MENU
MENU

Διακοπές 2017. Μέρος πρώτο - ΛΕΡΟΣ

Έχοντας πλέον αποδεχθεί και προσαρμοστεί στην τελευταίων ετών πραγματικότητα που μας έχει επιβληθεί – ας προσέχαμε, η χρονιά που μας πέρασε, ήταν εκείνη όπου κατάφερα να μείνω περίπου δύο μήνες στη θάλασσα, να τρώω, να πίνω και να κοιμάμαι στο φουσκωτό μου. Έπειτα από την ολική … ανακαίνιση, έχω πλέον ακόμη περισσότερες δυνατότητες και ευκολίες διαμονής και φιλοξενίας.
 

Τις εντυπώσεις, εμπειρίες και πληροφορίες που αποκόμισα από αυτή την περιπλάνηση, τις καταγράφω εδώ, χωρισμένες σε ενότητες, με την προοπτική να φανούν χρήσιμες σε όσους αποφασίσουν να κάνουν κάτι ανάλογο. Σε κάθε περίπτωση, έχω να πω πως κάτι τέτοιο, θα γίνει και εφέτος πρώτα ο Θεός, αν είμαστε καλά. Αν θα είναι στην ίδια, μικρότερη ή μεγαλύτερη κλίμακα, θα το δείξουν οι αποταμιεύσεις, σε έξι μήνες από τώρα. Η αρχή πάντως, έχει γίνει.
 

Η έκδοση των εισιτηρίων, αποδείχθηκε εξαιρετικά ψυχοθφόρος και κουραστική διαδικασία. Η αρχή, έγινε με την αγορά κάρτας κινητού από την Vodaphone. Η προσφορά, προσδιόριζε 50% έκπτωση στα εισιτήρια επιβατών. Έστειλα το σχετικό αίτημα και έλαβα τον απαιτούμενο κωδικό. Και ορίστε η συνέχεια.
 

Από το internet, βρήκα το τηλέφωνο της Blue Star Ferries και ρώτησα που μπορώ να βγάλω εισιτήρια κάνοντας χρήση της προσφοράς. Μου απάντησαν ‘οπουδήποτε’. Αποφάσισα να αποταθώ σε διεύθυνση – από το internet πάντα, στη Λεωφόρο Συγγρού. Αφού επί 20’ κυριολεκτικά ‘έφαγα’ την περιοχή, αναζήτησα πληροφορίες στην θυρωρό της εταιρείας που βρισκόταν ακριβώς απέναντι από τη συγκεκριμένη διεύθυνση. … α, κύριε, έχουν μεταφερθεί εδώ και ενάμιση χρόνο … κάθε μέρα περνούν από 20, 30, 40 … άνθρωποι και τους ψάχνουν …
 

Έμεινα άφωνος. Πήγα στη δεύτερη διεύθυνση, αυτή που και τώρα αναγράφεται ως διεύθυνση επικοινωνίας, ζήτησα να εκδώσω τα εισιτήρια και ο υπεύθυνος ασφάλειας στην είσοδο, μου είπε … δεν βγάζουμε εδώ … Καλά, αντέτεινα, γιατί δεν το προσδιορίζετε καλύτερα, έχετε ακόμη αναρτημένη την παλιά διεύθυνση και ο κόσμος σας ψάχνει εκεί. Εισέπραξα την κλισέ απάντηση … δεν είναι δικιά μου δουλειά …
 

Βγήκα στο δρόμο με αρκετό εκνευρισμό, είναι αλήθεια. Κατέβηκα στο λιμάνι και βρήκα το κιόσκι της εταιρείας. Ζήτησα από εκεί να εκδώσω επιτέλους τα εισιτήρια. ‘Ναι μπορείτε’. Νόμισα, πως με κάποιο τρόπο, η ταλαιπωρία τελείωνε. Μάταια. ‘Δεν βρίσκω τον κωδικό σας’ μου είπε ο υπάλληλος. Ψάχνοντας επί ένα τέταρτο, δεν βρέθηκε τίποτα. Αποφάσισα τελικά, να τα κόψω κανονικά, να τελειώσει το μαρτύριο. Γιατί το λέω έτσι … Γιατί αγαπητοί φίλοι, εκείνη την ημέρα, η θερμοκρασία, ήταν 40ο C υπό σκιά. Και η ‘προσπάθεια’ που σας περιέγραψα, ξεκίνησε στις τέσσερις το μεσημέρι από τον Γέρακα. Όπως καταλάβατε, δεν κυνηγούσα την έκπτωση, αλλά την έκδοση …
 

Δύο ώρες προ απόπλου, βρισκόμουν μπροστά από τον καταπέλτη. Ο Μύρωνας, ο ‘παρκαδόρος’ που πια για εμένα φίλος είναι, ήταν μαζί μου, για να επιστρέψει στο parking με το Jeep. Θα επέστρεφε για να με πάρει στο τέλος του μήνα.
 

Αν και είχα ταλαιπωρηθεί, όπως περιέγραψα, το προσωπικό του πλοίου – Superfast XII - ήταν εξαιρετικό σε όλες τις υποχρεώσεις του, απέναντί μου τουλάχιστον. Για την επιστροφή δεν ισχύει ακριβώς το ίδιο και θα το δούμε. Έδεσαν και ασφάλισαν το φουσκωτό στο γκαράζ και το ταξίδι ξεκίνησε.
 

Κόσμος πολύς, που όμως μετά τη Σύρο μειώθηκε αισθητά. Ο απόπλους από τον Πειραιά, έγινε με λίγα λεπτά καθυστέρηση, λίγο μετά τις 19:30. Ο κατάπλους όμως στη Λέρο, έγινε κανονικά, στις 04:00. Με δεδομένο πως απαγορεύεται να μπουν στο λιμάνι τρίτα αυτοκίνητα, είχε προηγηθεί συνεννόηση με τον καλό μου φίλο Τάσο Μαρδόγλου, για να με πάρει από το καράβι κάποιος επαγγελματίας, με ελαφρύ φορτηγό. Και του Τάσου παρόντος, η απομάκρυνση έγινε κανονικά και μας άφησε στην μικρή πλατεία πάνω στον παραλιακό δρόμο.
 

Ξημέρωσε ο Θεός τη μέρα και αρχίσαμε – μαζί με την Γιούλη, να φροντίζουμε το ‘Γιούλη’. Ζητούμενο, ήταν το νερό, που παρά την προθυμία όλων αλλά με τεχνική αδυναμία τροφοδοσίας,. Το πρόβλημα το έλυσε ο ‘Κινέζος’, ένα εξαιρετικό μπαράκι πάνω στον παραλιακό δρόμο, που μας έδωσε ένα μακρύ λάστιχο, για να πλύνουμε το τρέιλερ και να γεμίσουμε το ρεζερβουάρ. Πρωινό και καφεδάκι στο γιαλό, μέχρι να έλθει και πάλι το μέσο για να μας ρίξει. Η γλίστρα ήταν μόλις 20 μέτρα μακριά, πάνω στο δρόμο, δίπλα σε ντόκο καμμιά 30αριά μέτρα.
 

Εκεί δέσαμε στην αρχή, ώσπου να τελειώσουμε τις λεπτομέρειες της ετοιμασίας. Άκουσα το όνομα μου και γύρισα. Μαζί με τον Τάσο, είδα και τον Νικήτα Κουμπάρο. Γέννημα θρέμα στη Λέρο, επιχειρηματία, ‘κολλημένο’ με τα φουσκωτά. Τον γνώριζα ελάχιστα, οφείλω να ομολογήσω. Αυτό όμως, ήταν αρκετό, για να αρχίσει μια εξαιρετική σχέση, που επιστεγάστηκε με ένα αυτοκίνητο που μας παραχώρησε για όσο θα μέναμε στο νησί. Και πίεση παράλληλα, να μείνουμε σε ένα διαμέρισμα – μεζονέτα όσο θέλαμε, μαζί με τους φίλους μας που θα έρχονταν. Τι να πω εγώ τώρα … Και ο Τάσος από δίπλα, που ειδοποιημένος μήνες πριν για τον ερχομό μας και έχοντας κάνει τις σχετικές συνεννοήσεις για να βγούμε από το καράβι και να πέσουμε στη θάλασσα, να μας πιέζει για να μας κάνει το τραπέζι.
 

Νωρίς το μεσημέρι, λύσαμε για το Παντέλι, που το έχουμε βαθιά στην καρδιά μας. Δεν ξέραμε όμως τι ‘πακέτο’ θα ‘τρώγαμε’, αλλιώς πολύ απλά δεν θα φεύγαμε …
 

Παραθέτω πληροφορίες σχετικά με το νησί, την ιστορία, τον τουρισμό, τις υποδομές και την εξέλιξη του. Όπως θα διαβάσετε, έχει πολλά να δείξει, παρ’ ότι βρίσκεται μακριά από τους διαφημισμένους πολυσύχναστους τουριστικούς προορισμούς. Γιατί ευτυχώς, ακόμη και σήμερα, η ζωή στη Λέρο αποτελεί μια αληθινή όσο και αυθεντική περιπέτεια.
 

Η Λέρος, βρίσκεται στο νοτιοανατολικό άκρο του Αιγαίου στα Δωδεκάνησα. Έχει πληθυσμό 7.917 κατοίκους (απογραφή 2011) και έκταση 54 τ. χλμ., με μήκος ακτών που φτάνει τα 71 χλμ., χάρη στον έντονο οριζόντιο διαμελισμό της. Το μεγαλύτερο χωριό (Αγία Μαρίνα Λέρου) έχει πληθυσμό 2.672 και ακολουθεί το Λακκί με 1.990 κατοίκους.
Το δημαρχείο και άλλες υπηρεσίες είναι στον Πλάτανο. Η Λέρος είναι ένα από τα ελληνικά νησιά που δεν έχουν επιβαρυνθεί ακόμα από το μαζικό τουρισμό. Η κύρια τουριστική περιοχή της είναι τα Άλιντα, άλλα ενδιαφέροντα χωριά είναι το ψαροχώρι Παντέλι, ο Βρομόλιθος με την παραλία του, η Γούρνα, ο Ξηρόκαμπος, το Παρθένι και ο Μπλεφουτης. Το Κάστρο της Παναγίας, κτισμένο τον ενδέκατο αιώνα, δεσπόζει στο βουνό Απιτίκι πάνω από τον Πλάτανο και ακριβώς απέναντη βρίσκεται το κλειδί το υψηλότερο σημείο του νησιού με καταπληκτική θέα. Το πολεμικό μουσείο τής Λέρου βρίσκεται στη Μερικιά χτισμένο μέσα σε τούνελ του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου.
 

Σημαντικότεροι κόλποι είναι ο κόλπος του Λακκιού, ο μεγαλύτερος του νησιού και από τα ασφαλέστερα λιμάνια της Μεσογείου, ο οποίος, κατά τη διάρκεια της Ιταλικής κατοχής της Δωδεκανήσου, χρησιμοποιήθηκε σαν ναύσταθμος, λόγω της φυσικής του καταλληλότητας, και οι αβαθείς κόλποι στο Παρθένι, με τρεις αλλεπάλληλους μυχούς, και στο Πλεφούτι, και οι δύο προφυλαγμένοι από τους βόρειους ανέμους, με τις νησίδες Στρογγύλη και Αρχάγγελο να λειτουργούν σαν φυσικοί κυματοθραύστες.
 

Αξιόλογοι επίσης είναι οι όρμοι στα Aλιντα, στον Ξηρόκαμπο και στο Παντέλι, ενώ σε μικρότερους όρμους, σε όλες τις ακτές, υπάρχουν παραλίες ιδανικές για κολύμπι.
Η Λέρος είναι ένα τοπίο με συνεχείς εναλλαγές. Περίγραμμα με έντονο θαλάσσιο διαμελισμό που σχηματίζει βαθιά απάνεμα καταφύγια και μεγάλους όρμους σε πολλά σημεία του. Το μεγαλύτερο μέρος του νησιού είναι πεδινό, με κάμπους που φτάνουν ως τη θάλασσα, με χαμηλά βουνά. Για αυτό και πήρε το όνομά του από την αρχαία λέξη «λερός», που σημαίνει λείος, επίπεδος.

 

Το έδαφος της Λέρου παρουσιάζει ήπιο ανάγλυφο με υψηλότερη κορυφή τον Σκουμπάρδο, (327 μ.) στα νότια, ενώ, σε όλο της το μήκος, αναπτύσσονται από βορά προς νότο οι λόφοι Καστέλλι, Τουρλωτή, Κατεβατή, Κλειδί, Πάτελος, Τούρτουσας και Βαθιά Λαγκάδα. Ανάμεσά τους σχηματίζονται χαμηλές πεδινές εκτάσεις και εύφορες κοιλάδες, όπου, λόγω και του ήπιου κλίματος, ευνοούνται οι καλλιέργειες οπωροκηπευτικών, εσπεριδοειδών και ελιάς.
 

Στο κέντρο του νησιού αναπτύσσονται δύο ισχυροί πόλοι που συγκεντρώνουν το σύνολο των δημόσιων υπηρεσιών και εξυπηρετήσεων: το οικιστικό σύνολο της Αγίας Μαρίνας και το Λακκί, που συνδέονται μέσω του κύριου οδικού άξονα του νησιού.
 

Ο οικισμός Αγία Μαρίνα είναι πρωτεύουσα του Δήμου, και έχει ρυμοτομικό σχέδιο που περιλαμβάνει τρεις οικιστικές ενότητες – γειτονιές: την Αγία Μαρίνα στη βόρεια παραλία του κεντρικού τμήματος του νησιού, τον Πλάτανο στον αυχένα μεταξύ του λόφου του Κάστρου και του υψώματος Μεροβίγλι, και το Παντέλι στο μυχό του ομώνυμου όρμου. Έχει αξιόλογο λιμάνι, που χρησιμοποιείται εναλλακτικά, αλλά όχι συχνά, από τα επιβατικά πλοία, όταν οι καιρικές συνθήκες δεν επιτρέπουν την προσέγγιση στο κύριο λιμάνι του νησιού στο Λακκί.
 

Στην παραλιακή ζώνη αναπτύσσονται χρήσεις αναψυχής και κατά μήκος του κύριου οδικού άξονα περιορισμένης έκτασης κέντρο. Έχει το ένα από τα τέσσερα Δημοτικά Σχολεία, δύο Νηπιαγωγεία και Γυμνάσιο, την Δημοτική Επιχείρηση Πολιτισμού, Αρχαιολογικό Μουσείο που στεγάζεται σε νεοκλασικό διατηρητέο αρχοντικό, ΔΟΥ, Ταχυδρομείο, ΟΤΕ, Τράπεζα, τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό και Αστυνομικό τμήμα.
Τα εμπορικά καταστήματα καλύπτουν τη μόνιμη και εποχιακή ζήτηση ειδών διατροφής και τουριστικών εξυπηρετήσεων, και απευθύνονται στο σύνολο των κατοίκων και επισκεπτών του νησιού.
 

Το παραλιακό Παντέλι δεν έχει διαμορφωμένη περιοχή κεντρικών λειτουργιών, αλλά κατά μήκος της ελκυστικής παραλίας αναπτύχθηκαν χρήσεις εστίασης-αναψυχής. Στα δύο άκρα του οικισμού, και σε παραθαλάσσιες εκτάσεις ιδιαίτερου φυσικού κάλλους όπου υπήρχαν διάσπαρτα κτίρια κατοικίας, αναπτύχθηκαν, χωρίς να αποτελούν συγκροτημένους οικισμούς, δύο οικιστικές μονάδες με χρήσεις κυρίως τουριστικών εγκαταστάσεων και παραθεριστικής κατοικίας, το Κριθώνι και ο Βρομόλιθος, που δεν έχουν περιληφθεί στο όριο του εγκεκριμένου σχεδίου, μολονότι αποτελούν περιαστικές περιοχές της πρωτεύουσας.
 

Δεύτερος πόλος είναι το Λακκί όπου συγκεντρώνονται χρήσεις κυρίως υπερτοπικού χαρακτήρα: Το λιμάνι του είναι το κυριότερο του νησιού και εξυπηρετεί το σύνολο των μετακινήσεων επιβατών και εμπορευμάτων από και προς το νησί.
 

Το κρατικό θεραπευτήριο παρέχει υψηλού επιπέδου ιατρικές υπηρεσίες στο σύνολο των κατοίκων του νησιού. Οι εγκατεστημένες εμπορικές επιχειρήσεις και μεταποιητικές μονάδες είναι ευρύτερης εμβέλειας. Οι λειτουργίες αυτές, συγκεντρώνουν καθημερινά το μεγαλύτερο μέρος του εργαζόμενου πληθυσμού του νησιού.
 

Στους ήπιους λόφους στα βόρεια του οικισμού, αναπτύχθηκαν οι οικιστικές συστάδες Aγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, στην περιοχή του ομώνυμου Βυζαντινού Ναού, και Καμαράκι, που λειτουργούν σαν προάστια του Λακκιού, και Μύλοι_Πλάκα, ιδιαίτερα εκτεταμένη και αραιοδομημένη περιοχή, με προβληματικές προσπελάσεις και απουσία οργάνωσης και υποδομής. Αυτές οι οικιστικές συγκεντρώσεις αποτελούν τον περιαστικό χώρο του Λακκιού, από το οποίο είναι εξαρτημένες όλες οι εξυπηρετήσεις τους.
Σε επαφή με τα σημερινά νοτιοανατολικά όρια του Λακκιού βρίσκονται τα όρια του οικισμού Τεμένια, χωρίς κοινωνική υποδομή, που και αυτός μπορεί να θεωρηθεί ότι ανήκει στον περιαστικό χώρο του Λακκιού.
 

Σχεδόν σε επαφή με το Κριθώνι, βρίσκεται ο οικισμός Αλιντα, που συγκεντρώνει το μεγαλύτερο μέρος της τουριστικής κίνησης. Στα δυτικά του αναπτύσσονται οι οικισμοί Καμάρα, με όρια εφαπτόμενα σε εκείνα των Αλίντων, Κόκκαλη, και Γούρνα, των οποίων τα εγκεκριμένα όρια συνέχονται έτσι, ώστε οι οικισμοί αυτοί αποτελούν ένα ενιαίο οικιστικό σύνολο του εξωαστικού χώρου, χωρίς λειτουργίες κέντρου και κοινωνικές εξυπηρετήσεις, εξαρτημένο από τα δύο κέντρα του νησιού.
 

Οι δύο περισσότερο απομακρυσμένοι από την πρωτεύουσα οικισμοί, το Παρθένι στα βόρεια και ο Ξηρόκαμπος στα νότια, ορίζουν τα άκρα του κύριου οδικού δικτύου του νησιού. Είναι οικισμοί ψαράδων και περιορισμένης τουριστικής κίνησης, και οι μικρές αποστάσεις τους από τα κέντρα του νησιού ενισχύουν την εξάρτησή τους από αυτά. Στα δυτικά, στον κόλπο της Γούρνας, ο οικισμός Δρυμώνας, μολονότι εφάπτεται στα άτυπα όρια της περιαστικής περιοχής του Λακκιού, εν τούτοις έχει κύρια πρόσβαση από τον βόρειο κλάδο του βασικού οδικού δικτύου.
 

Τουριστικό οδοιπορικό στη Λέρο.
 

Ένα από τα δύο λιμάνια του νησιού η Αγία Μαρίνα, μικρός παραλιακός οικισμός επεκτάθηκε με το χρόνο και ενώθηκε με τον Πλάτανο, την αρχαιότερη συνοικία και πρωτεύουσα του νησιού. O ενοποιημένος πλέον οικισμός είναι το διοικητικό και εμπορικό κέντρο του νησιού. Από μακριά δείχνει μια μικρή πόλη που εκτείνεται αμφιθεατρικά ανάμεσα σε δύο βουνοπλαγιές με σπίτια, τα οποία απλώνονται από την παραλία μέχρι τους πρόποδες του Κάστρου. Όσο πλησιάζουμε, όμως ,η πόλη μας ξεδιπλώνει μια -μια τις ομορφιές της. Η γνωριμία με την Αγία Μαρίνα ξεκινά από το λιμάνι με το φρούριο Μπρούζι ή Μπούρτζι στην είσοδό του και το φάρο στην άκρη του και από την πλατιά προβλήτα και το γραφικό καρνάγιο με το ιστορικό ανεμόμυλο της Λέρου που διατηρείται άριστα.
 

Στην πρωτεύουσα διατηρούνται πολλά παραδοσιακά μονώροφα και διώροφα σπίτια, κι ανάμεσα τους πολλά αρχοντικά, πυκνοδομημένα, που δημιουργούν στενά γραφικά σοκάκια, προκαλώντας μας να περιπλανηθούμε σε αυτά. Συναντάμε τη νοσταλγική ατμόσφαιρα της παλαιάς πόλης, το Αυλάκι με τις βρύσες από το καθάριο νερό της πηγής του Παληασκλούπη, ή τον παλιό ανεμόμυλο. Το Δημαρχείο στεγάζεται σε δύο νεοκλασικά κτίρια τα οποία δεσπόζουν του οικισμού. Παλιές και αξιόλογες είναι οι εκκλησίες του Χριστού και του Σταυρού, ενώ ιστορικό ενδιαφέρον έχει και η εκκλησία της Αγίας Παρασκευής που ήταν η παλιά Μητρόπολη του νησιού. Βρίσκεται στο άκρο της συνοικίας και στα όρια του σκαλωτού μονοπατιού που οδηγεί στην κορυφή του λόφου στο Κάστρο. Γύρω από την Αγία Παρασκευή και κάτω από το Κάστρο έχει αναπτυχθεί το παλιό χωριό που επί Τουρκοκρατίας περιελάμβανε και την τουρκική συνοικία με το Κονάκι και τα λουτρά.
 

Ο Πλάτανος η Αγία Μαρίνα και το Λακκί διαθέτουν τις μεγαλύτερες αγορές του νησιού. Στην πράξη αποτελούν μια όμορφη μικρή φιλόξενη πόλη που έχει πολλά να προσφέρει από σύγχρονα καταστήματα για κάθε είδους αγορές μέχρι τη μαγευτική θέα από το περίφημο Κάστρο. Στη δυτική πλευρά του φρουρίου οικοδομήθηκε ο ναός της Παναγιάς, θρησκευτικό και πνευματικό σύμβολο των κατοίκων της Λέρου. Σύμφωνα με την παράδοση, μια εικόνα της Παναγίας εμφανίστηκε από τη θάλασσα στο νησί και εγκαταστάθηκε από θαύμα στο μπαρουτχανέ (πυριτιδαποθήκη) του κάστρου ανάμεσα σε δύο αναμμένες λαμπάδες, παρά τις προσπάθειες του Τούρκου αγά για την απομάκρυνσή της. Προς τιμήν της οικοδομήθηκε ναός στον ίδιο τόπο, ο οποίος πολύ σύντομα έγινε το κύριο προσκύνημα του νησιού και των ναυτικών του. Ο ναός στη σημερινή του θέση, οικοδομήθηκε μετά το 1669. Η αρχική μικρή εκκλησία πρέπει να ανακαινίστηκε και να διευρύνθηκε ως το 1719, έτος κατά το οποίο εγκαινιάστηκε από τον μητροπολίτη Καρπάθου Νεόφυτο Γαιρμάνη. Ο μονόχωρος ναός δέχθηκε πολλές επεμβάσεις και προσθήκες κατά τον 18ο και 19ο αιώνα.
 

Πολύτιμο κειμήλιο της λατρείας των Λερίων αποτελεί η μικρών διαστάσεων εικόνα της Θεοτόκου Βρεφοκρατούσας, που είναι τοποθετημένη σε ξυλόγλυπτο πλαίσιο και φέρει χρυσάργυρη επένδυση, που φιλοτεχνήθηκε περί το 1732. Ο ναός διαθέτει δεσποτικές ξεχωριστής ποιότητας εικόνες, πολλές από τις οποίες, καθώς και διάφορα κειμήλια, εκτίθενται στο Εκκλησιαστικό Σκευοφυλάκιο Βυζαντινής Τέχνης, που οικοδομήθηκε πρόσφατα δίπλα στο ναό και λειτουργεί ως μουσείο.
 

Για όσους αγαπούν τους ρομαντικούς περιπάτους θα ανηφορίσουν από τις γειτονιές του Πλατάνου προς την Αγία Παρασκευή και από εκεί θα ακολουθήσουν το μονοπάτι με τα 500 περίπου σκαλιά. Στο τέλος αυτού του περιπάτου θα αντικρίσουν το Κάστρο, η θέα του οποίου οδηγεί πίσω στο χρόνο. Για τους πιο βιαστικούς και ανυπόμονους υπάρχει ο άνετος αυτοκινητόδρομος.
 

Στη δυτική πλευρά του βυζαντινού κάστρου δεσπόζει ο ναός της Παναγιάς, ο οποίος διαθέτει χρυσοποίκιλτο τέμπλο και αξιόλογες αγιογραφίες. Επόμενη στάση είναι το Εκκλησιαστικό Μουσείο το οποίο στεγάζεται ακριβώς δίπλα στο ναό σε νέο κτίριο. Θαυμάστε τα σπάνια χειρόγραφα, τα ιερά βιβλία, τις πολύτιμες εικόνες, τα ιερά άμφια και άλλα εκκλησιαστικά αντικείμενα. Τέλος επισκεφθείτε τις μεγάλες υπόγειες αποθήκες και δεξαμενές νερού του κάστρου.
 

Τέσσερα χιλιόμετρα νοτιοδυτικά από τον Πλάτανο βρίσκεται το Λακκί, το κύριο λιμάνι της Λέρου, κλειστό και ασφαλές, το μεγαλύτερο φυσικό λιμάνι της Μεσογείου. Διαθέτει σύγχρονες λιμενικές εγκαταστάσεις και δύο μονάδες εξυπηρέτησης σκαφών αναψυχής. Έχει την όψη τεράστιας λίμνης, η οποία αφήνει ένα άνοιγμα μόλις 400 μέτρων στην πλευρά της θάλασσας. Το φυσικό του αυτό χαρακτηριστικό ήταν και ο λόγος που ονομάστηκε Porto Lago (λιμάνι-λίμνη) από τους Ιταλούς και επιλέχθηκε ως ναύσταθμος. Το Λακκί έχει ένα χρώμα εντελώς ξεχωριστό, από το υπόλοιπο νησί, αλλά ασυνήθιστο και εξαιρετικά εντυπωσιακό. Επιβλητικά κτίρια, παρατεταγμένα στην παραλία και χτισμένα με μοντέρνα και λιτή αρχιτεκτονική, με το λεγόμενο Διεθνές Στυλ. Μνημειακά κτίρια, μεγάλοι δρόμοι, δενδροστοιχίες και πάρκα, όλα σχεδιασμένα και κατασκευασμένα από τους Ιταλούς στο Μεσοπόλεμο (από το 1934).
 

Γενικά η τάση που ακολουθήθηκε για τις κατασκευές ήταν, κατά τους ειδικούς, ένα μείγμα κλασικής νεοφουτουριστικής και ρασιοναλιστικής αρχιτεκτονικής που αντανακλούσε την αποικιοκρατική φιλοσοφία «της κυρίαρχης εθνότητας» της εποχής του Μεσοπολέμου στην Ιταλία. Η πόλη σχεδιάστηκε πιθανότατα από τον αρχιτέκτονα Rodolfo Petracco, ενώ οι μελέτες των πιο σημαντικών κτιρίων της, αποδίδονται στον ίδιο και στον αρχιτέκτονα Armando Bernabiti. Είναι ένα από τα τρία μοναδικά οικιστικά σύνολα κτισμένα με το Διεθνές Στυλ - τα άλλα είναι η Saubadia στην Ιταλία και η περιοχή Weissenhof στη Στουτγάρδη.
 

Στο κέντρο της πόλης δημιουργείται η Αγορά με το χαρακτηριστικό Πύργο- Ρολόι και το κυκλικό περιστύλιο. Τα δημόσια κτίρια για τις υπηρεσίες, που ξεχωρίζουν ακόμη και σήμερα, είναι το Τελωνείο (σήμερα στεγάζει την Αστυνομία), το Νοσοκομείο, το Δημοτικό Σχολείο (1934,36), το κτίριο της Ναυτικής Διοίκησης (1929), το κτίριο που στέγασε το 10ο Σύνταγμα του Πεζικού και ονομαζόταν caserma di Regina (βασιλικός στρατώνας), το ξενοδοχείο Roma στην Αγορά που αργότερα πήρε το όνομα «Λέρος», καθώς και η Καθολική εκκλησία του Αγίου Νικολάου που σήμερα λειτουργεί ως Ορθόδοξη. Οι Λέριοι διατήρησαν κατά το δυνατό τα ιστορικά πλέον αυτά κτίρια, που συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον όλων των επισκεπτών του νησιού. ΄Όμως, τα δείγματα της φθοράς είναι πλέον ορατά σε ορισμένα από αυτά….
 

Και στο Λακκί, όπως και στο Παρθένι, η στρατιωτική δικτατορία δημιούργησε στρατόπεδο πολιτικών κρατουμένων που λειτούργησε σε τμήμα των εγκαταλελειμμένων ιταλικών στρατώνων, και είχαν μετατραπεί σε Βασιλικές Τεχνικές Σχολές (μέχρι το 1960) και Κρατικό Θεραπευτήριο……
 

Στο Λακκί, επίσης, ιστορικό ενδιαφέρον παρουσιάζει, η εκκλησία του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, από τις αξιολογότερες στα Δωδεκάνησα, με υπέροχα ψηφιδωτά του 11ου αιώνα. Επίσης οι εκκλησίες του Αγίου Σπυρίδωνος, του Αγίου Γεωργίου και του Αγίου Ζαχαρία που είναι αξιόλογα δείγματα εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής, ανάμεσα στις εκατό συνολικά εκκλησίες του νησιού. Αξιόλογο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το «μνημείο των Πεσόντων» του ιστορικού αντιτορπιλικού «Β. Όλγα» που βρίσκεται κοντά στο λιμάνι και το πολεμικό μουσείο «ΤΟΥΝΕΛ» στη Μερικιά που πρόσφατα ανακαινίσθηκε και στο οποίο εκτίθενται αντικείμενα του πολέμου στη Λέρο.
 

Το Λακκί σήμερα διαθέτει μια αρκετά σύγχρονη αγορά, ξενοδοχειακές μονάδες, εστιατόρια και κέντρα διασκέδασης. Στις ήσυχες και αξιόλογες παραλίες της περιοχής μπορεί ο επισκέπτης να κάνει ανενόχλητος το μπάνιο του. Στο νοτιότερο τμήμα του νησιού, 7 χλμ. από την Αγία Μαρίνα συναντά κανείς ένα μικρό παραθαλάσσιο οικισμό, μπροστά στον οποίο ανοίγεται ο κόλπος του Ξηρόκαμπου με τις μικρές νησίδες, τα Γλαρονήσια, να ασφαλίζουν την είσοδό του κι απέναντι, σε απόσταση ενός ναυτικού μιλίου, απλώνεται η Κάλυμνος.
 

Τα σπίτια του Ξηρόκαμπου βρίσκονται διάσπαρτα σε μια μικρή κοιλάδα, φυτεμένη με ελιές, κυπαρίσσια, αμυγδαλιές και πολλά λουλούδια. Στο βάθος το τοπίο γίνεται ανηφορικό και στην κορυφή του λόφου, σε ύψος 70μ., βρίσκεται το Παλιόκαστρο ή κάστρο των Λεπίδων, παλαιότερο από το Κάστρο του Παντελίου. Είναι χτισμένο πάνω στα ερείπια αρχαίας ακρόπολης, η οποία χρονολογείται από το 2.500 π.Χ. και άκμασε τον 4ο π.Χ. αιώνα. Σήμερα βρίσκονται ερείπια των τειχών της , αλλά και λείψανα μεγάλου παλαιοχριστιανικού ναού ρυθμού βασιλικής.
 

Ανάμεσα στα ερείπια στέκει γραφικό το εκκλησάκι της Παναγίας. Κοντά στον οικισμό του Ξηρόκαμπου βρίσκεται το γραφικό εκκλησάκι της Παναγίας της Καβουράδαινας, που θεωρείται από τα ομορφότερα του νησιού. Είναι χτισμένο πάνω στα βράχια της ακτής, σε θέση όπου κατά την παράδοση, ένας ψαράς που έψαχνε για καβούρια, βρήκε μέσα σε σχισμή την εικόνα της Παναγίας.
 

Στον Ξηρόκαμπο μπορείτε να βρείτε τουριστικά καταλύματα και κέντρα εστίασης καθώς και κέντρα διασκέδασης. Στην αμμουδερή παραλία του Ξηρόκαμπου μπορείτε να απολαύσετε το κολύμπι σε πεντακάθαρα νερά. Στους τολμηρούς δίνεται η δυνατότητα ελεύθερης κατάδυσης ή και με φιάλες. Στην περιοχή λειτουργεί σχολή εκπαίδευσης αυτοδυτών.
 

Στα ανατολικά του νησιού, κάτω από τον Πλάτανο, βρίσκεται το Παντέλι. Το μικρό αυτό γραφικό ψαροχώρι, με το γνήσιο νησιώτικο χαρακτήρα του τείνει να ενωθεί με τον Πλάτανο. Τα παλιά παραδοσιακά σπίτια του μαζί με τις βάρκες και τα καΐκια των ψαράδων συμπληρώνουν την ειδυλλιακή εικόνα με φόντο το απέραντο μπλε της θάλασσας. Το Παντέλι σήμερα έχει εξελιχθεί σε ένα κοσμοπολίτικο ήσυχο κέντρο με τα γιωτ και τις θαλαμηγούς που δένουν στην προβλήτα δίπλα στα ψαροκάικα, με τα εστιατόρια, τις καφετέριες και τα μπαράκια.
 

Ένα παράθυρο με θέα, μια απόμακρη σπάνια ομορφιά του νησιού. Αμμουδιές ανάμεσα σε βράχια, πεντακάθαρες ακρογιαλιές για κολύμπι και ψάρεμα, μονοπάτια για ήσυχους περιπάτους σε συνδυασμό με απομεινάρια του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου στο ύψωμα της Βίγλας, συνθέτουν ένα μοναδικό τοπίο. Αυτό το τοπίο είναι τα Βουρλίδια.
 

Δίπλα στο Παντέλι, ένας ανοιχτός όρμος, ο Βρομόλιθος με μεγάλη αμμουδερή και σε μερικά σημεία βοτσαλωτή παραλία. Μικρά, φιλόξενα ξενοδοχεία, και ενοικιαζόμενα δωμάτια, ψαροταβέρνες με εκλεκτούς μεζέδες δίπλα στη θάλασσα, εξασφαλίζουν μια ευχάριστη και ήσυχη διαμονή. Απέναντι βρίσκεται το νησάκι της Αγίας Κυριακής με το εκκλησάκι στην κορυφή του.
 

Το Κριθώνι, ανάμεσα στα Άλιντα και την Αγία Μαρίνα, απλώνεται από τη θάλασσα ως ψηλά στο λόφο. Καταπράσινο, με όμορφα σπίτια, πολλά εκκλησάκια, παλιές Λέρικες κατοικίες, πολυτελή ξενοδοχεία και φιλόξενα ενοικιαζόμενα δωμάτια, κέντρα διασκέδασης, εστιατόρια ακόμα και πισίνες. Το «Πατριαρχείο», ένα παλιό νεοκλασικό αρχοντικό, έχει στην αυλή του τη μικρή εκκλησία του Αγίου Σωφρονίου. Εδώ φιλοξενείτο κατά καιρούς ο Πατριάρχης Αλεξάνδρειας Σωφρόνιος.
 

Τα ’Aλιντα βρίσκονται στο κέντρο του όρμου της Αγίας Μαρίνας (όρμος Αλίντων) και αποτελούν σήμερα την πιο εξελιγμένη τουριστική περιοχή του νησιού με τις περισσότερες σύγχρονες τουριστικές μονάδες. Το τοπίο είναι κατάφυτο από πεύκα και ελιές, με μια μεγάλη αμμουδερή παραλία και κρυστάλλινη θάλασσα. Ο Πύργος Μπελένη, ένα κομψό αρχοντικό αναπαλαιωμένο με ιδιαίτερη φροντίδα, φιλοξενεί το Λαογραφικό και Ιστορικό Μουσείο με βιβλιοθήκη, μουσείο Τύπου καθώς και αίθουσα ζωγραφικής στην αυλή του οποίου οργανώνονται μεγάλες πολιτιστικές εκδηλώσεις. Σημαντικός από ιστορική σκοπιά είναι ο Δημοτικός Ξενώνας, το πρώτο ξενοδοχείο του νησιού, στο προαύλιο του οποίου βρέθηκε το Ιερό της Παλαιοχριστιανικής εκκλησίας της Παναγίας Γαλατιανής, με σπάνιας τέχνης ψηφιδωτά. Στη γύρω περιοχή βρίσκονται πολλές εκκλησίες με μεγαλύτερη τη βασιλική των Αγίων Σαράντα. Πολύ κοντά στα ’Αλιντα υπάρχει ο Κρυφός, μια μικρή ειδυλλιακή αμμουδιά κρυμμένη ανάμεσα στα βράχια που είναι προσιτή μόνο με βάρκα. Μέσα από το βυθό της αναβλύζει πηγή με παγωμένο νερό. Πάνω από τον Κρυφό υψώνεται το Κλειδί, το υψηλότερο σημείο της Λέρου. Τα γαλάζια νερά στον κόλπο των Αλίντων προσφέρονται για κάθε είδους θαλάσσια σπορ.
 

Στο βορειότερο άκρο της Λέρου είναι το Παρθένι και ο ομώνυμος κόλπος του με το νησάκι Αρχάγγελος στην είσοδό του. Το μικρό ψαροχώρι απλώνεται σαν ζωγραφιά, ανάμεσα σε μια εύφορη κοιλάδα και στη θάλασσα. Στο Παρθένι βρίσκεται το αεροδρόμιο. Τόπος ιστορικός, γνωστός από την αρχαιότητα. Εδώ λέγεται ότι υπήρχε το ιερό της Παρθένου Ιοκαλλίδος (της ΄Άρτεμης) και από εκεί πήρε και το Παρθένι το σημερινό του όνομα. Στον αρχαιολογικό χώρο του Παρθενίου υπάρχουν τα ερείπια προϊστορικού συνοικισμού του 3800 π.Χ., πρόσφατα δε ανακαλύφθηκαν ερείπια ναού που ανήκουν στην Ελληνιστική περίοδο.


Ιστορία
 

Η ιστορία επιφύλαξε στην Λέρο, ένα σημαντικό ρόλο από τα πανάρχαια χρόνια. Ένα νησί με 8.500 κατοίκους, στο νοτιοανατολικό άκρο του Αιγαίου στα Δωδεκάνησα, κοντά στην Πάτμο. Με 53 τ. χλμ., έκταση και με μήκος ακτών που φτάνει τα 71 χλμ., χάρη στον έντονο θαλάσσιο διαμελισμό της, σήμερα η Λέρος φαντάζει ένας από τους τελευταίους μικρούς παράδεισους για τον επισκέπτη που αναζητά την ηρεμία και τον παραδοσιακό τρόπο ζωής. Μια ηρεμία που ξεκουράζει πνεύμα και αισθήσεις ταυτόχρονα, σε ένα περιβάλλον τόσο φιλόξενο που γίνεται οικείο από την πρώτη στιγμή. Αυτός είναι και ο λόγος που οι Λέριοι υποστηρίζουν με έμφαση ότι: «Όσοι τη γνωρίσουν δεν την ξεχνούν ποτέ»
Από Τότε ως Σήμερα...
 

Η στρατηγική της θέση στο νοτιοανατολικό Αιγαίο χάρισε στη Λέρο ένα πλούσιο ιστορικό παρελθόν. Τα πρώτα ίχνη κατοίκησης στο νησί εντοπίστηκαν στο Παρθένι και τη Γούρνα και ανήκουν στην Νεολιθική Εποχή (4η χιλιετία π.Χ). Σημαντικότερο μνημείο της προϊστορίας του νησιού είναι ο οικισμός της Κονταρίδας στο νότιο μυχό του όρμου του Παρθενίου, που ανακαλύφθηκε το 1980. ΄Ιχνη ανθρώπινης παρουσίας της Νεολιθικής και της Πρώϊμης Εποχής του Χαλκού συναντώνται και σε άλλα, παραθαλάσσια κυρίως ,σημεία του νησιού. Μέχρι σήμερα δεν έχουν εντοπιστεί δείγματα της μινωικής περιόδου, ενώ ελάχιστα είναι τα λείψανα της μυκηναϊκής.
 

Τον 5ο αιώνα, ήδη η Λέρος βρίσκεται κάτω από την πολιτική επιρροή της ιωνικής μητρόπολης της Μιλήτου και γνωρίζει μεγάλη πνευματική άνθηση. Με την εξάρτηση της Λέρου από τη Μίλητο φαίνεται ότι συνδέονται τα δύο οχυρωματικά έργα του 4ου π.Χ αιώνα , το Παλαιόκαστρο στον Ξηρόκαμπο καθώς και το οχυρωματικό έργο στο Παρθένι.
Τη Μακεδονική παρουσία στο νησί υποδηλώνει η εύρεση νομισμάτων και το γεγονός ότι στους Μακεδόνες αποδίδεται η απελευθέρωση της νήσου από τους Πέρσες.
Από τη Λέρο προερχόταν ο ιστορικός Φερεκύδης, που έζησε κατ’ άλλους στους ελληνιστικούς χρόνους και ο σκωπτικός ποιητής Δημόδικος (γύρω στα 550 π.Χ)
Τα βυζαντινά χρόνια (τέλος 3ου αιώνα μ.Χ και μετά) αφήνουν στο νησί αξιόλογα δείγματα εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής και οχυρωματικά έργα. Κατά την περίοδο αυτή χτίζεται το Κάστρο του Παντελίου, ενώ το Κάστρο των Λεπίδων, γνωστό σήμερα ως Παλαιόκαστρο, στην περιοχή του οποίου σώζονται όμως και λείψανα παλαιότερου τοίχου «κυκλώπειας» κατασκευής, χρονολογείται από τους ελληνιστικούς χρόνους, αλλά χρησιμοποιείται ως καταφύγιο των κατοίκων κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο. Το κάστρο του Παντελίου είναι το σημαντικότερο μεσαιωνικό μνημείο της Λέρου και δεσπόζει των οικισμών της Αγίας Μαρίνας και του Πλάτανου. Σώζονται σήμερα τρεις περίβολοι (οι δύο εσωτερικοί χρονολογούνται πριν από το 1087) και πέντε εκκλησίες . Ο σημερινός ναός της Παναγίας του Κάστρου χτίστηκε περί τα τέλη του 17ου αιώνα, ενώ στους μεσοβυζαντινούς χρόνους χρονολογείται η μονόχωρη τοιχογραφημένη εκκλησία της Αγ.Τριάδας. Στο Κάστρο ο λέριος μοναχός Δαμασκηνός λειτούργησε σχολή από το 1726, ανυψώνοντας την παιδεία του νησιού, η οποία έπαυσε να λειτουργεί στα μέσα του 19ου αιώνα.
 

Στο νησί υπάρχουν σπάνια βυζαντινά εκκλησιαστικά μνημεία, όπως : ο ναός του Ιωάννη του Θεολόγου στο Λακκί (με οικοδομικές φάσεις από το 10ο αι.), ο Αγ. Ζαχαρίας στη Μερικιά, οι Αγ. Απόστολοι στην Καμάρα, ο Αγ. Πέτρος στο Δρυμώνα, ο Αγ. Γεώργιος στο Παρθένι, η βασιλική της Αγίας Βαρβάρας στην οποίο ενσωματώθηκαν τμήματα από κιονόκρανα και άλλα μαρμάρινα μέλη, από τα ερείπια της Αρχαίας Λέρου, η Παναγιά η Γουρλωμάτα καθώς και πληθώρα διάσπαρτων μονόχωρων καμαροσπέπαστων μικρών ναών της μεταβυζαντινής εποχής . Λείψανα βασιλικών συναντώνται επίσης στα ΄Αλιντα (των Αγίων Τεσσαράκοντα και του Δημοτικού Ξενώνα) και στον Ξηρόκαμπο (η μία κάτω από τη νεότερη εκκλησία του Αγ.Νικολάου και η άλλη στα δυτικά της Παναγίας στο Παλιαόκαστρο). Το 1314 καταλαμβάνουν τη Λέρο οι Ιππότες του Αγίου Ιωάννη της Ρόδου και την κυβερνούν δεσποτικά έως το 1522, οπότε οι Τούρκοι κυριαρχούν σε όλο το Αιγαίο.
 

Την περίοδο της Τουρκοκρατίας η Λέρος κατορθώνει να διατηρήσει ένα περιορισμένο βαθμό αυτονομίας και όταν αργότερα ξεσπά η Επανάσταση του 1821, οι Λέριοι συμμετέχουν ολόψυχα.
 

Την περίοδο 1912-1943 τα Δωδεκάνησα περιέρχονται στους Ιταλούς. Σε αυτό το διάστημα στο νησί υλοποιούνται στρατιωτικά έργα και ανεγείρονται στρατιωτικές εγκαταστάσεις με στόχο η Λέρος να γίνει σημαντική ιταλική ναυτική και αεροναυτική βάση, λόγω της θέσης αλλά και της μοναδικής μορφολογίας του προστατευμένου όρμου στο Λακκί. Στο Λακκί δημιουργείται νέα πόλη με μοντέρνα πολεοδομία και αρχιτεκτονική, πρωτοποριακή για την εποχή της σε όλη την Ευρώπη.
 

Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και μετά τη συνθηκολόγηση των ιταλών, οι γερμανοί, που έχουν ήδη καταλάβει τη Ρόδο και την Κώ, στρέφονται εναντίον της Λέρου, την οποία υπερασπίζονται ιταλοί και άγγλοι. Η «Μάχη της Λέρου» είχε ως πρώτο θύμα το ελληνικό αντιτορπιλλικό «Βασ.΄Ολγα», που βυθίστηκε στις 26.09.1943, και τελείωσε με την επικράτηση των γερμανών μετά από σφοδρούς και αδιάκοπους βομβαρδισμούς του νησιού, στις 16.11.1943. Το νησί απελευθερώνεται με την απελευθέρωση και παράδοση της Δωδεκανήσου στους ΄Αγγλους και τους Ιερολοχίτες στις 09.05.1945. Ακολουθεί δίχρονη αγγλική κατοχή και τέλος το Μάρτιο του 1948, η Λέρος ενσωματώνεται μαζί με τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα στην Ελλάδα.
 

Στην πρόσφατη ιστορία της Λέρου εντάσσεται η χρησιμοποίηση του νησιού από τη στρατιωτική χούντα (1967-74) ως τόπου κράτησης πολιτικών κρατουμένων, σε δύο στρατόπεδα , στο Λακκί και στο Παρθένι. Κι ακόμη η επιλογή του νησιού για τη δημιουργία κρατικού ψυχιατρείου (1957) προκειμένου να αποσυμφορηθούν άλλα ελληνικά ψυχιατρεία, γεγονός που οδήγησε στην μακρόχρονη εξάρτηση της τοπικής οικονομίας από τη λειτουργία του ιδρύματος, αλλά και στη συνειρμική σύνδεση του νησιού με το ψυχιατρείο και μόνον με αυτό… Από το 1989 η Λέρος αξιοποιεί προγράμματα αποιδρυματοποίησης και ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης των ασθενών, και η τοπική κοινωνία συνεργάζεται στη διαδικασία επανένταξης των ασθενών και στην εφαρμογή πρωτοποριακών για τη Χώρα πρωτοβουλιών θεραπευτικού χαρακτήρα.
Και οι διακοπές ξεκινούν. Ξηρόκαμπος.
 

Το άνοιγμα του κόλπου Λακκί, είναι περίπου 400 μέτρα, με την ανατολική άκρη την πιο ψηλή και απόκρημνη. Η απόσταση, από τον ντόκο που δένει το καράβι μέχρι εκεί, είναι 1,3 μίλια. Ένας σύντομος περίπλους των νότιων ακτών, θα σας φέρει στον όρμο Ξηρόκαμπος, όπου και το ομώνυμο ψαροχώρι. Πρόκειται για εξαιρετικό αγκυροβόλιο, φυλαγμένο στο βοριά, χωρίς ρεστία, με μικρό ντόκο, παραλία άμμου, ίσκιο από αρμυρίκια, ταβέρνες και … λάστιχο με νερό. Τον αναπόλησα πολλές φορές στη συνέχεια. Το άνοιγμα του, είναι λιγότερο από μισό μίλι και το βάθος του περίπου ένα. Απέναντι, βρίσκεται η συστάδα νησιών που χωρίζει – συνδέει τη Λέρο με την Κάλυμνο.
Στην άκρη του φυσικού φιόρδ, στο λιμάνι του Ξηροκάμπου, βρίσκεται στριμωγμένο ανάμεσα σε δύο μεγάλα βράχια (που αποτελούν τη στέγη του), το εκκλησάκι της «Παναγιάς της Καβουράδενας», ένα από τα ομορφότερα εκκλησάκια της Λέρου. Το καμπαναριό της κοιτάει στη θάλασσα. Το Ιερό δεν είναι παρά η κόψη του βράχου και η εικόνα της Παναγίας στολίζεται με ένα τεράστιο καβούρι. Αυτοί που χωράνε μέσα στο ξωκκλήσι μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού! Λένε πως το σημείο αυτό ήταν βάση αρχαίας φρυκτωρίας. Σύμφωνα με την παράδοση κάποιος ψαράς καθώς μάζευε κοχύλια δαγκώθηκε από κάβουρα. Εκείνη τη στιγμή είδε στα βράχια την εικόνα της Παναγίας. Αμέσως προσευχήθηκε και η πληγή έκλεισε. Βλέποντας το θαύμα πήρε την εικόνα και με ευλάβεια την πήγε στην εκκλησία διηγούμενος στους συμπατριώτες του το γεγονός. Το ίδιο βράδυ είδε όνειρο μια μαυροφορεμένη γυναίκα που του είπε: «να με ξαναβάλεις στο ίδιο σημείο που με βρήκες». Την άλλη μέρα το πρωί μετά από έρευνες ξαναβρέθηκε η εικόνα στο ίδιο σημείο των βράχων, που ήταν και την προηγούμενη. Μετά από αυτά αποφασίστηκε να χτιστεί μια μικρή εκκλησία στο σημείο που βρέθηκε η εικόνα.
Μία άλλη εκδοχή, είναι πως φτιάχτηκε στα 1796 από Λεριούς μαστόρους, κατά παραγγελία ενός ψαρά από την Κάλυμνο. Ψαρεύοντας καβούρια με καμάκι ο Καλύμνιος ανέσυρε μια σανίδα γεμάτη καβουρομάνες και οστρακοειδή, και όταν την καθάρισε είδε ότι επάνω της ήταν ζωγραφισμένη η εικόνα της Παναγίας. Την ονόμασε Καβουράδαινα και την έβαλε στο εικονοστάσι του σπιτιού του στην Κάλυμνο. Την ίδια νύχτα στον ύπνο του εμφανίσθηκε μια μαυροφορεμένη γυναίκα και του είπε: «Πήγαινέ με πίσω και χτίσε το σπιτάκι μου». Ο ψαράς αναγκάσθηκε να επιστρέψει στη Λέρο και υπακούοντας στις εντολές Της, έχτισε το εκκλησάκι στο ακριβές σημείο της ανεύρεσης.
Η Παναγιά η Καβουράδενα γιορτάζει στις 8 Αυγούστου.

Παντέλι.
 

3,5 μίλα πλεύση ακόμη, και πιάσαμε το Παντέλι. Όπως θα διαβάσατε και αλλού, το μέρος είναι πρώτης προτεραιότητας τουριστικός προορισμός στο νησί. Το λιμάνι του, σχηματίζεται από τεχνητό βραχίονα – ντόκο, σε σχήμα τριγώνου, με την έξω μεριά να ‘βλέπει’ στο νοτιά.
 

Έπειτα από τρεις επισκέψεις και εντατικό ψάξιμο, καταλήξαμε να δέσουμε τρίτη ντάνα σε δύο καΐκια, που όπως μας ενημέρωσαν δεν θα έφευγαν τις επόμενες ημέρες. Εκείνες τις ώρες, τίποτα δεν προμήνυε τι θα ακολουθούσε. Για εμάς, το σενάριο έλεγε, πως την επομένη θα έφθανα αεροπορικώς από την Αθήνα, οι φίλοι μας Πάνος και Όλγα.
Έπειτα από το πρώτο σεργιάνι, φάγαμε κάτι ελαφρύ στο φουσκωτό και το απόγευμα βγήκα να αναζητήσω τον καλό μου φίλο από τα παλιά, Αντώνη Νικολάου, που το σπίτι του είναι πάνω στο λιμάνι. Έτσι και έγινε. Το βράδυ, μας βρήκε για ποτάκι ψηλά στον ανεμόμυλο που έχει γίνει μπαράκι. Είπαμε πολλά και θυμηθήκαμε περισσότερα.
Επιστρέψαμε στο φουσκωτό, σχεδόν μεσάνυχτα. Ο αέρας ήταν δυνατός και ενισχυόταν διαρκώς. Βοριά καθαρός, που έβαζε ρεστία στο λιμάνι, που γινόταν αντιμάμαλο στο βάθος και έπνιγε ολόκληρο το λιμάνι. Ήμουν καλά δεμένος, αλλά όντας έξω από τις γραμμές των άλλων, αέρας και αντιμάμαλο μας χόρευαν κανονικά. Για ύπνο, λίγο δύσκολο. Σεργιάνι βραδινό στο λιμάνι, για να περάσει η ώρα. Η πρόγνωση, έδινε εξασθένιση από το μεσημέρι. Αλλά μέχρι τότε …
 

Ξημέρωσε ο Θεός τη μέρα και έπειτα από ένα τρίωρο που κατάφερα να κοιμηθώ, βγήκα και πάλι στο λιμάνι. Είδα πολλούς επαγγελματίες να συζητούν για τη χτεσινή αντάρα. Οι δικές μου εκτιμήσεις, έκαναν λόγο για έξι φρέσκα. Οι ντόπιοι, τον έλεγαν οκτώ. Δεν επέμεινα βέβαια …
 

Ήλθαν και οι φίλοι μας και έφεραν την ύφεση – του αέρα. Ηρέμησαν τα πράγματα πολύ. Αφού τακτοποιηθήκαμε, κάναμε μια εξόρμηση μέχρι τον Πλάτανο, όπου έπεσαν και οι πρώτες σωστές μπύρες. Το βραδάκι, μας πήρε και πάλι ο Αντώνης για μια βόλτα στα πέριξ. Δεν θα το αρνηθώ, είναι μεγάλη δουλειά να σε πηγαίνουν στο σεργιάνι άνθρωποι σαν τον Αντώνη και τη Σέβη.
 

Και εκεί που είχαμε αφήσει πίσω μας την Αγία Μαρίνα και πηγαίναμε στα Άλιντα, πρόσεξα πως ούτε αέρα είχε, ούτε θάλασσα. ‘Τι γίνεται εδώ πέρα’ ερωτώ, για να πάρω την απάντηση για όλα τα λεφτά … ‘όταν έχει καιρό, εμείς εδώ φέρνουμε τα σκάφη μας. Αν θέλεις, φέρε και το δικό σου και δέσε το σε εκείνη την εξέδρα. Είναι του πατέρα μου.
Συνοπτικές οι διαδικασίες την επομένη, όπου έπειτα από ένα πολύ κουραστικό ταξίδι τριών μιλίων, έδεσα στον παράδεισο. Βάθος, ένα μέτρο. Δεν είχε ρεστία, δεν είχε απόνερα, είχε έτοιμα ρεμέτζα και εξέδρα στο ύψος της πασαρέλας μου. Τι να λέμε τώρα … Και με το αυτοκίνητο είκοσι μέτρα μακριά. Και με νερό σε αναμονή στην αρχή της εξέδρας. Βενζινάδικο, όχι δεν είχε, αλλά δεν χρειαζόμουν κιόλας.
Έκτοτε, αφοσιωθήκαμε στα ευγενή σπορ της βόλτας, της μάσας, του μπάνιου, της ξάπλας και της φραπεδιάς, με ολίγον τάβλι, ποτάκια, γλυκάκια και ότι βρίσκαμε στο δρόμο. Από την Αγία Μαρίνα, μας χώριζαν 2,5 χλμ. περίπου. Από το Παντέλι 4 και το Λακκί ήταν άλλα δύο.
 

Για την οικονομία του χρόνου, όσων αποφασίσουν να ασχοληθούν με το παρόν κείμενο, η λεπτομερής ο εκτενής αναφορά των μετακινήσεων μας ανά ημέρα, εκτιμώ πως δεν έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ούτως ή άλλως, το οδικό δίκτυο είναι πολύ καλό, με πρόσβαση οπουδήποτε. Θα αναφερθώ όμως διεξοδικότερα, σε όσα σημεία πιστεύω πως θα πρέπει να δείτε και να επισκεφθείτε, καθώς και εκείνα που κλέβουν – για διάφορους λόγους, τις εντυπώσεις.

Παντέλι.
 

Ας αρχίσω από το Παντέλι. Από την άκρη του λιμανιού ήδη, αρχίζουν οι ψαροταβέρνες. Παντού θα βρείτε εξαιρετική κουζίνα. Η ‘Ψαροπούλα’, είναι μέσα στην καρδιά μου, όχι μόνο για την κουζίνα της. Όταν βρέθηκα στο νησί και πριν από περίπου δέκα χρόνια για ένα ρεπορτάζ της εφημερίδας που συνεργαζόμουν, στην αιχμή του καλοκαιριού μαζί με φίλους, αναζήτησα δύο αυτοκίνητα για τις μετακινήσεις μας. Δεν είχα τύχη. Απευθύνθηκα στον καταστηματάρχη. Μου βρήκε ένα και προσπάθησε – μάταια όμως, για δεύτερο. Όταν εξαντλήθηκαν όλες οι εναλλακτικές, μου έδωσε το δικό του !!! Χωρίς σχόλια …
Στην κορυφογραμμή του λόφου πάνω από το Παντέλι, φαίνεται μια σειρά ανεμόμυλων. Ο πρώτος από όλους, έχει ανακαινιστεί και λειτουργεί σαν μπαράκι. View, όνομα και πράγμα, με εξαιρετική θέα στον οικισμό, απάνεμο στον ισχυρό αέρα, με άνετες θέσεις και καθαρό περιβάλλον. Εκεί, απολαύσαμε – δις – τα ποτά μας βραδάκι, με τον Αντώνη και την Σέβη.
 

Στο Παντέλι πάντα, στην άλλη άκρη του όρμου, δεσπόζει το πέτρινο ‘Castelo’, ξενοδοχείο, μπαρ, εστιατόριο, cafe. Λίγο υπερυψωμένο μπαλκόνι, με εξαιρετικό καφέ και θέα στο γιαλό. Και στη μέση της παραλίας, ανάμεσα στα άλλα μαγαζιά, το ‘Καφενεδάκι’, τόπος συνάντησης για τους ντόπιους της προ - ηγούμενης γενιάς και όχι μόνο. Εκεί, συνάντησα κάποιες φιγούρες – φυσιογνωμίες, από αυτές που λέμε νησιώτικες, με αρχοντιά και απίστευτη σκηνική παρουσία.
 

Αγία Μαρίνα – Άλιντα.
 

Στην Αγία Μαρίνα, στην κορυφή του υψώματος, βιγλάτορας στην κοιλάδα, τον οικισμό και το πέλαγος, στέκει το Κάστρο. Αναπαλαιωμένο πρόσφατα, χαρίζει στον επισκέπτη εξαιρετικές εικόνες της περιοχής προς κάθε κατεύθυνση. Η πρόσβαση, είναι εύκολη, με δρόμο που φθάνει σχεδόν μέχρι την είσοδο. Ισχύει ωράριο επισκέψεων, φροντίστε να ενημερωθείτε.
 

Χαρακτηριστικό στον οικισμό της Αγίας Μαρίνας, είναι το λιθόκτιστο που βρίσκεται σχεδόν το μισό, πάνω στη θάλασσα. Η πλατεία με τις καφετέριες, το μπαράκι στην πάνω άκρη του λιμανιού, σχεδόν χωμένο μέσα στο βράχο και τέλος το μπαρ – καφετέρια – εστιατόριο ‘Μύλος’. Αντλεί το όνομα από τον πασίγνωστο ανεμόμυλο που βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής από τη στεριά, με ένα στενό μονοπάτι να οδηγεί στην είσοδο του. Ολόκληρο το κτίσμα, βρίσκεται σαν να έχει αναδυθεί από τη θάλασσα. Περιβρέχεται από παντού, το ίδιο και το μονοπάτι. Και απέναντι του, η ταράτσα με την εξαιρετική θέα, για ποτό και καφέ, όταν επιτρέπει ο καιρός, καθώς ο δυνατός αέρας δεν είναι ευχάριστος. Από κάτω, με προστασία από τον αέρα, λειτουργεί ένα από τα ωραιότερα εστιατόρια του Αιγαίου. Θα βρείτε τραπέζι μόνο κατόπιν ραντεβού. Καθόλου τυχαία, αποτελεί κάτι σαν μήλο της έριδος για Τούρκους και Ιταλούς σκαφάτους, που αναζητούν με επιμονή και υπομονή λίγες θέσεις. Ο λόγος, γίνεται σαφής, μόλις τελειώσουν τα σκαλοπάτια που σας οδηγούν στο χώρο. Εμπειρία πραγματική, η κουζίνα, το περιβάλλον, η ατμόσφαιρα. Με τον ήλιο να δύει ντύνοντας τον τόπο στα κόκκινα, το φεγγάρι να ξεπροβάλλει πάνω από τα σπίτια …
 

Και για να γίνω πιο σαφής. Τα τελευταία 15 περίπου χρόνια, το εστιατόριο στηρίζεται από την οικογένεια Κουτσουνάρη, με τον Μάριο να είναι ο αποκλειστικός υπεύθυνος για την κουζίνα του. Χαλάλι ο λογαριασμός, χαλάλι η αναμονή. Όλες οι επιλογές, είναι τόσο καλά προσεγμένες, που βλέποντας στα διπλανά τραπέζια, θα θέλατε να τις είχατε όλες. Όμως το μενού, είναι εξαιρετικά πλούσιο, με βάση το ψάρι κυρίως. Για το μεράκι του εν λόγω, προδιαθέτει η … Vespa Rally 200 στην είσοδο. Όσο για τα γλυκά, ‘της μαμάς’ αποκαλύπτει μαζί με το μόνιμο χαμόγελο, όση ώρα μας μιλούσε. Πιστέψτε με, αυτό το δίωρο και μόνο, είναι λόγος για να ξαναπάς στο νησί.
 

Απέναντι στα Άλιντα, όπου ο οικισμός είναι απλωμένος πάνω στον παραλιακό δρόμο, βρίσκεται μεταξύ άλλων το ζαχαροπλαστείο ‘Μπλούτσος’. Εξαιρετικά γλυκά, παγωτό αλλά και καφές. Σημειώνω εδώ, πως μετά την Τρίτη ημέρα ακινησίας, δεμένοι στην εξέδρα, τα φορτία στις μπαταρίες είχαν λιγοστέψει επικίνδυνα. Αναζήτησα ρεύμα. Τη λύση, μου την έδωσε μαζί με τη μπαλαντέζα του, ο δήμαρχος της Λέρου που τυχαία είχε το σπίτι του απέναντι μας. Τον ευχαριστώ θερμά και μέσα από αυτές τις γραμμές.
 

Προχωρώντας στην παραλιακή των Αλίντων, σε λιγότερο από χιλιόμετρο μετά τα τελευταία σπίτια, θα βρείτε ένα μικρό οικισμό με παραλία, τα Δύο Λισκάρια. Μεταξύ άλλων, μπαράκι με ελαφρύ φαγητό, καφέ, ποτά κλπ, τάβλι, σκιά, αναπαυτικές καρέκλες, όλα πάνω από τη φυλαγμένη παραλία με πολύ ψιλό χαλίκι, άμμο σχεδόν, ξαπλώστρες, σκιά από αρμυρίκια και νερό για ντους. Συνιστάται ανεπιφύλακτα για ριλάξ. Λίγα μέτρα πιο πέρα, το εστιατόριο ‘Βαρελάδικο’. Αξίζει να το επισκεφθείτε, για γεύσεις και θέα.
 

Επιστρέφοντας στην παραλιακή Αλίντων, περίπου στη μέση του όρμου με κατεύθυνση προς Αγία Μαρίνα, βρίσκεται ένα σημαντικό αξιοθέατο, ο πύργος Μπελένη. Χτίστηκε το χρονικό διάστημα 1925 - 1927. Είναι λιθόκτιστο, διώροφο και στους πυργίσκους του τριώροφο κτήριο και δεσπόζει στην παραλιακή οδό. Περιβάλλεται από ωραίο και μεγάλο κήπο, που το κάνει ορατό από μεγάλη απόσταση. Στην μπροστινή μεριά του κήπου και στα δύο άκρα του υπάρχουν ισόγεια κτίσματα του ίδιου ρυθμού. Υπήρξε αρχοντική εξοχική κατοικία του εθνικού ευεργέτη Παρίση Μπελλένη (πάμπλουτου Αιγυπτιώτη εργολάβου δημοσίων έργων) ενώ αργότερα κατά την διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου (1943) λειτούργησε ως νοσοκομείο των Γερμανών με διαταγή του Στρατηγού Μιλερ. Οι αίθουσες των δύο πρώτων ορόφων διαμορφώθηκαν θεματικά.
Στον πρώτο όροφο φιλοξενείται η λαογραφική συλλογή με φορεσιές, γυαλικά, υποδήματα, χρηστικά σκεύη, εκκλησιαστικά κειμήλια, ενδυμασίες, κεντήματα, μουσικά όργανα, καθρέφτες της παλιάς εποχής. Μία αίθουσα είναι αφιερωμένη στον αγωνιστή Κυριάκο Τσακίρη, που εξορίστηκε στη Λέρο και γέμισε με τέχνη τις ώρες της απέραντης μοναξιάς του, ενώ σε άλλη αίθουσα το πρόχειρο χειρουργικό κρεβάτι, ο κλίβανος αποστείρωσης και τα ιατρικά εργαλεία καταγράφουν τις στιγμές που ο πύργος λειτούργησε ως νοσοκομείο κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
 

Στο δεύτερο όροφο βρίσκονται πολεμικά εκθέματα: Όπλα, πολυβόλα, ξιφάρια, σταυροί τάφων και ενθυμήματα του πλοίου «Βασίλισσα Όλγα». Εκθέματα από τη μάχη της Λέρου και από τη βύθιση του αντιτορπιλικού Βασίλισσα Όλγα στο Λακκί στις 26 Σεπτεμβρίου 1943 ξαναζωντανεύουν ώρες τραγικές αλλά και ώρες μεγαλείου που έζησε το νησί την περίοδο της ιταλοκρατίας και της γερμανικής κατοχής.
 

Επίσης σε διπλανή αίθουσα βρίσκεται πολεμικό υλικό από τη ναυμαχία του Γέροντα που έγινε στις 29 Αυγούστου 1824, λιθογραφίες του 1830, χάρτες, πορταίτα ευεργετών, σφραγίδες 18ου αιώνα, προσωπικά αντικείμενα του Μέγα Χαρτοφύλακα του Οικ. Πατριαρχείου Εμμ. Γεδέων και το πιάνο της κόρης του Π. Μπελλένη, Φλώρας. Δεν παραλείπω να τονίσω, την εξαιρετική από κάθε άποψη, σκηνική και τυπική, της γλυκύτατης Κατερίνας, που με πολύ διάθεση, μας ξενάγησε στο μνημείο.

Λακκί.
 

Στο Λακκί, υπάρχουν δύο μαρίνες. Μπαίνοντας στον αριστερό μυχό, η δημοτική, με παροχές και εύρος πάνω στον ντόκο. Οι συνθήκες είναι πάντοτε πολύ καλές. Η δεύτερη, είναι απέναντι ακριβώς, στο βάθος του όρμου. Είναι προφυλαγμένη από παντού, με πολλές ευκολίες και ανάλογες βέβαια χρεώσεις. Και βέβαια, σε αυτό το ναυτικό περιβάλλον, αξίζει να πιείτε τον καφέ σας το απόγευμα, με το πέσιμο του ήλιου. Η γεύση, αν μη τι άλλο, θα σας αποζημιώσει. Στην παραλία στο Λακκί, θυμίζω και πάλι τον ‘Κινέζο’ – Έλληνας είναι και μάλιστα από τους λίγους … με τραπεζάκια έξω για καφέ και πρωινό, με γρήγορο service και ανάλογες γεύσεις.
 

Στο πολεμικό Μουσείο του Τούνελ Μερικιάς, μπορείτε να πάτε ακόμη και πεζοπορώντας. Η απόσταση είναι περίπου δύο χλμ., η διαδρομή κατάφυτη και η θέα εξαιρετική. Αποτελεί έναν μοναδικό εκθεσιακό χώρο για την Ελλάδα. Ένα στρατιωτικό τούνελ – από τα πολλά που υπάρχουν στο νησί, που έχει αναστηλωθεί με πολύ προσοχή και σεβασμό και φιλοξενεί πλήθος εκθεμάτων.
 

Η Λέρος εξαιτίας της γεωστρατηγικής της θέσης και του εξαιρετικού φυσικού λιμανιού του Λακκιου, αποτέλεσε την ιταλική ναυτική βάση της Ανατολικής Μεσογείου, από τη δεκαετία του 1930. Με τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας το Σεπτέμβριο του 1943, οι Γερμανοί επιχείρησαν να καταλάβουν τα Δωδεκάνησα που βρίσκονταν στον έλεγχο των πρώην συμμάχων τους. Τα ιταλικά στρατεύματα προσπάθησαν να αμυνθούν με τη βοήθεια κάποιων βρετανικών στρατευμάτων που ήρθαν σε βοήθεια. Η σφοδρότερη σύγκρουση έγινε στο νησί της Λέρου που και οι δύο αντίπαλοι συγκέντρωσαν μεγάλη δύναμη πυρός. Η μάχη της Λέρου διήρκησε 3 μέρες σκληρών συγκρούσεων και αποτέλεσε την τελευταία σημαντική νίκη για τις δυνάμεις του άξονα.
 

Η επίσκεψη στο πολεμικό μουσείο αποτελεί μια περιήγηση στο χρόνο και στην ιστορία του νησιού. Εκτίθεται εκθεμάτων που βρέθηκαν διάσπαρτα στο νησί ή ανασύρθηκαν από τις θάλασσες του, αλλά και άλλα που δωρίσθηκαν από τον Ελληνικό Στρατό και ιδιώτες, φωτογραφίες και χάρτες, μακέτες και κάθε είδους υλικό, γίνονται οδηγοί σε αυτό το ταξίδι στην ιστορία. Στον περιβάλλοντα χώρο του Τούνελ λειτουργεί στρατιωτικό μουσειακό πάρκο που περιλαμβάνει στρατιωτικά αυτοκίνητα, φορτηγά, αεροπλάνα και διάφορα άλλα αντικείμενα ή όπλα.
 

Στο τέλος του Τούνελ έχει διαμορφωθεί ειδικός χώρος για την προβολή ταινίας μικρού μήκους με πλούσιο πληροφοριακό υλικό για τη Μάχη της Λέρου.
Το μουσείο, λειτουργεί τους θερινούς μήνες καθημερινά από 09.30 έως 13.30, με είσοδο τρία ευρώ, ενώ υπάρχει μειωμένη τιμή εισόδου δύο ευρώ για μαθητές, φοιτητές, προσκόπους, άτομα τρίτης ηλικίας και ομάδες. Η είσοδος για τα άτομα με ειδικές ανάγκες είναι δωρεάν.
 

Εκτός όμως από το συγκεκριμένο μουσείο για την πολεμική ιστορία του νησιού, εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η ιδιωτική συλλογή του Ιωάννη Παραπονιάρη. Το “Diposito di Guerra”, που βρίσκεται στην περιοχή Αγία Ειρήνη. Εκεί, σε ιδιόκτητο χώρο, ο συλλέκτης Ιωάννης Παραπονιάρης, διαθέτει μια πολύ πλούσια συλλογή κειμηλίων και εκθεμάτων, που με πολύ κόπο και μεράκι, συγκέντρωσε με δική του πρωτοβουλία.
Ο κ. Παραπονιάρης, γεννήθηκε στη Λέρο το 1954 στην περιοχή Αγία Ειρήνη. Σε εκείνη την περιοχή βρισκόταν η πυροβολαρχία PL 127, με τα πιο σύγχρονα κανόνια της εποχής και το στρατηγείο του Βρετανού ταξίαρχου Tinley κατά τη Μάχη της Λέρου το Νοέμβριο του 1943. Οι μνήμες από τα παιδικά του χρόνια έχουν να κάνουν με εικόνες και τεκμήρια που σώζονταν και μαρτυρούσαν τα όσα διαδραματίστηκαν κατά τη Μάχη της Λέρου. Ο ίδιος θυμάται ακόμα τα σημάδια που υπήρχαν παντού στα κτήρια, τα διάσπαρτα πυρομαχικά και μεγάλο αριθμό βομβών και οβίδων που δεν είχαν εκραγεί ποτέ.
 

Το Μουσείο Πολεμικών Ευρημάτων Ιωάννη Παραπονιάρη ή αλλιώς “Diposito di Guerra” περιέχει περίπου 3000 αντικείμενα. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται ασπρόμαυρες φωτογραφίες εποχής, όπλα, οβίδες, παράσημα, νάρκες, εφημερίδες εποχής, αλεξίπτωτα, τμήματα μαχητικών αεροπλάνων και προσωπικά αντικείμενα στρατιωτών.
 

Ο οπλισμός που συμπεριλαμβάνετε στην ιδιωτική αυτή συλλογή είναι καθόλα νόμιμος. Το γεγονός αυτό αποτέλεσε περιπέτεια για τον ίδιο με αποτέλεσμα την υπ’ αριθμ. 103/17-10-1996 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, βάση της οποίας η κατοχή της συλλογής κρίθηκε νόμιμη μετά και από έλεγχο του Ελληνικού Στρατού.
 

Το Μουσείο και όλα τα αντικείμενα αφηγούνται την ιστορία της Λέρου κατά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, την Μάχη της Λέρου αλλά και τις προσωπικές ιστορίες στρατιωτών. Παρόλα αυτά, οι επισκέπτες έχουν την ευκαιρία να ακούσουν την ιστορία από τον ίδιο τον κύριο Παραπονιάρη με λεπτομέρειες που μόνο ένας συλλέκτης ξέρει. Όπως λέει και ο ίδιος «Η ιστορία μου είναι η ιστορία ενός συλλέκτη με όλη τη σημασία της λέξης. Είναι η ιστορία ενός ανθρώπου με πραγματικό πάθος για τη νεότερη ιστορία του τόπου του, μια ιστορία που τη διηγούνται με το δικό τους τρόπο τα περίπου 3000 αντικείμενα της συλλογής μου. Σας προσκαλώ να την ανακαλύψετε». Για την επίσκεψη στα εκθέματα, δεν προβλέπεται εισιτήριο. Όμως, όσοι επισκέπτες το επιθυμούν, μπορούν να συνεισφέρουν αυτοβούλως.
 

Είδαμε επίσης.
 

Αξίζει επίσης να δείτε, στην περιοχή της Κόκκαλης, στο βόρειο άκρο του όρμου της Γούρνας, το γραφικό εκκλησάκι του Άγιου Ισίδωρου κτισμένο σε ένα νησάκι μέσα στη θάλασσα το οποίο ενώνεται με ένα μικρό διάδρομο, δίπλα στο παλιό βουλιαγμένο λιμανάκι. Ο διάδρομος είναι τεχνητά διαμορφωμένος, πάνω σε πολύ ρηχό βυθό, με τις ξέρες να φαίνονται διάσπαρτες. Το καλοκαίρι η περιοχή γεμίζει από επισκέπτες, αφού στο συγκεκριμένο εκκλησάκι γίνονται πολλοί παραδοσιακοί γάμοι.
Το μικρό ασβεστωμένο εκκλησάκι απέχει σχεδόν 50 μέτρα από την ακτή. Στον βυθό πέριξ του νησιού υπάρχουν χαλάσματα τα οποία πιθανολογείται ότι προέρχονται από αρχαία κτίσματα.
 

Από τις εμπειρίες μου, αξίζει να αναφέρω και την ταβέρνα του Καράφλα, συνονόματος, όνομα και όψη. Το δρομάκι – με τα πόδια – που οδηγεί σε αυτήν, θα το … ανακαλύψετε σε κάποια στροφή του δρόμου που οδηγεί στο Παντέλι. Κατηφορίζοντας το πέρασμα, τίποτα δεν προϊδεάζει για την θέση της, που χαρίζει πανοραμική θέα. Υπάρχουν τρία μπαλκόνια, με τις περισσότερες θέσεις να προ – αποζημιώνουν την προσπάθεια. Ολόκληρη, η αποζημίωση, έρχεται με τις επιλογές σας από την εξαιρετική κουζίνα του. Κάπου ενδιάμεσα, εμφανίζεται και ο ίδιος, ζητώντας τη γνώμη σας …
 

Κλείνοντας, θα προχωρήσω δυόμιση εβδομάδες ημερολογιακά, όταν επιστρέψαμε για την ανέλκυση και επιστροφή στον Πειραιά. Ο Νικήτας ήταν εκεί και μας πρόσφερε το ίδιο αυτοκίνητο, μαζί και τα κλειδιά της μεζονέτας που μας πρόσφερε την πρώτη φορά. Ξανά μια … βόλτα στους γνωστούς και φίλους. Αυτή τη φορά, προστέθηκε η Μυρώ. Η κόρη του φίλου μου από την εποχή του γυμνασίου Σπύρου Πάντου. Στην παρέα, προστέθηκε πάλι ο φίλος από τα παλιά Βαγγέλης Μπαλαμπάνης. Ήδη, από την πρώτη μας ‘περίοδο’ στο νησί, τον νοιώθαμε συνεχώς δίπλα μας. Μας κέρασε σε μπαράκι, μας έκανε το τραπέζι στο σπίτι του, έφερε περασμένα μεσάνυχτα το τεντεράκι του για να αλλάξουμε τα ρεμέτζα μας, έκανε και κάποιες μεταφορές προσωπικού με το δικό του μέσο …
 

Η διαδικασία, προβλεπόταν αντίστροφη της αρχικής. Μόνο που άλλαξε στα … σημεία. Η τελευταία επισκόπηση της γάστρας μου, φανέρωσε αρκετή ‘πρασινίλα’. Ως ένα σημείο φυσιολογικό, παρ’ ότι είχε περαστεί με κάποιο από αυτά τα ‘θαυματουργά’ υγρά. Η ιδέα και μόνο ότι θα επέστρεφα έτσι, δεν μου άρεσε καθόλου. Άλλως τε, όταν θα είχε στεγνώσει, θα ήταν πολύ περισσότερο δύσκολο να καθαριστεί. Στην αναζήτηση λύσης, οι καλοί μου φίλοι συνέστησαν να αποταθώ στον Κώστα Κοντογεωργάκη. Παλιό μέλος στο Λεριακό, με εμφανίσεις και σε αγωνιστικές εκδηλώσεις εκτός των άλλων, που διατηρεί ίσως το μεγαλύτερο πρατήριο υγρών καυσίμων, στο Λακκί, με υποδομή, οργάνωση και τεχνογνωσία marine service.
 

Και ιδού η συνέχεια. Έπειτα από συνεννόηση μαζί του, κατέβηκε ο ίδιος με ένα Pajero, μαζί με βοηθό στη γλίστρα, όπου με συνοπτικές διαδικασίας το φουσκωτό ανέβηκε στο τρέιλερ και οδηγήθηκε στις εγκαταστάσεις του. Το πάρκαραν στο χώρο του πλυντηρίου και μου παραχώρησαν την πλυστική συσκευή για όσο την χρειαζόμουν. Μάλιστα, επέμενε αν βάλει κάποιον από το προσωπικό του για αυτό, αλλά το θεώρησα υπερβολικό. Η τέντα από πάνω μας, εξασφάλιζε σκιά για την επομένη το πρωί. Και όταν τελείωσα, μου πρόσφερε ίσως την καλύτερη χειροποίητη λεμονάδα που έχω πιεί. Εκεί διανυκτερεύσαμε, μέχρι την επομένη,. Όπου το γνωστό φορτηγάκι πήρα το φουσκωτό στο λιμάνι. Και το κερασάκι. Όταν ζήτησα το αντίτιμο για όλα αυτά, μου θύμωσε κιόλας. Ακούς εκεί …
Η επιστροφή μας, έγινε με το ίδιο καράβι, Superfast XII. Με άλλη βάρδια όμως. Κατά την είσοδο του φουσκωτού στο πλοίο, μέλος του πληρώματος – βαθμοφόρος, με ρώτησε πόσο είναι το πλάτος του. Απάντησα με μια απόκλιση πέντε εκατοστών, πάνω – κάτω. ‘ Καλά, δεν ξέρετε πόσο φαρδύ είναι το σκάφος σας …’ τον άκουσα να με παρατηρεί. Τι να του πως τώρα … Και χωρίς άλλη κουβέντα, έδωσε εντολή στον οδηγό, να πάρει το φουσκωτό στο πάνω γκαράζ. Αποτέλεσμα, να συρθεί το πίσω μέρος από το δεξί μπαλόνι, πάνω στην μεταλλική κουπαστή της ράμπας. Αρκούσε όπως καταλαβαίνετε ένα γρέζι, για να το ξυραφιάσει. Ανέβηκα και το είδα. Τα σημάδια ήταν εμφανή. Όσο για την πληρότητα, δεν ξεπέρασεσε το 60% στο ταξίδι.
 

Δεν ξέρω αν αυτό που έκανα ήταν το καλύτερο. Νοιώθοντας έντονο θυμό και εκνευρισμό, προτίμησα να ανέβω στο σαλόνι και να πιω ένα καφέ. Δεν ξαναμίλησα για το περιστατικό όσο διήρκεσε το ταξίδι. Έδωσα τόπο στην οργή, αλλά και μια υπόσχεση. Πως επόμενη φορά για κάτι τέτοιο, απλά δεν θα υπάρξει.
 

Την μετακίνηση του φουσκωτού μου με το πλοίο, πριν από κάποια χρόνια, σχεδόν την χλεύαζα. Όμως από τότε, έχουν αλλάξει πολλά. Και δεν αναφέρομαι μόνο στην κρίση που τα έχει αναποδογυρίσει όλα. Εννοώ πως η επιλογή μας έχει να κάνει με καλύτερο ποσοστό διασκέδασης και όχι ταλαιπωρίας. Αν επιλέγαμε να ταξιδέψουμε μέχρι τη Λέρο, θα έπρεπε να διανύσουμε 300+ μίλια. Δηλαδή, 600+ λίτρα καύσιμα, 900+ ευρώ. Το κόστος μεταφοράς με το πλοίο, ήταν 315 ευρώ για το φουσκωτό και 60 ευρώ τα εισιτήρια για εμάς ανά διαδρομή. Η οικονομική διαφορά δεν είναι μεγάλη, αλλά κατά την άποψη μου, το μείζον κέρδος, είναι πως περάσαμε δύο φορές το Αιγαίο ατσαλάκωτοι, κερδίζοντας επίσης κάποιες ώρες στα ωρόμετρα και μεταθέτοντας τα όρια για τα service των κινητήρων για αργότερα.

 

 

Επόμενος σταθμός, Κάλυμνος.
 

Powered by Blog - Widget