίπερ που ήξερε πως ήταν στο Dubrovnik και τον παρακάλεσε να δει τι μπορεί να κάνει. Τηλεφώνησε επίσης σε τρεις φίλους του, που ήξερε πως είχαν φίλους εκεί, παρακαλώντας τους για το ίδιο πράγμα κι αναζήτησε και κάποιον άλλον, που ήξερε πως σήμερα θα πήγαινε εκεί. Δεν ξέρω πόσους ανθρώπους έβαλε να ψάχνουν, όμως σε δέκα λεπτά, κάποιος απ όλους τον ειδοποίησε πως βρήκαν το τηλέφωνο του εστιατορίου, μίλησαν με την ιδιοκτήτρια, και η τσάντα με το laptop ήταν στο γραφείο της. Γύρισε και μου είπε πως αφού βρέθηκαν τα πράγματα μου, θα έπρεπε να βρεθεί και τρόπος για να τα πάρω. Το τελευταίο τηλεφώνημα ήταν στον αδελφό του, που ούτε λίγο ούτε πολύ του είπε, πως τις δουλειές που είχε να κάνει στο Dubrovnik έπρεπε να τις κάνει αύριο, για να πάρει και το laptop να το φέρει στην Korcula. Περιττό να πω, πως είχα μείνει άναυδος, αμήχανος και δεν πίστευα στην τύχη μου. Για να μην επιστρέφω για την κατάληξη της ιστορίας αυτής αργότερα, την επόμενη μέρα στις έξι το απόγευμα, ο αδερφός του μου έφερε τα πράγματα μου μαζί με ένα τεράστιο χαμόγελο. Εκτός από το ευχαριστήριο γράμμα του στη διεύθυνση της μαρίνας, ετοιμάζω και μία πρόσκληση για να τον φιλοξενήσω τα Χριστούγεννα στο σπίτι μου.
Όμως οι εκπλήξεις από τον Nicola, δεν σταμάτησαν εδώ. Αφού είχαμε βρει το laptop και τα πράγματα είχαν πάρει το δρόμο τους, πιάσαμε και την κουβέντα για διάφορα θέματα. Έτσι μεταξύ άλλων, μου είπε πως χορεύει σε ένα τοπικό συγκρότημα παραδοσιακών χορών και ότι την επόμενη το βράδυ στο ανοιχτό θέατρο που βρισκόταν στην ανατολική πλευρά της, πόλης δίπλα στη θάλασσα, θα δινόταν μία παράσταση που λέγεται sword dance - " ο χορός των σπαθιών ". Ο χορός αυτός, όπως μου είπε, γινόταν για πολλούς αιώνες σε πολλά μέρη της Μεσογείου, όμως για τους τελευταίους τέσσερις - πέντε αιώνες, γίνεται μόνο σε αυτό εδώ το μέρος. Δεν μπορώ να πω ότι ενθουσιάστηκα, καθώς και η γλώσσα μου είναι άγνωστη, το ίδιο τα έθιμα και οι παραδόσεις. Υποσχέθηκε όμως ότι θα πάω οπωσδήποτε. Το κουβεντιάσαμε όλοι μαζί στην παρέα, και είπαμε πως αν μη τι άλλο, είναι κάτι που θα πρέπει να το δούμε έστω και αν τελικά δεν μας αρέσει.
Κάναμε και τους δύσκολους. Πιάσαμε από νωρίς μία καλή θέση, ήθελα να βγάλω και φωτογραφίες τον Nicola. Στην αρχή το πρόγραμμα περιλάμβανε χορούς και τραγούδια από κάποια παραδοσιακά συγκροτήματα της κάτω Ιταλίας. Καμία σχέση με τη μεγάλη Ελλάδα. Το " σενάριο " της χορογραφίας, λέει πως από τις δύο ομάδες - φυλές, τους μαύρους και τους κόκκινους, οι μαύροι " έκλεψαν την " την πριγκίπισσα από τους κόκκινους παρά τη θέληση της. Οι κόκκινοι για να αποκαταστήσουν τα πράγματα έπρεπε να την πάρουν πίσω. Και εκεί αρχίζει ο χορός. Μια εκπληκτική, μοναδική παράσταση, που τα είχε όλα. Εξαιρετικά κοστούμια, μοναδικό συγχρονισμό κινήσεων από τους περίπου σαράντα χορευτές, που κρατούσαν κάποια μικρά σπαθιά, γύρω στα σαράντα εκατοστά και χόρευαν κραδαίνοντας και χτυπώντας τα. Ο κρότος από τα χτυπήματα των σπαθιών, ήταν κι αυτός μέρος της χορογραφίας. Ήταν τόση η δύναμη του τα χτυπούσαν, που πολλές φορές έβγαζαν σπίθες. Η χορογραφία κράτησε περίπου πενήντα λεπτά. Στο τέλος, ο κόσμος χειροκροτούσε όρθιος.
Κατά τα λοιπά, το πρωί είχε προηγηθεί μία καλή βόλτα ξανά μέσα στην παλιά πόλη, μικροαγορές αναμνηστικών, πρωινό και καφές στη σκιά των δέντρων πάνω στο οχυρό και βόλτα για τα παιδιά με πλοιάριο για να κάνουν μπάνιο. Ξημέρωνε Παρασκευή κι έπρεπε να προετοιμαστούμε για την επιστροφή. Είχαμε ήδη αρχίσει να κάνουμε σχέδια, για περισσότερες μέρες του χρόνου.
Για την επιστροφή, είχαμε συμφωνήσει να κατεβούμε μέχρι τοBar στο Montenegro. Ήταν κάπου εκατόν δέκα μίλια νοτιότερα από το σημείο που βρισκόμασταν. Έτσι, θα μοιράζαμε αρκετά τα μίλια της επιστροφής και βέβαια θα κάναμε ανεφοδιασμό. Ξεκινήσαμε χαλαρά το πρωί της Παρασκευής ξέροντας πως η απόσταση δεν ήταν πολύ μεγάλη αφενός και ο καιρός καλός. Κάπου εκεί στη μέση της διαδρομής προς το Dubrovnik όμως, θυμήθηκα πως δεν είχαμε κάνει έξοδο από τη χώρα. Έπρεπε λοιπόν να μπούμε ξανά εκεί, για τις σχετικές διαδικασίες. Αυτό και κάναμε. Η παρέκκλιση ευτυχώς ήταν πολύ μικρή. Λογαριάζαμε μάλιστα να πάρουμε και πάγο αν προλαβαίναμε και πάλι. Εκεί όμως μας ήρθε η αναποδιά. Όπως μας είπε το αρμόδιο όργανο , αφού θα κινούμασταν νότια, θα κάναμε έξοδο από το Cavtat, που είχαμε επισκεφθεί οδικά.
Αφήσαμε πίσω μας οριστικά το Dubrovnik, με τις καλύτερες εντυπώσεις. Έπειτα από μισή ώρα περίπου, δέσαμε στο μικρό λιμάνι του Cavtat, αναζητώντας την τοπική λιμενική αρχή. Εκεί μας ενημέρωσαν, όπως θα έπρεπε να κινηθούμε νοτιότερα λίγο, στον ανοικτό όρμο. Tα πράγματα δυσκόλευαν, γιατί το μέρος ήταν ανοιχτό στο βοριά, που είχε ήδη φρεσκάρει αρκετά. Υπήρχε ένας μικρός ντόκος στον οποίο ήδη βρισκόταν δεμένο ένα ιστιοπλοϊκό, που το πλήρωμα του περίμενε την ίδια διαδικασία. Όταν το είδα να ανεβοκατεβαίνει πάνω στον ντόκο και το πλήρωμα του μόλις και μετά βίας να το κρατάει ασφαλές, κατάλαβα πως κινδυνεύαμε να πάθουμε ζημιά. Έδεσα με χίλιες προφυλάξεις ανασύροντας από το ταμπούκι περισσότερα μπαλόνια. Το αντιμάμαλο ήταν τόσο έντονο, που θα το φουσκωτό σηκωνόταν πάνω από το ντόκο. Διαμαρτυρήθηκα στο Λιμενικό όργανο, πως αν συνεχίζαμε έτσι θα γινόταν ζημιά. Μου απάντησαν πολύ ευγενικά, πως κάνουν ότι μπορούν και πως θα τελειώσουν σύντομα. Αναλώθηκα να κρατάω το φουσκωτό με τα χέρια μαζί με το γιο μου τον Γιάννη. Η γυναίκα μου η Γιούλη, έτρεχε πανικόβλητη στο Λιμεναρχείο να πάρει τα απαραίτητα έγγραφα. Το ίδιο επαναλήφθηκε και με τα άλλα σκάφη της παρέας μας. Ευτυχώς καταφέραμε να φύγουμε χωρίς απώλειες.
Είχαμε λίγο περισσότερα από πενήντα μίλια να καλύψουμε, μέχρι το Bar του Montenegro. Ο καιρός ήταν τέσσερα φρέσκα και τον είχαμε στην πλάτη. Δεν μας ενοχλούσε ιδιαίτερα, παρά μόνο όταν ανεβάζαμε λίγο στροφές. Έτσι χαλαρά, με περίπου 20 – 22 κόμβους, έπειτα από δυόμισι ώρες με στάση, βρεθήκαμε στην είσοδο της μαρίνας.
Το Bar, είναι ένα από τα σπουδαιότερα εμπορικά λιμάνια της χώρας. Συνολικά στις ακτές υπάρχουν τρεις μεγάλες οργανωμένες μαρίνες. Δεν είναι μεγάλη η πόλη, περίπου δεκατρείς χιλιάδες κάτοικοι μένουν εκεί. Οι εγκαταστάσεις στη μαρίνα, σε καμία περίπτωση δεν έχουν τη λάμψη αυτών της Κροατίας. Υπάρχουν βέβαια όλα όσα θα περίμενε να βρει κανείς σε ένα τέτοιο μέρος. Το πρατήριο καυσίμων βρίσκεται κοντά στην είσοδο, το εστιατόριο είχε αρκετά πλούσιο μενού και κρύες μπύρες. Η διαδικασία για την δήλωση μας στις αρμόδιες αρχές, ήταν λίγο σπονδυλωτή, με την έννοια πως έπρεπε να παρουσιαστούμε στα γραφεία της μαρίνας για την πρώτη δήλωση παρουσίας, να παρουσιαστούμε σε παρακείμενο αστυνομικό κλιμάκιο και τελωνείο, που με τη σειρά του θα βεβαίωνε το καλώς έχειν στη λιμενική αρχή που θα μας χορηγούσε την άδεια κυκλοφορίας. Μπορεί όλα αυτά να φαίνονται πολύπλοκα και κουραστικά, έγιναν όμως σχετικά γρήγορα, χάρις και στη βοήθεια του προσωπικού της μαρίνας. Για την παρουσία μας εκεί και την διανυκτέρευσε μας μόνο, έπρεπε να πληρώσουμε 27 ευρώ το κάθε σκάφος. Για να πάρουμε άδεια εξόδου από τις εγκαταστάσεις και να πάμε μέχρι την πόλη, έπρεπε να πληρώσουμε συνολικά περίπου 250 ευρώ επιπλέον. Ήταν ήδη απόγευμα όταν καταλήξαμε σε όλα αυτά, τα χρήματα μας φάνηκαν πολλά, κι αποφασίσαμε ότι αφού θα ξεκινούσαμε πολύ νωρίς το πρωί, θα έπρεπε να ξεκουραστούμε αρκετά.
Ορίσαμε ένα σημείο στη θαλάσσια περιοχή έξω από τα χωρικά ύδατα της Αλβανίας, και πριν να φανεί ο ήλιος, αφήναμε πίσω μας την είσοδο της μαρίνας. Ο καιρός ήταν μπουνάτσα, αλλά σύμφωνα με τις προβλέψεις που θα υπήρχαν και κάποια τοπικά τεσσαράκια, κυρίως οφειλόμενα σε ρεύματα από τους ορεινούς όγκους. Επί τρεις ώρες ταξιδεύαμε με 26 – 28 κόμβους και όλα πήγαιναν καλά. Ανεβαίνοντας ο ήλιος, δεν επηρέασε σοβαρά την κατάσταση της θάλασσας, φθάνοντας μόλις μέχρι τα τρία μποφόρ. Έγινε μία μικρή στάση και συνεχίσαμε παραπλέοντας από μακριά τις ακτές της Αλβανίας. Είδαμε και δύο τρεις πυρκαγιές που μάλλον θα έκαιγαν ανεξέλεγκτες. Εκείνο που μας εντυπωσίασε, είναι πως δύο φορές για αρκετά μίλια, η θάλασσα είχε ένα γλυκύτατο τιρκουάζ χρώμα, έστω κι αν ο βυθός εκεί έδειχνε πως ήταν τουλάχιστον το μισό χιλιόμετρο κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας.
Όλο που από μακριά χάνει κι ο χαμηλός όγκος της Ερεικούσας. Ήταν ο στόχος μας επί ελληνικού εδάφους. Τα τελευταία μίλια για θάλασσα είχε ήταν απολύτως ήρεμη κι άρχισαν τα παιχνίδια με τις φωτογραφικές μηχανές. Δέσαμε μπροστά στον οικισμό που είναι χωμένος μέσα στην πυκνή βλάστηση για το μπάνιο της ημέρας, απολαμβάνοντας τον καταπληκτικό καιρό και την τεράστια πεντακάθαρη αμμουδιά. Δεν θα διανυκτερεύαμε εκεί, η Λάκκα στους Παξούς, είναι καλό και ήσυχο μέρος για να ξεκουραστούμε το βράδυ. Όμως δεν έγινε έτσι. Εγώ δεν είχα ανάγκη από ανεφοδιασμό και η ξεκίνησα πρώτος για την Λάκκα, πλέοντας δυτικά της Κέρκυρας. Οι υπόλοιποι κατευθύνθηκαν για ανεφοδιασμό στα Γουβιά. Εκεί όμως υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση, γιατί το πρατήριο καυσίμων ήταν κλειστό. Αποτέλεσμα ήταν να περάσει η ώρα και να πέσει και ομίχλη. Έκριναν πως δεν ήταν φρόνιμο να ξεκινήσουν με τέτοιο καιρό, βράδυ με ομίχλη και γι αυτό διανυκτέρευσαν εκεί. Βρεθήκαμε την επόμενη το πρωί, αφού ορίσαμε συγκλίνουσες πορείες, και περίπου στα μισά της απόστασης μέχρι την είσοδο στο δίαυλο της Λευκάδας, ταξιδεύαμε και πάλι μαζί. Τα τελευταία μίλια, από το στενό της Λευκάδας και κάτω τα καλύψαμε γρήγορα και εύκολα καθώς η θάλασσα ήταν ήρεμη. Μπήκαμε στο φιλόξενο λιμανάκι του Μύτικα και η δέσαμε πρόχειρα. Αυτοκίνητα και τρέιλερς στη σειρά, ανέλκυση και 380 χιλιόμετρα οδικά μέχρι το καβούκι μας.
Συνοψίζοντας και σχολιάζοντας, θα λέγαμε πως ο καιρός γενικά ήταν καλός, με εξαίρεση τις πρώτες δύο μέρες μέχρι την Ιταλία. Η απόφαση μας να πραγματοποιήσουμε το ταξίδι αυτό με τις οικογένειες σε πλήρη σύνθεση, μας δικαίωσε πλήρως. Τα παιδιά είχαν υποδειγματική συμπεριφορά, χωρίς παράλογες απαιτήσεις και βοήθησαν με τον τρόπο τους να γίνουν τα πράγματα πιο εύκολα και έτσι να ζήσουμε όλοι μαζί μία εξαιρετική εμπειρία. Εκείνο που μας άφησε βαθύ εντυπωσιασμό, είναι ο τρόπος με τον οποίο η Κροατία κατόρθωσε να επουλώσει τις πληγές του πολέμου, γρήγορα και αποτελεσματικά. Το τουριστικό ρεύμα διευρύνεται συνεχώς και μόνο πέρυσι επισκέφθηκαν τη χώρα περισσότερα από έντεκα εκατομμύρια τουρίστες. Οι άνθρωποι εκεί, έχουν μία έμφυτη ευγένεια που την διαπιστώνει κανείς σε κάθε του βήμα. Χαμογελαστοί, εγκάρδιοι, φιλικοί, πρόσχαροι, φιλότιμοι. Όσο για εμάς, τους … ενήλικους, φίλοι από χρόνια, ανανεώσαμε το ραντεβού για του χρόνου, στην ανατολική λεκάνη της Μεσογείου …
Κλείνοντας, για λογαριασμό όλων, θα ήθελα να ευχαριστήσω όσο πιο θερμά δεν γίνεται την NESTLE για την ευγενική της χορηγία, που ήταν και ο βασικός λόγος για την πραγματοποίηση του ταξιδιού μας.
 

Powered by Blog - Widget