MENU
MENU

3ήμερο στην Πάρο.

Κείμενο - φωτογραφίες : Δημήτρης Καραγεωργίου


 


Να δεις πως το λένε, εκείνο που παίρνουνε τα φουσκωτά και φεύγουν … Εκείνο που τρυπώνουνε στις ταβέρνες και τα μπαράκια και τους θυμούνται για καιρό … Εκείνο που το συζητάνε μέρες πριν και δεν τους το κόβει ούτε ο καιρός … Πως το λένε ρε παιδί μου … πως το λένε ... Α! Θυμήθηκα.

Αντρικό …Έτσι μονολεκτικά, λένε οι φίλοι στη Λέσχη Φουσκωτών Σκαφών ‘ ΙΑΣΩΝ ‘ τις παρέες που μαζεύονται και αποφασίζουν στο ‘ φτερό ‘ τη βόλτα της ημέρας, του τριήμερου. Λένε και άλλα αυτοί, αλλά ετούτες οι κοπάνες, έχουν άλλη γοητεία. Είναι … μοναχικές βλέπεις. Χωρίς τα οικογενειακά βάρη. Όχι πως είναι και χωρίς αντίκρισμα, μη τρελαθούμε κιόλας. Αλλά μια ντουζίνα φίλοι, με κοινό μέσο μεταφοράς, ίδια χούγια και χαβά, ε δεν είναι και συνηθισμένη παρέα. Αντρικό βέβαια, λένε και άλλοι κάποια δικά τους χούγια. Αλλά αυτό δεν ανήκει σε κανένα. Όποιος θέλει μπορεί να το λέει έτσι. Αρκεί να το κάνει κιόλας.
Στην αρχή, το πλάνο είχε απόπλου το απόγευμα της πέμπτης, με διανυκτέρευση κάπου κοντά, Τζια η Κύθνο. Διάφορες υποχρεώσεις, απέκλεισαν αρκετούς και έτσι τα πληρώματα συγκεντρώθηκαν κανονικά το πρωί της παρασκευής, ανήμερα της επετείου της 25ης Μάρτη. Τρία τα φουσκωτά, δύο EAGLE STORM X με ζευγάρια VERADO 300 και ένα GREAT WHITE 9.30 με ζευγάρι YAMAHA 250. Ανεφοδιασμός και προετοιμασία είχε γίνει από την προηγούμενη και έτσι λίγα πράγματα έπρεπε να γίνουν προ απόπλου.
Καθέλκυση από την – το ξαναλέω – απίστευτη γλίστρα της Αναβύσσου, που οι επαγγελματίες βλέπουν τα αυτοκίνητα τους να κολυμπάνε κυριολεκτικά για να ρίξουν και να βγάλουν τα σκάφη και σφυρίζουν αδιάφορα. Πέσαμε στο νερό και κάναμε το σταυρό μας. Σχεδόν όλοι, ήμασταν γνωστοί μεταξύ μας. Οι μανέτες χαμήλωσαν και άρχισε το ταξίδι. Προορισμός, η Νάουσα της Πάρου. Κάπου 75 μίλια δρόμος, με πολύ καλές συνθήκες σε αέρα και θάλασσα. Η αντάρα με τα εφτάρια των τριών προηγούμενων ημερών, είχε περάσει για τα καλά.
Μια ώρα πλεύσης συμπληρωμένη και καβατζάραμε τον Κέφαλο. Ίδια μπουνάτσα και εδώ, με 30 κόμβους σταθερούς, πλην ενός τρίλεπτου, όπου οι μανέτες έπεσαν στο πάτωμα και άρχισε ένα κυνηγητό ανάμεσα στα δύο EAGLE. Κατά τι ταχύτερο, αναδείχθηκε το DALTONS, με τη σημείωση πως στο EVANS είχε εξαμελές πλήρωμα. Και κατόπιν πίσω στα γνωστά, με τους 30 κόμβους κλπ.
Δυόμιση ώρες αργότερα, έχοντας αναλύσει την παγκόσμια επικαιρότητα, μπαίναμε στη μικρή και καλά οργανωμένη μαρίνα της Νάουσας. Pillars παροχών, έτοιμα ρεμέτζα, φαρδύς ντόκος με parking άντε και κάτι καλά μεζεδοπωλεία και cafe, λίγα μόλις μέτρα απέναντι. Δέσαμε και βγήκαμε για μια … αναγνωριστική των ανοικτών εδεσματοπωλείων κατόπτευση, που μας οδήγησε με συνοπτικές διαδικασίες στην πρώτη … ανασυγκρότηση. Λίγο γκουρμέ – σε όψη και ποσότητα, αλλά με καλές γεύσεις, θέα τα κρεμασμένα χταπόδια και ενίοτε τα αυτοκίνητα ντόπιων, που θέλουν πάντα να δίνουν το … τοπικό χρώμα …
Ε, τι να κάνουμε, μας πήρε λίγο η ώρα για τη μεσημβρινή ανάπαυση, αλλά έστω και έτσι, βρεθήκαμε ντούροι και πανέτοιμοι για την πρώτη μπαρότσαρκα. Αν και προτάσεις υπάρχουν πολλές, στην παρούσα φάση οι επιλογές ήταν σαφώς πιο περιορισμένες. Δεν έμεινε κανείς παραπονεμένος, μέχρι και live μουσική υπήρχε σε ένα - δύο στέκια. Καταλήξαμε εν πάση περιπτώσει σε ένα από αυτά, με επίλογο γύρω στις τέσσερις το πρωί.
Χαλαρό το ξύπνημα την επομένη, καφεδάκια στη λιακάδα και κατά τις μία, ρότα για Αντίπαρο. Ο καιρός ήταν λίγο πιο φρέσκος από χθες, μαΐστρος στα γεμάτα τέσσερα, με κοφτό και ακανόνιστο κυμματισμό. Δεν χρειάστηκε σινιάλο και τα δύο EAGLE βρέθηκαν να κατεβαίνουν δίπλα – δίπλα, όρτσα με 40+ κόμβους, χαρίζοντας στα απέναντι πληρώματα μοναδικές εικόνες. Έστω και από εδώ, συμπληρώνω τις εντυπώσεις μου για τα σκάφη αυτά μέχρι τώρα, με την μοναδικά αίσθηση σταθερότητας και απόσβεσης, με το GPS να παίζει στους 40 - 41 κόμβους. Και επειδή τα 13 μίλια μέχρι το λιμάνι της Αντιπάρου είχαν και κάτι αβαθή πιο ψηλά, οι στροφές έπεσαν και έπιασαν δουλειά οι χάρτες και οι … βιγλάτορες των πληρωμάτων που σάρωναν το πεδίο. Δέσαμε σε μια μεριά του ντόκου κάτω από την εκκλησία και βγήκαμε στο σεργιάνι. Μπόλικη ησυχία, εν όψει της σεζόν, με λίγα μαγαζιά να έχουν ανοικτές τις πόρτες. Επιστρέψαμε στην παραλία και αρκεστήκαμε σε καφεδάκι, για να μη … βαρύνουμε λέει για το ‘ ταξίδι ’. Η αλήθεια είναι, πως θέλαμε να έχουμε τα δωμάτια κοντά, γιατί είχαμε και τη μπάλα το βράδυ. Της Εθνικής μας με τη Μάλτα. Εκεί βέβαια, φάγαμε … σούπα για ένα χρόνο. Τι να λέμε τώρα. Όσο για τα καταλύματα, το γλυκύτατο Κατερινάκι μας φόρτωσε τις αποσκευές και με 200 μέτρα δρόμο και καμιά 40αριά σκαλοπάτια, ανεβήκαμε στο ξενοδοχείο ‘ SENIA ‘ με την εξαιρετική θέα σε ολόκληρο τον όρμο και μεγάλο μέρος του οικισμού. Με καθαρά δωμάτια, μπαλκόνια και καθημερινό room service.
Στο ταβερνάκι δίπλα στη μαρίνα, είχε από νωρίς φτιάξει τραπέζι μια μεγάλη τραγουδοπαρέα, με όργανα, κέφι και πλούσιο ρεπερτόριο που μας παρέσυρε πολλές φορές στο τραγούδι. Εμείς όμως, πιστοί στον ιερό σκοπό, λαδώσαμε λίγο τις μηχανές και τραβήξαμε το δοξασμένο δρόμο για τα μπαράκια. Τώρα το που, δεν έχει σημασία, καθότι δεν ήταν ένα. Μόλις λίγο μας τα χάλαγε η μουσική, είχαμε τσεκαρισμένη την εναλλακτική. Δεν ξημέρωσε κιόλας για να βρούμε τα δωμάτια, καθότι η ώρα είχε αλλάξει. Και έτσι χαρωπά, τραβήξαμε τα σκεπάσματα – όσοι τα κατάφεραν, βεβαίως – βεβαίως …
Κυριακή γιορτή και σχόλη, άντε και να πάτε για δουλειά, γιατί το ασφαλιστικό έχει προβλήματα και πρέπει να το στηρίξετε – λέω εγώ και με βρίζουν οι υπόλοιποι. Κόντευε μεσημέρι όταν λύσαμε κάβους και βάλαμε ρότα για τον Μέριχα. Ανεφοδιασμός για όλους , από το πιο καθαρό βυτίο που θυμάμαι να έχω δει σε κυκλαδονήσι και την ‘ ΟΣΤΡΙΑ ‘ ταβέρνα απέναντι από την ‘ ιχθυόσκαλα ‘. Εκεί συμφωνήσαμε όλοι, πως επειδή τριήμερα σαν αυτό που περάσαμε δεν μας προκύπτουν συχνά, μπορεί να είναι και ‘ απλά ‘ σαββατοκύριακα μέχρι την Ύδρα π.χ. Διότι σκοπός δεν είναι ο προορισμός, αλλά η παρέα. Και όταν σου ‘ βγαίνει ‘ πρέπει να το ξανακάνεις. Να τα λέμε αυτά …
 

Powered by Blog - Widget