MENU
MENU
  • 43 Pic43.jpg43 Pic43.jpg

Ηρακλής Καλογεράκης. Ηχο - εντοπιστικές και ιχθυο - εντοπιστικές συσκευές. Από τη θεωρία στην πράξη. Β - μέρος.

Γράφει ο Ηρακλής Καλογεράκης, Αξιωματικός ΠΝ εα και ερασιτέχνης αλιεύς.


ΜΕΡΟΣ Β
 

 

Όλες οι εταιρείες κατασκευής ηχοεντοπιστικών συσκευών έχουν αναπτύξει συσκευές με ενσωματωμένο δέκτη GPS, τις γνωστές συσκευές “Combo” (Σχήμα 1) Οι συσκευές αυτές μας επιτρέπουν να έχουμε με μεγάλη ακρίβεια στους ηλεκτρονικούς χάρτες που διαθέτουν, τη θέση μας, εμφανίζουν την κίνηση μας στην οθόνη και μας δίνουν τη δυνατότητα να μαρκάρουμε ή να αποθηκεύσουμε τα σημεία που μας ενδιαφέρουν, έτσι ώστε να μπορούμε να επιστρέψουμε πάλι σε αυτά αμέσως μετά ή όποτε θέλουμε στο μέλλον. Οι συσκευές αυτές είναι η καλύτερη λύση για αυτούς που δεν έχουν αρκετό χώρο στο σκάφος να τοποθετήσουν ξεχωριστές μονάδες SONAR και GPS και επίσης αποτελούν μια πολύ πιο οικονομική λύση.
 

ΙΧΘΥΟ-ΕΝΤΟΠΙΣΤΙΚΕΣ ΣΥΣΚΕΥΕΣ –ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ -ΚΥΡΙΑ ΜΟΝΑΔΑ
 

Στο πρώτο μέρος αναφερθήκαμε στην ιστορία και στους κανόνες φυσικής που διέπουν γενικά τα SONAR. Αναφερθήκαμε στο τρόπο λειτουργίας τους και αναπτύξαμε διεξοδικά το τμήμα «μορφοτροπέας». Στο μέρος αυτό θα αναφερθούμε στη κεντρική μονάδα της συσκευής που περιέχει τον πομποδέκτη, τον επεξεργαστή σήματος και την οθόνη, και θα εστιάσουμε στην ερμηνεία της εικόνας που βλέπουμε στην οθόνη.
 

Η κεντρική μονάδα όπως έχουμε αναφέρει είναι το τμήμα που αφενός στέλνει το ηλεκτρικό σήμα το οποίο δημιουργεί την ηχητική δέσμη που θα εκπεμφθεί από τον μορφοτροπέα και αφ ετέρου λαμβάνει τα σήματα των «ηχώ» που επιστρέφουν στον μορφοτροπέα για να τα επεξεργαστεί κατάλληλα ώστε να τα εμφανίσει στην οθόνη της συσκευής. (Σχήμα 2)
 

Σύμφωνα με τη θεωρία της διάδοσης του ήχου, όταν η ηχητική δέσμη του SONAR συναντήσει ένα αντικείμενο, αυτή θα ανακλαστεί. Μέρος της ανακλώμενης ενέργειας (ηχώ), θα επιστρέψει πίσω στον μορφοτροπέα και θα μετατραπεί σε ηλεκτρικό σήμα. Όποτε τώρα ο μορφοτροπέας συλλαμβάνει κάποια ηχώ, τη μετατρέπει σε ηλεκτρικό σήμα που το στέλνει στη κεντρική μονάδα για να ενισχυθεί και να επεξεργαστεί.
 

Ο επεξεργαστής της κεντρικής μονάδας υπολογίζει τη χρονική διαφορά μεταξύ ενός παλμού μετάδοσης και της ηχούς επιστροφής και στη συνέχεια οδηγεί το σήμα με όλες τις πληροφορίες που επεξεργάστηκε στην οθόνη για να εμφανιστεί στη σωστή απόσταση. Η εικόνα που σχηματίζεται περιέχει τις απαραίτητες πληροφορίες που μπορούν εύκολα να γίνουν αντιληπτές, να εκτιμηθούν και να αξιοποιηθούν από τον χρήστη.
 

Παράγοντες που επηρεάζουν & συνθέτουν την εμφανιζόμενη εικόνα
 

Η ένταση, η συχνότητα και το μήκος κύματος του ηχητικού μας παλμού έχουν άμεση σχέση με την εικόνα που θα εμφανιστεί στην οθόνη της συσκευής.
 

Η γνώση του μήκους του ηχητικού κύματος είναι ιδιαίτερα σημαντική, γιατί μας καθορίζει πού αυτό θα ανακλαστεί και συνεπώς μας λεει τι να αναμένουμε να δούμε. (Σχήμα 3)
Ένα ηχητικό κύμα θα ανακλαστεί έντονα από κάτι που είναι μεγαλύτερο από τον εαυτό του. Εάν το αντικείμενο είναι μικρότερο, τότε το ηχητικό κύμα σχεδόν θα γλιστρήσει πάνω από το αντικείμενο και η «ηχώ» θα είναι πολύ αδύναμη. Όπως προαναφέραμε στη θεωρία, η συχνότητα αναφέρεται στον αριθμό των ηχητικών κυμάτων που εκπέμπονται από έναν μετατροπέα κάθε δευτερόλεπτο και το μήκος κύματος καθορίζεται από τη συχνότητα των ηχητικών δονήσεων και την πυκνότητα του μέσου στο οποίο διαδίδεται.
Η εξίσωση του έχει: Μήκος κύματος= ταχύτητα του ήχου/συχνότητα.
 

Αφού λοιπόν κατά μέσο όρο η ταχύτητα του ήχου στο νερό είναι 1.500 μ ανά δευτερόλεπτο τότε αν η συσκευή μας λειτουργεί στους 200 kHz η εξίσωση μας θα είναι: 1500 μ/sec δια 200.000 cyc/sec = 0,0075μ/cyc δηλαδή 0,75 εκατοστά.
Αν η συσκευή λειτουργεί στα 50 kHz τότε η εξίσωση μας είναι: 500μ/sec δια 50.000 cyc/sec=0,03μ/cyc δηλ. 3 εκατοστά.
 

Ένα ηχητικό κύμα λοιπόν στα 200 kHz είναι σε θέση να ανιχνεύσει τα ψάρια που έχουν νηκτική κύστη περίπου 0,75 εκατοστών ενώ αν είναι σε συχνότητα 50 kHz θα εντοπίζει ψάρια με κύστη μήκους πάνω από 3 εκατοστά. Επίσης, αν ψάρια απέχουν μεταξύ τους λιγότερο από τις τιμές αυτές δεν θα εμφανιστούν σαν μεμονωμένα ή αν απέχουν λιγότερο από τον βυθό, τότε δεν θα ξεχωρίζουν από αυτόν.
 

Συχνότητες λειτουργίας συσκευών. (Σχήμα 4) Ο εκπεμπόμενος παλμός (ping) ηχητικής ενέργειας αλλά και η επιστροφή του, στα παραδοσιακά SONAR γίνεται μέσω ενός κυκλώματος συνεχούς αλλαγής εκπομπής και λήψης. Ο μορφοτροπέας σε όλες τις συσκευές χρησιμοποιεί περίπου το 1% του χρόνου (μικροδευτερόλεπτα) για να εκπέμψει και περίπου το 99% του χρόνου του για να ακούσει τις επιστροφές του ήχου
 

Γενικά, οι συχνότητες που χρησιμοποιούνται στις συσκευές εντοπισμού ψαριών κυμαίνονται από 15 kHz έως 800 kHz. Οι συσκευές που προορίζονται για τους επαγγελματίες ψαράδες χρησιμοποιούν συχνότητες 15, 22, 28, 38, 45, 50, 68, 75, 88, 107, 150 και 200 kHz ενώ, η πλειονότητα των συσκευών που προορίζονται για την ερασιτεχνική αλιεία χρησιμοποιούν τις συχνότητες των 50 και των 200 kHz. Ορισμένες σύγχρονες συσκευές για πλευρική ή προς τα κάτω λεπτομερή απεικόνιση χρησιμοποιούν και τις συχνότητες των 400 ή ακόμη και των 800 kHz.
 

Υπάρχει λοιπόν, διαθέσιμη στην αγορά μια ευρεία γκάμα επιλογής συχνοτήτων.
Μερικές συσκευές χρησιμοποιούν μια μόνο συχνότητα, άλλες χρησιμοποιούν δύο συχνότητες (την υψηλή και χαμηλή συχνότητα) ενώ οι πιο σύγχρονες λειτουργούν σε ένα φάσμα συχνοτήτων, δηλ. σε μια περιοχή πολλών συχνοτήτων.
 

Η επιλογή της συχνότητας εξαρτάται από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, όπως μεταξύ άλλων, εύρεση συγκεκριμένου είδους ψαριού, χαρακτηρισμό επιφάνειας βυθού, έρευνα ευρείας περιοχής, λεπτομερή έρευνα περιοχής για εντοπισμό κοπαδιών, αποφυγή παρεμβολής από άλλη γειτονική συσκευή κ.ο.κ.
 

Η περιοχή αναζήτησης (το βάθος ερεύνης) εξαρτάται από τη συχνότητα που χρησιμοποιείται. Από τη μία πλευρά, οι υψηλές συχνότητες είναι κατάλληλες για λεπτομερή έρευνα αλλά δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε μεγάλα βάθη ενώ από την άλλη οι χαμηλές συχνότητες είναι κατάλληλες για έρευνες σε ευρύτερη περιοχή καθώς και για έρευνα σε βαθιά νερά.
 

Οι επαγγελματίες αλιείς συνηθίζουν να ερευνούν μια περιοχή αρχικά με χρήση χαμηλής συχνότητας (δηλ. 15 kHz) για να εντοπίσουν τη θέση των κοπαδιών των ψαριών και μετά περιορίζουν την περιοχή αναζήτησης μεταπίπτοντας σε υψηλή συχνότητα (200 kHz), για να βρουν την ακριβή θέση των ψαριών και να χειρίσουν το σκάφος έτσι ώστε τα ψάρια να είναι ακριβώς κάτω τους.
 

Οι συσκευές και οι περισσότεροι μορφοτροπείς στην ερασιτεχνική αλιεία, μπορούν να συντονιστούν σε μία ή και στις δύο συχνότητες, των 200 kHz (υψηλή) και των 50 kHz (χαμηλή). Αυτό σημαίνει πως ο μετατροπέας τους μπορεί να χειριστεί σήματα και στα 50 και στα 200 kHz μεμονωμένα ή ταυτόχρονα και στις δύο συχνότητες μαζί. Αυτές οι συσκευές έχουν ενσωματωμένα ηλεκτρονικά κυκλώματα που μπορούν να μεταδώσουν και να λάβουν σήματα αυτών των δύο συχνοτήτων και συνεργάζονται με ένα, κατάλληλο για να χειρίζεται αυτές τις συχνότητες, μορφοτροπέα.
 

Χαμηλή ή υψηλή συχνότητα; (Σχήμα 5) Υπάρχουν πλεονεκτήματα σε κάθε συχνότητα, αλλά για όλες σχεδόν τις εφαρμογές σε γλυκά νερά και στις περισσότερες περιπτώσεις στη θάλασσα η συχνότητα των 192 ή 200 kHz είναι η καλύτερη επιλογή.
 

Οι υψηλές συχνότητες μας δίνουν περισσότερες λεπτομέρειες και συνεπώς έχουμε καλύτερη εικόνα του βυθού ή της περιοχής στην οθόνη μας. Επίσης αποδίδουν καλύτερα σε μικρά βάθη, όταν πλέουμε με μια μεγάλη ταχύτητα ή με κακές καιρικές συνθήκες αφού επηρεάζεται λιγότερο από το θόρυβο και έχουμε λιγότερες ανεπιθύμητες ηχώ. Επίσης ο προσδιορισμός του βυθού ή της θερμοκλινούς ζώνης είναι καλύτερος. Οι ηχώ στις υψηλές συχνότητες είναι πιο εμφανείς και έχουν καλύτερη διαχωριστική ικανότητα δηλαδή οι κοντινά ευρισκόμενοι στόχοι εμφανίζονται στην οθόνη ως δύο ξεχωριστές ηχώ αντί για μία.
 

Μια συσκευή με χαμηλή συχνότητα υπό τις ίδιες συνθήκες και ισχύ σήματος, διεισδύει σε μεγαλύτερα βάθη από ότι με τις υψηλότερες συχνότητες. Αυτό συμβαίνει επειδή στις χαμηλές συχνότητες το νερό απορροφά τα ηχητικά κύματα με βραδύτερο ρυθμό και συνεπώς το σήμα μπορεί να ταξιδέψει μακρύτερα πριν εξασθενίσει και γίνει πολύ αδύναμο για αξιοποίηση. Επίσης οι χαμηλές συχνότητες σε κακές καιρικές συνθήκες προκαλούν μεγαλύτερο «θόρυβο επιφανείας». Οι μορφοτροπείς των χαμηλών συχνοτήτων έχουν μεγαλύτερες γωνίες κώνου από τους μετατροπείς των υψηλών συχνοτήτων, γεγονός που σημαίνει ότι ο εξερχόμενος παλμός απλώνεται περισσότερο και συνεπώς ερευνούμε μια μεγαλύτερη περιοχή κάτω από το σκάφος. Επίσης οι ηχώ από τους στόχους (τόξα ψαριών) εμφανίζονται μεγαλύτερες και αυτό καθιστά τον εντοπισμό των ψαριών ευκολότερο. Στις χαμηλές συνεπώς συχνότητες έχουμε μικρότερη ευκρίνεια, μικρότερη διαχωριστική ικανότητα και αυξημένη ευαισθησία στον θόρυβο.
 

Αν θέλουμε λοιπόν να εντοπίζουμε ψάρια σε περιοχές με βάθος μέχρι 100μ χρησιμοποιούμε υψηλές συχνότητες (υψηλή απορρόφηση του ήχου) ενώ για την έρευνα σε μεγαλύτερα βάθη και στη θαλάσσια γεωλογία (π.χ. στην έρευνα για κοιτάσματα πετρελαίου) χρησιμοποιούμε χαμηλές συχνότητας (μικρή απορρόφηση του ήχου). Συνεπώς ο καθορισμός της επιθυμητής συχνότητας λειτουργίας εξαρτάται από τη χρήση του συστήματος Sonar που θέλουμε να κάνουμε και από την επιθυμητή ευαισθησία.
Δυνατότητα δύο συχνοτήτων (Dual frequency ή Dual beam sonar) (Σχήμα 6)
 

Πολλές από τις συσκευές στην αγορά έχουν τη δυνατότητα να λειτουργούν ταυτόχρονα και στις δύο συχνότητες π.χ. 50/200 KHz και η λειτουργία αυτή έχει σχεδιαστεί για να μας δίνει τα πλεονεκτήματα των ηχητικών κυμάτων και χαμηλής και υψηλής συχνότητας.
Σε αυτές τις συσκευές, η μια δέσμη μας παρέχει κωνική κάλυψη ακριβώς κάτω από το σκάφος και η άλλη στη πιο πέρα περιοχή. Ο μορφοτροπέας έχει μια στενή κεντρική δέσμη 20ο που περιβάλλεται από μια δεύτερη δέσμη των 60ο μεγαλώνοντας έτσι την καλυπτόμενη περιοχή. Η διάμετρος της βάσης του κώνου ερεύνης είναι, όσο είναι και το βάθος της περιοχής. Δηλαδή σε μια περιοχή βάθους 20 ποδιών η ευρύτερη δέσμη θα καλύπτει μια περιοχή διαμέτρου 20 ποδών.
 

Με αυτά που έχουμε πει μέχρι τώρα, η ευρεία δέσμη του μετατροπέα (50 kHz) καλύπτει μεν μια μεγαλύτερη περιοχή, αλλά μας παρέχει λιγότερες λεπτομέρειες του βυθού.(Σχήμα 7). Επιπλέον, το σήμα επιστρέφει μόλις βρει το υψηλότερο σημείο του βυθού δημιουργώντας μια νεκρή ζώνη κάτω του. Αντιθέτως, η στενή δέσμη (200 kHz) καλύπτει λιγότερης έκτασης περιοχή, αλλά δείχνει περισσότερες λεπτομέρειες του βυθού.
Οι εικόνες από τις δύο δέσμες μπορούν να συνδυαστούν για προβολή στην οθόνη ξεχωριστά ή μπορεί να προβληθούν δίπλα-δίπλα (split screen) για να συγκριθούν οι εικόνες. Έτσι με τις συσκευές αυτές και τη ταυτόχρονη χρήση και των δύο δεσμών επιτυγχάνουμε την μεγαλύτερη κάλυψη της ευρείας δέσμης και την καλύτερη ακρίβεια της στενής δέσμης.
 

Συσκευές με τεχνικές απεικόνισης υψηλής ανάλυσης. (Σχήμα 8)
 

Από τις αρχές του 2005 οι διάφοροι κατασκευαστές σχεδίασαν μια συσκευή που λειτουργεί σε υψηλές συχνότητες και μας δίνει μια καταπληκτική εικόνα της γύρω και της κάτω από το σκάφος περιοχής. Οι συσκευές αυτές προσεγγίζουν τις δυνατότητες των ενεργητικών στρατιωτικών SONAR. Οι δέσμες τους μπορούν να κοιτάζουν προς τα πλάγια, να εκπέμπουν κατευθείαν προς τα κάτω ή μπορούν να κατευθυνθούν 360ο περιφερειακά. Οι συσκευές απεικόνισης (SI ή DI) εμφανίζουν υπέροχες τρισδιάστατες απεικονίσεις με ακριβέστερες πληροφορίες βυθού, απόστασης στόχων καθώς και εικόνες που δεν απαιτούν ερμηνεία χάρις στη τελευταία τεχνολογία των συσκευών ηχοεντοπισμού. (Σχήμα 9). Ένα βυθισμένο δέντρο μοιάζει με δέντρο, τα φύκια παρουσιάζονται ως είναι και τα βράχια ή οι πέτρες όπως στη πραγματικότητα είναι.
 

Η φιλοσοφία λειτουργίας όλων αυτών των συσκευών είναι η ίδια αλλά οι διάφοροι κατασκευαστές δεν την αναφέρουν με το ίδιο όνομα. Ανάλογα με την εταιρεία η μεν Humminbird την ονομάζει Side Imaging & Down Imaging, η Garmin τη λεει SideVü και η Lowrance την αποκαλεί StructureScan.
 

Οι συσκευές αυτές χρησιμοποιούν μια μεγάλης ισχύος δέσμη υψηλής συχνότητας (400 ή 800kHz), που ζωγραφίζει στην κυριολεξία την εικόνα της υποβρύχιας δομής και των αντικειμένων που βρίσκονται σε κάθε πλευρά ή και κάτω από το σκάφους.
Έτσι μια νέα γενιά στη τεχνολογία των ηχοεντοπιστικών συσκευών επικεντρώθηκε τη τελευταία δεκαετία σε συστήματα που λειτουργούν με υψηλή συχνότητα που το μόνο μειονέκτημα που έχουν, είναι ότι επειδή τα ηχητικά κύματα που εκπέμπουν έχουν μεγάλες απώλειες κατά τη διάδοση τους, δεν πάνε μακριά. Η μικρή τους εμβέλεια όμως δεν είναι και τόσο μεγάλο πρόβλημα αφού οι περισσότεροι ερασιτέχνες αλιείς ψαρεύουν σε περιοχές με σχετικά μικρά βάθη και στην ουσία δεν χρειάζονται συσκευές με μεγάλη ισχύ αλλά συσκευές με μικρότερη ισχύ και με καλύτερη εικόνα.
 

Οι περισσότερες συσκευές με δυνατότητες πλευρικής απεικόνισης, (Σχήμα 10) χρησιμοποιούν τις συχνότητες των 800 kHz και των 400 ή των 455 kHz. Ορισμένοι κατασκευαστές χρησιμοποιούν και τις δύο συχνότητες, ενώ άλλοι κατασκευαστές περιορίζονται μόνο στη χαμηλή συχνότητα. Εκτός όμως από τη πλευρική σάρωση (Side Imaging) οι κατασκευές σχεδίασαν συσκευές που ερευνούν με την ίδια τεχνολογία και προς τα κάτω (Down Imaging). Επίσης, πρόσφατα η Humminbird, έφτιαξε συσκευές που χρησιμοποιούν τη συχνότητα των 1200 kHz (MEGA Imaging) οι οποίες εμφανίζουν στην οθόνη μια τέλεια εικόνα της καλυπτόμενης περιοχής σε έκταση 125 ποδών δεξιά και αριστερά του σκάφους.
 

Όπως προαναφέραμε, οι μορφοτροπείς των κλασικών συσκευών SONAR χρησιμοποιούν επίπεδους κυκλικούς δίσκους κρυστάλλων των οποίων το πάχος καθορίζει τη συχνότητα και η διάμετρος τη γωνία του κώνου (20ο ή 60ο). Όσο μεγαλύτερη είναι η διάμετρος, τόσο μικρότερη είναι η γωνία του κώνου για ένα δεδομένο πάχος. Οι μορφοτροπείς όμως των συσκευών υψηλής ανάλυσης (SI / DI) είναι σχήματος κύβου και δεν μπορούν να συγκεντρώσουν την ηχητική δέσμη σε κωνικό σχήμα. Οι ηχητικές ακτίνες εκπέμπονται σε μια δέσμη σχήματος «φέτας» με πάρα πολύ μικρή γωνία ανοίγματος που για την πλευρική έρευνα είναι 0,9ο ενώ για την προς τα κάτω έρευνα είναι 1,1 μοίρες. Η στενή αυτή δέσμη στη μεν πλευρική έρευνα σαρώνει διαδοχικά από μπροστά προς τα πίσω μια έκταση γωνίας 60ο και στις δύο πλευρές του σκάφους, ενώ στην προς τα κάτω λειτουργία η γωνία είναι περίπου 45 έως 50ο
 

Οι συσκευές υψηλής ανάλυσης της Lowrance και της Humminbird χρησιμοποιούν ίδιου τύπου επεξεργαστή σημάτων οι δε δέσμες τους εκπέμπονται ταυτόχρονα σε συχνότητα 455 και 800 KHZ για εξοικονόμηση ενέργειας.
 

Οι μετατροπείς των συσκευών της Lowrance έχουν δύο σύνολα στοιχείων πιεζοηλεκτρικών κρυστάλλων, ένα για να καλύψει τη δεξιά πλευρά, ένα άλλο για να καλύψει την αριστερή πλευρά ενώ για την εκτέλεση σάρωσης προς τα κάτω χρησιμοποιεί ένα τρίτο ξεχωριστό σύνολο στοιχείων. Αντιθέτως η Humminbird εκμεταλλεύονται τα στοιχεία της πλευρικής σάρωσης για την ερμηνεία των σημάτων στην προς τα κάτω έρευνα μέσω ενός ειδικού λογισμικού. Έτσι οι συσκευές με τα 3 σύνολα πιεζοηλεκτρικών στοιχείων εμφανίζουν μια μικρή παρεμβολή από τον τρίτο κρύσταλλο (down scan) γιατί τα διαφορετικά κανάλια εκπέμπουν ταυτόχρονα και η συσκευή δεν μπορεί να ξεχωρίσει ότι είναι από ξεχωριστά σύνολα στοιχείων.
 

Η συχνότητα των 800 KHZ μας παρέχει πολύ καλύτερη ευκρίνεια αλλά βέβαια σε βάρος της εμβέλειας. Στους 455 kHz θα έχουμε μεγαλύτερη εμβέλεια, αλλά δεν θα έχουμε την ευκρίνεια της εικόνας από ότι στους 800 kHz. Στη πράξη τώρα οι περισσότεροι χειριστές επιλέγουν 800 kHz για το Down Imaging ενώ διατηρούν τα 455 kHz για την πλαϊνή απεικόνιση. Αυτό μας δίνει την καλύτερη ισορροπία μεταξύ εμβέλειας και ανάλυσης. Η συχνότητα των 455 kHz είναι ιδανική για πολλά πράγματα, όπως για αρχική σάρωση μεγάλων εκτάσεων με φύκια, με ξέρες και περιοχές πάγκων και στη συνέχεια με χρήση των 800 kHz να γίνεται ένα δεύτερο πέρασμα της περιοχής ώστε να αποκαλυφθούν τα μεμονωμένα ψάρια που ενδεχομένως η πρώτη διαδρομή να μην εμφάνισε.
Η απόδοση της λειτουργίας στην υψηλή ανάλυση εξαρτάται πρωτίστως από τη ταχύτητα κίνησης του σκάφους μας γιατί αν πηγαίνει πολύ γρήγορα, τότε λόγω της στενής δέσμης δεν θα μπορεί να συλλάβει την ηχώ. Η καλύτερη βέβαια απόδοση επιτυγχάνεται αν πλέομε με ταχύτητες 3 - 6 κ.
 

Συσκευές με δυνατότητα CHIRP (Σχήμα 11)
 

Πολλοί άνθρωποι εξακολουθούν εδώ και 30 χρόνια να χρησιμοποιούν συσκευές μόνο με μονή ή με διπλή συχνότητα. Εδώ και 7 χρόνια όμως υπάρχουν αρκετές συσκευές με μια νέα δυνατότητα, την CHIRP, που είναι η πιο πρόσφατη εξέλιξη στην τεχνολογία των συσκευών αναζήτησης ψαριών.
 

Η ονομασία CHIRP προέρχεται από τα αρχικά των λέξεων Compressed High Intensity Radar Pulse (Συμπιεσμένος Υψηλής Έντασης Παλμός Ραντάρ). Μερικοί κατασκευαστές αναφέρουν τη δυνατότητα αυτή ως CHIRP (η Raymarine και η Humminbird), άλλοι ως SST-Spread Spectrum technology και Clear Pulse (η Garmin) και άλλοι ως TrueEcho (η Furuno).
 

Οι τεχνικές CHIRP χρησιμοποιούνται από τη δεκαετία του 1950 στα Αμερικανικά στρατιωτικά συστήματα RADAR ενώ από το 2009 τροποποιήθηκαν, σμικρυνθήκανε τα μέρη των κυκλωμάτων και η τεχνολογία προσαρμόστηκε για να χρησιμοποιηθεί σε στρατιωτικές συσκευές sonar. Οι συσκευές CHIRP δεν αποτελούν νέο τύπο sonar αλλά μια συσκευή με καλύτερο τρόπο επεξεργασίας και εμφάνισης στόχων από ότι του παραδοσιακού 2D sonar. Οι συσκευές αυτές δημιουργούν την εικόνα χρησιμοποιώντας τη διαδοχική εκπομπή και λήψη ενός παλμού σε μια, ευρείας δέσμης συχνοτήτων, περιοχή που σαρώνει. Με τον τρόπο αυτό ο δυνατός επεξεργαστής που διαθέτουν παράγει μια πιο ακριβή και πιο λεπτομερή εικόνα των επιστροφών του ήχου από την περιοχή που η δέσμη καλύπτει.
 

Από το 2011 και μετά η τεχνολογία CHIRP χρησιμοποιείται από όλους τους μεγάλους κατασκευαστές συσκευών εντοπισμού ψαριών (FISHFINDERS).
 

Πρώτη η AirMar, ανέπτυξε μια σειρά μορφοτροπέων CHIRP που είναι ευρυζωνικοί και εκπέμπουν μια ηχητική δέσμη μεγάλης ισχύος μέσα σε ένα φάσμα συχνοτήτων (bandwidth). Χωρίς αυτό το μορφοτροπέα δεν θα μπορούσαν οι εταιρείες να αναπτύξουν συσκευές και λογισμικό, που να εκμεταλλεύεται την τεχνολογία CHIRP. Αρχικά το κόστος των νέων συσκευών ήταν πολύ υψηλό, 2,000 δολάρια ο πομπός και 1,200 ο μορφοτροπέας. Όμως τώρα με την ανάπτυξη της τεχνολογίας και την πρόοδο στην ψηφιακή επεξεργασία σήματος το κόστος των μορφοτροπέων έπεσε στα 30-50 δολάρια και έτσι μπήκαν σε αρκετούς τύπους ερασιτεχνικών συσκευών.
Επίσης, οι παλιές συσκευές διπλής συχνότητας μπορούν τώρα να μετατραπούν σε συσκευές CHIRP αν προστεθεί σε αυτές ένας ειδικός πομπός που αναφέρεται ως «μαύρο κουτί» (Black Box).
 

Φιλοσοφία τρόπου λειτουργίας. (Σχήμα 12) Τα συστήματα sonar με δυνατότητα CHIRP εκπέμπουν ένα ισχυρό, σαν του παραδοσιακού 2D Sonar. ηχητικό παλμό, αλλά παρατεταμένης διάρκειας (μακρύ παλμό) που φροντίζουν να τον εκπέμψουν κλιμακωτά σε μια ευρεία ζώνη συχνοτήτων. Η ζώνη αυτή ανάλογα με τον κατασκευαστή μπορεί να είναι π.χ. για τα Humminbird από 75 μέχρι 95 kHz ή 175 έως 225 kHz κ.o.κ.
 

Περιοχές συχνοτήτων CHIRP. Οι βασικές αρχές λειτουργίας είναι οι ίδιες με τα παραδοσιακά 2D Sonar και οι συσκευές διαθέτουν τρεις, μερικές δε μόνο δύο, κλίμακες.
Η υψηλή κλίμακα CHIRP (150-240 ή 175-225 kHz για τα Hummingbird) είναι η καλύτερη επιλογή για λίμνες και ποτάμια (γλυκά νερά) και είναι επίσης μια πολύ καλή επιλογή στη θάλασσα σε μικρά βάθη, μέχρι 150μ. Στις συχνότητες αυτές βλέπουμε ευκρινέστατα το δόλωμα μας στη καθετή και ξεχωρίζουμε καλύτερα τα ψάρια και τα αντικείμενα που είναι κοντά στο βυθό.
 

Η Μεσαία κλίμακα CHIRP (50-160 kHz) έχει, και μας εμφανίζει, μεγαλύτερη περιοχή κάλυψης, σαρώνει τη περιοχή πολύ γρήγορα, δείχνει μεγαλύτερα τόξα ψαριών και μπορεί να δούμε πολύ μικρότερα αντικείμενα αλλά μας δίνει λιγότερες λεπτομέρειες από ότι στην υψηλή κλίμακα. Είναι δε η καλύτερη επιλογή για βάθη κάτω από 300 πόδια.
Η Χαμηλή κλίμακα CHIRP (κάτω από 80 kHz) χρησιμοποιείται συνήθως σε βαθιά πάνω από 300 πόδια νερά και μας δίνει μεγάλη διαύγεια και καθαρότητα εικόνας μέχρι και τα 3000 μ.
 

Τώρα, για να καταλάβουμε καλύτερα τη διαφορά μεταξύ των παραδοσιακών συσκευών 2D και των συσκευών CHIRP, ας επανέλθουμε στη θεωρία της φυσικής και στο παράδειγμα με τη λίμνη και το βότσαλο. Όταν πετάμε ένα βότσαλο αυτό στέλνει μια σειρά από μικρά, σφιχτά και ταχέως κινούμενα κύματα που αν συναντήσουν ένα εμπόδιο αντανακλώνται εύκολα. Είναι σαν τα κύματα που παράγονται από τις εκπομπές ήχου υψηλής συχνότητας. Αν τώρα πετάξουμε έναν ογκόλιθο, τότε θα δημιουργηθούν μεγαλύτερα μεν αλλά βραδύτερα κινούμενα και απομεμακρυσμένα μεταξύ τους, κύματα. Αυτά τα μεγάλα κύματα θα πάνε πολύ πιο μακριά από τα προηγούμενα αλλά δεν θα ανακλαστούν εύκολα σε κάποιο εμπόδιο γιατί θα γλιστρήσουν δίπλα του. Έτσι περίπου είναι και με τα ηχητικά κύματα χαμηλών συχνοτήτων.
 

Με άλλα λόγια, οι παραδοσιακές συσκευές των 200/50 kHz είναι σαν να κάνουν μια ακτινογραφία σε μεγάλη απόσταση ενώ οι συσκευές με υψηλότερες συχνότητες 400/800 kHz είναι σαν να κάνουν μια αξονική τομογραφία σε κοντινές αποστάσεις. Οι συσκευές τώρα με τη δυνατότητα CHIRP είναι σαν αντί να ρίχνουμε ένα μικρό βότσαλο ή ένα μεγάλο βράχο να έχουμε μια σειρά από αυξανόμενου μεγέθους πέτρες και να τις ρίχνουμε την μια μετά την άλλη με γρήγορη διαδοχή.
 

Άλλο παράδειγμα για την εύκολη κατανόησηείναι αυτό του πιάνου. Στις απλές 2D συσκευές μονής ή διπλής συχνότητας είναι σαν να εκπέμπεται ο ήχος που παράγετε από ένα πιάνο πιέζοντας ένα ή δύο πλήκτρα κάθε φορά ενώ στις CHIRP είναι σαν να πατάμε μια σειρά διαδοχικών πλήκτρων κάθε φορά. Έτσι οι συσκευές CHIRP χρησιμοποιώντας τη φιλοσοφία αυτή, εκπέμπουν ένα ισχυρό και μακρύτερο ηχητικό παλμό (ping) σε ένα προοδευτικά αυξανόμενο φάσμα συχνοτήτων. Με τον τρόπο αυτό έχουμε τα πλεονεκτήματα και των υψηλών και των χαμηλών συχνοτήτων.
 

Τρόπος Λειτουργίας CHIRP. Με κάθε παλμό της συσκευής, ο μετατροπέας αρχίζει να εκπέμπει στην χαμηλότερη προκαθορισμένη συχνότητα και στη συνέχεια κατά την περίοδο του παλμού που είναι 10 φορές μεγαλύτερη από την περίοδο του παραδοσιακού 2D Sonar, η συχνότητα μεταβάλλεται διαδοχικά προς τα πάνω. Το σύστημα δηλ. εκπέμπει ένα παλμό στα 175 kHz, τον επόμενο στα 176 kHz, μετά στα 177 kHz, κοκ μέχρι να φτάσει στο πάνω όριο των 225 kHz και στη συνέχεια αυτό επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά.
Για να κατανοήσουμε τα οφέλη από τη χρήση των ακουστικών τεχνικών CHIRP, πρέπει να αναλύσουμε τους περιορισμούς χρησιμοποιώντας συμβατικές μονοτονικές τεχνικές στις οποίες ο ακουστικός παλμός χρειάζεται μόνο ένα διακόπτη ON-OFF, το πλάτος του οποίου είναι προ ρυθμισμένο για την μια μόνο φέρουσα συχνότητα (ή των δύο).
Ως γνωστό, η ικανότητα της συσκευής να ξεχωρίσει τους στόχους καθορίζεται από το μήκος του ηχητικού παλμού που σημαίνει ότι για να εκπέμψουμε αρκετή ακουστική ενέργεια στο νερό ώστε να αναγνωρίσουμε στόχους σε μεγάλες αποστάσεις, το μήκος του παλμού πρέπει να είναι σχετικά μεγάλο.
 

Στις συσκευές μονής σταθερής συχνότητας, οποιαδήποτε ηχώ συλλαμβάνεται στην ίδια συχνότητα, την θεωρούν ως ένα αντικείμενο και η συσκευή καταγράφει μόνο την πλησιέστερη ηχώ ασχέτως αν πιο κάτω στην ίδια περιοχή του κώνου υπάρχει άλλη επαφή, την οποία και αποκλείει.
 

Η ικανότητα αυτή της συσκευής να διακρίνει μεταξύ των στόχων αναφέρεται ως «Εύρος διαχωρισμού στόχου» (Range Resolution or target resolution) και ο τύπος για τον υπολογισμό της ανάλυσης είναι:
 

Εύρος διαχωρισμού στόχου = (μήκος παλμού x ταχύτητα ήχου)/2
 

Για ευκολία στους υπολογισμούς θεωρούμε τη ταχύτητα του ήχου σταθερή αν και αυτή μεταβάλλεται ελαφρά με τη θερμοκρασία και αλατότητα. Με βάση τον τύπο αυτό, ο παλμός καθορίζει το εύρος διαχωρισμού στόχου και καθώς το μήκος του παλμού αυξάνεται, ο διαχωρισμός στόχου μειώνεται. Έτσι όσο μακρύτερος είναι ο παλμός, τόσο μεγαλύτερη είναι η πιθανότητα να πιάσετε τον στόχο. Πολύ απλά, σε μια εφαρμογή μονοτονικού sonar, η ικανότητα του μορφοτροπέα να αποκτήσει το στόχο έχει την αντίθετη επίδραση στον διαχωρισμό του αποκτηθέντος στόχου. Το αντίστροφο είναι επίσης αλήθεια. Μεγαλύτερος παλμός σημαίνει καλύτερη απόκτηση στόχου αλλά χαμηλότερο διαχωρισμό στόχου ενώ βραχύτερος παλμός σημαίνει μικρότερη πιθανότητα απόκτησης στόχου αλλά πολύ πιο καλό διαχωρισμό στόχου.
 

Στις συσκευές CHIRP η επεξεργασία του σήματος ξεπερνά αυτούς τους περιορισμούς. Αντί να πυροδοτήσει εκπομπή μίας μόνο φέρουσας συχνότητας, σαρώνεται ένα ευρύ φάσμα συχνοτήτων στη διάρκεια του εκπεμφθέντος παλμού που είναι αρκετά μακρύτερος. Αυτό δημιουργεί έναν συγκεκριμένο και χαρακτηριστικό ακουστικό παλμό και αφού το SONAR ξέρει τι μεταδόθηκε και πότε, χρησιμοποιώντας τις τεχνικές "αντιστοίχησης προτύπων" (pattern-matching), μπορεί να αναζητήσει το δικό του μοναδικό χαρακτηριστικό παλμό στην ανακλώμενη από τον στόχο «ηχώ». Αντί λοιπόν του μήκους παλμού στα μονοτονικά συστήματα, στα συστήματα CHIRP ο κρίσιμος παράγοντας διαχωρισμού είναι το εύρος ζώνης του παλμού CHIRP. Ο δε τύπος απόστασης διαχωρισμού στόχου για το CHIRP έχει ως εξής: Εύρος διαχωρισμού = ταχύτητα ήχου / (εύρος ζώνης x 2).
 

Όπως υποδηλώνει ο τύπος, όσο υψηλότερο είναι το εύρος ζώνης τόσο καλύτερο είναι το εύρος διαχωρισμού κατ απόσταση ή ο διαχωρισμός στόχου. Η απόκτηση στόχων δεν μειώνεται καθώς ο παλμός CHIRP μπορεί να επιμηκυνθεί χωρίς να επηρεάζει τον διαχωρισμό απόστασης. Στην πραγματικότητα, τα συστήματα CHIRP στέλνουν 10-10.000 περισσότερη ενέργεια από τα μονοτονικά συστήματα σταθερής συχνότητας, κυρίως εξαιτίας των παλμών μεγαλύτερης διάρκειας που περιέχουν ηχητικά κύματα πολλαπλών συχνοτήτων. Είναι όμως σημαντικό να σημειωθεί ότι ενώ ο εκπεμπόμενος ηλεκτρονικός παλμός έχει μεγαλύτερη διάρκεια, η διάρκεια ή ο χρόνος στον οποίο ο παλμός είναι σε μια συγκεκριμένη συχνότητα της δέσμης είναι πολύ μικρότερος. Αυτό πρέπει να γίνει κατανοητό διότι έτσι εξηγείται γιατί οι στόχοι που εντοπίζονται με τα συστήματα CHIRP και είναι πολύ κοντά μεταξύ τους, μπορούν να διαχωριστούν, παρά το γεγονός ότι η διάρκεια του παλμού είναι μεγαλύτερη από την απόσταση μεταξύ των δύο στόχων
Σε σύστημα CHIRP, όταν δύο ακουστικές ηχώ επικαλύπτονται, οι παλμοί CHIRP δεν συγχωνεύονται σε μία μόνο επιστροφή. Η συχνότητα σε κάθε σημείο του παλμού είναι διαφορετική και η συσκευή είναι σε θέση να διακρίνει τους δύο ανεξάρτητους στόχους.
Στα μονοτονικά συστήματα, η συχνότητα της συσκευής είναι η ίδια για όλους τους παλμούς, επομένως δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για διαχωρισμό στόχων. Όλοι οι στόχοι εντός της διάρκειας του παλμού φαίνονται το ίδιο και θα παρουσιάζονται στην οθόνη σαν ένα μεγάλο αντικείμενο. Έτσι δεν θα είναι μόνο οι εμφανιζόμενες πληροφορίες ανακριβείς, αλλά θα είναι και παραπλανητικές. Καθώς η συχνότητα διαμορφώνεται, το πλάτος του κώνου που είναι το σήμα αλλάζει. Για να το κατανοήσετε κάντε ένα V με το δείκτη και το μεσαίο δάχτυλο σας και μετακινήστε τα δάχτυλά σας μπρος-πίσω, αλλάζοντας την απόσταση μεταξύ των δακτύλων σας. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο αλλάζει η γωνία κώνου καθώς διαμορφώνεται η συχνότητα παλμού.
 

Επειδή ο διαμορφωμένος παλμός στις συσκευές CHIRP έχει καλύτερη απόδοση στον εντοπισμό και διαχωρισμό των στόχων, η ισχύς που απαιτείται για την λειτουργία τους είναι πολύ πιο χαμηλή από αυτή των κλασικών συσκευών με 1, 2 ή και 3 kW. Έτσι οι συσκευές CHIRP που κυκλοφορούν σήμερα στην αγορά λειτουργούν με ισχύ εξόδου μόνο από 250 έως 650 Watt και αυτό από μόνο του μειώνει σημαντικά το επίπεδο θορύβου και παρεμβολών στην εικόνα που εμφανίζεται στην οθόνη μας. Για τους λόγους αυτούς η εντυπωσιακή εικόνα που έχουμε στην οθόνη των συσκευών CHIRP οφείλεται εν μέρει στην διαμορφωμένη συχνότητα του παλμού και στην δυνατότητα να χρησιμοποιούμε μικρή ισχύ εκπομπής, για να πάμε στα ίδια βάθη με τις κλασικές συσκευές.
 

Οι παραδοσιακές συσκευές που λειτουργούν σε συγκεκριμένες συχνότητες (50 ή 200 kHz ή και στις δύο) έχουν μέγιστο κύκλο λειτουργίας 1%, δηλαδή στέλνουν μία τάση στον μετατροπέα όχι περισσότερο από 1% του χρόνου, και κατά συνέπεια, ο παλμός μετάδοσης μπορεί μεν να είναι υψηλής ισχύος αλλά έχει πολύ σύντομη διάρκεια. Αυτό λοιπόν είναι που περιορίζει τη συνολική ενέργεια που εκπέμπεται.
Τα πλεονεκτήματα των συσκευών CHIRP είναι πως έχουν: (Σχήμα 13)
Οι συσκευές με CHIRP χρησιμοποιούν ένα ακριβές μοτίβο σάρωσης πολλών συχνοτήτων διαδοχικά, με την εκπομπή ενός παλμού μεγάλης διάρκειας που αποστέλλεται στο μετατροπέα CHIRP. Στις συσκευές αυτές η ισοδύναμη ηχητική ενέργεια που μεταδίδεται είναι 10 έως 1.000 φορές μεγαλύτερη από αυτή ενός συμβατικού συστήματος, με αποτέλεσμα να πηγαίνει περισσότερη ενέργεια στο στόχο και να έχουμε 5 φορές καλύτερη ανάλυση και μεγαλύτερη εμβέλεια (βάθος ερεύνης) από ότι στα συμβατικά συστήματα SONAR.
 

ΕΠΕΞΗΓΗΣΗ ΕΙΚΟΝΑΣ
 

Η ιχθυοεντοπιστική μας συσκευή, όπως αναφέραμε πριν, δημιουργεί ένα ηχητικό παλμό που διεγείρει τον μορφοτροπέα μας για να εκπέμψει τα ηχητικά κύματα προς τα κάτω. Μετά περιμένει να καταγράψει τις ανακλάσεις των επιστροφών του ήχου από τα διάφορα εμπόδια στη πορεία τους όπως: ψάρια, θερμοκλινές στρώμα, βυθό, ανακλάσεις στην επιφάνεια και άλλα αντικείμενα στην εγγύς περιοχή.
Οι μορφοτροπείς καταγράφουν τον χρόνο και την συχνότητα με την οποία επιστρέφουν τα ηχητικά κύματα και στη συνέχεια τα μετατρέπουν σε ηλεκτρικό σήμα που το στέλνουν για επεξεργασία στον ηλεκτρονικό υπολογιστή της συσκευής. Εκεί τα σήματα μετατρέπονται σε οπτικά δεδομένα, συνήθως σε παχύς χρωματιστές γραμμές ή κουκίδες και τόξα (καμάρες). Οι «ηχώ» αυτές εμφανίζονται στη συσκευή στην απόσταση που είναι το αντικείμενο (ψάρι) που τις προκάλεσε.
 

Στην αρχή, όποιος δεν έχει ξαναχρησιμοποιήσει συσκευή εντοπισμού ψαριών θα εντυπωσιαστεί και θα μπερδευτεί από αυτό που βλέπει στην οθόνη (Σχήμα 14) γιατί εκτός από το βυθό, τις «ηχώ», τις αντηχήσεις και τις κουκίδες θα βλέπει και πολλά πολύχρωμα σημαδάκια, σκιασμένες περιοχές ή άλλα σχήματα. Υπάρχουν πολλά σημάδια που μπορούν εύκολα να ξεγελάσουν ένα χειριστή και η εικόνα που φαίνεται στην οθόνη της συσκευής μας δεν μπορεί από μόνη της να μας δείξει τα ψάρια. Καμιά συσκευή, όσο ακριβή και αν είναι δεν μας δείχνει με κάποιο μαγικό τρόπο τα ψάρια μόλις την ενεργοποιήσουμε. Χρειάζεται πάντα τον ανθρώπινο παράγοντα και γι’αυτό πρέπει να μάθουμε να ερμηνεύουμε σωστά ότι βλέπουμε και να ξέρουμε το κάθε σημαδάκι τι σημαίνει ή τι κρύβει. Θα πρέπει να καταλάβουμε τι και πώς εμφανίζονται οι διάφορες πληροφορίες στην οθόνη. Εάν δεν ξέρουμε πώς να διαβάσουμε μια εικόνα της συσκευής τότε θα την έχουμε μόνο για να μας δείχνει το βάθος.
 

Για να διαβάσουμε και να ερμηνεύσουμε την εικόνα της οθόνης μιας συσκευής εντοπισμού ψαριών, είναι σημαντικό να ξέρουμε πώς αυτή λειτουργεί.
Έχοντας τη βασική γνώση του πώς λειτουργεί η συσκευή, με την συνεχή χρήση, με τη προσεκτική παρατήρηση και τη σωστή ερμηνεία, ο χειριστής θα μπορέσει γρήγορα να είναι σε θέση να αντιληφτεί τι γίνεται στο νερό κάτω από αυτόν και πώς να το εκμεταλλευτεί καλύτερα στις ψαρευτικές του εξορμήσεις.
 

Τέλος μην ξεχνάτε πως ακόμα και οι πιο προηγμένες, σύγχρονες και ακριβές συσκευές, περιορίζονται από τους νόμους της φυσικής και πιθανότατα δεν θα έχουμε ποτέ ένα ακριβή και πλήρη «χάρτη» του τι περιέχει το νερό κάτω από το σκάφος μας.
Διάφορες ενδείξεις στην οθόνη. (Σχήμα 15)
Τ

ο πρώτο πράγμα που πρέπει να καταλάβουμε είναι το βασικό στοιχείο κάθε ηχοεντοπιστικής συσκευής, που είναι το βάθος της περιοχής στην οποία βρισκόμαστε. Το βάθος μπορεί να μας δώσει μια πρώτη ένδειξη του είδους των ψαριών που θα περιμένουμε να συναντήσουμε. Η ένδειξη του βάθους συνήθως εμφανίζεται στο πάνω αριστερό ή κάτω αριστερό μέρος της οθόνης της συσκευής και η ένδειξη μπορεί να είναι σε μέτρα, σε πόδια ή σε οργιές.
 

Ακριβώς από δίπλα (πάνω ή κάτω) μπορούμε να δούμε τη θερμοκρασία του νερού, ένα στοιχείο που είναι επίσης χρήσιμο γιατί βοηθά στην εκτίμηση της πιθανότητας εντοπισμού ορισμένων ψαριών, αφού μερικά προτιμούν πιο θερμά νερά ενώ άλλα επιβιώνουν καλύτερα σε πιο δροσερά. Χρησιμοποιώντας συνεπώς μόνο αυτά τα δύο χαρακτηριστικά, μπορούμε να αρχίσουμε να ψάχνουμε τα ψάρια φέρνοντας στο νου τα διαφορετικά περιβάλλοντα και συνθήκες που προτιμούν ορισμένοι τύποι ψαριών.
Άλλη μια χρήσιμη ένδειξη που οι περισσότερες συσκευές δείχνουν στην οθόνη τους είναι η ταχύτητα του σκάφους μας. Αυτή είτε έρχεται από τον αισθητήρα ταχύτητας που μερικοί μετατροπείς έχουν, είτε υπολογίζεται από τη μονάδα GPS, αν η συσκευή μας είναι COMBO.
 

Στην δεξιά πλευρά της οθόνης σε όλες τις συσκευές είναι η γραμμή (λωρίδα) χρωμάτων που έχει τα χρώματα που χρησιμοποιεί η συσκευή ανάλογα με την επιλεχθείσα παλέτα χρωμάτων και δίπλα της αριστερά είναι η λωρίδα της οθόνης Α-Scope στην οποία απεικονίζονται οι επιστροφές του ήχου.
 

Η κλίμακα αριθμών στη δεξιά πλευρά της οθόνης ονομάζεται Κλίμακα Αποστάσεων και όχι κλίμακα βάθους για κάποιο λόγο. H ένδειξη της αναφέρεται στην απόσταση κάποιου αντικειμένου από τον μορφοτροπέα. Η μόνη φορά που το βάθος είναι το ίδιο με την απόσταση, είναι όταν το αντικείμενο είναι ακριβώς κάτω μας. Μόνο τότε η απόσταση από τον μετατροπέα μιας ηχούς είναι ίδια με το βάθος του νερού κάτω από τον μορφοτροπέα. Επίσης εμφανίζονται και κάτι οριζόντιες γραμμές σε προκαθορισμένες αποστάσεις (βάθος) ανάλογα με την επιλεχθείσα κλίμακα για τον ταχύτερο υπολογισμό της απόστασης.
 

Το βάθος στο οποίο εμφανίζεται ένα ψάρι δεν μπορεί να καθοριστεί από μια συσκευή εντοπισμού ψαριών. (Σχήμα 16) Όταν εμφανιστεί μια ηχώ από ψάρι, η πάνω πλευρά του τόξου μας δείχνει μόνο την απόσταση μεταξύ του μορφοτροπέα και όχι το πραγματική βάθος των ψαριών όπως προαναφέραμε και όπως φαίνεται και στο σχήμα. Ένα ψάρι ακριβώς κάτω από τον μετατροπέα μπορεί στην πραγματικότητα να είναι σε αυτό βάθος αλλά ένα ψάρι μπορεί να είναι και πιο πάνω αν θα είναι σε κάποια γωνία ως προς τον μορφοτροπέα. Συνεπώς το πραγματικό βάθος των ψαριών από την επιφάνεια του νερού είναι πολύ διαφορετικό από την απόσταση από το μετατροπέα.
 

Σχηματισμός εικόνας και πώς εμφανίζονται οι επιστροφές (Σχήμα 17)
 

Ο εκπεμφθείς ηχητικός παλμός διαμορφώνεται και μεταδίδεται, ανάλογα με τη συσκευή, σε μια ή δύο κωνικές δέσμες (εικόνα Α Σχήματος 17).
Στην πραγματικότητα όμως ο κώνος έχει πλευρικούς λοβούς που απεικονίζονται σε δυσδιάστατη εικόνα στην Β και σε τρισδιάστατη στην εικόνα Γ.
Τα πάντα στον τρισδιάστατο κώνο εμφανίζονται σε μια μονοδιάστατη γραμμή με βάση την απόσταση από τον μορφοτροπέα. Η εικόνα Δ του σχήματος 17 απεικονίζει την πραγματική εικόνα της θάλασσας όπου όλα τα ψάρια βρίσκονται γύρω από την περιοχή του κώνου μας και σε διαφορετικά βάθη, ενώ η εικόνα Ε είναι αυτή που εμείς βλέπουμε στην οθόνη της συσκευής μας.
 

Η συσκευή μας λοιπόν μετρά την απόσταση κάθε ηχούς από το σκάφος μας και την εμφανίζει ως μια κουκίδα σε μια γραμμή χωρίς να προσδιορίζει αν είναι δεξιά ή αριστερά, μπρος ή πίσω από το σκάφος. Το μόνο που μετρά πόσο μακριά είναι και βάζει μια κουκίδα στη γραμμή του "A scope" που είναι πάντα η δεξιά πλευρά της οθόνης μας.
Θα πρέπει συνεπώς να έχουμε πάντα στο μυαλό μας ότι η οθόνη μας εμφανίζει μια δυσδιάστατη (2D) εικόνα του υποθαλάσσιου περιβάλλοντος και όχι τρισδιάστατη (3D). Με άλλα λόγια, το μηχάνημα μας έχει τη δυνατότητα να μας δείξει ότι έλαβε επιστροφές ηχητικών κυμάτων από ψάρια κτλ, αλλά δεν μπορεί να μας καθορίσει ακριβώς σε ποιο σημείο αυτά τα ψάρια βρίσκονται.
 

Χρώμα και ισχύς της επιστροφής ηχητικού σήματος (Echo) (Σχήμα 18)
 

Οι περισσότερες από τις συσκευές που υπάρχουν στην αγορά είναι έγχρωμες ενώ άλλες, οι πιο παλιές, υποστηρίζουν μόνο κλίμακα του γκρι (οι γνωστές ως ασπρόμαυρες).
Το χρώμα στις έγχρωμες ή η σκουράδα στις ασπρόμαυρες σχετίζεται στενά με το πόσο ισχυρή είναι η επιστρεφόμενη ηχώ που φτάνει στον μορφοτροπέα. Η πυκνότητα και το πόσο σκληρό είναι το αντικείμενο που ανακλάστηκε ο ήχος είναι δύο πολύ σημαντικοί παράγοντες που καθορίζουν την ισχύ του ηχητικού σήματος που επιστέφει.
Όσο ισχυρότερη είναι η ηχώ όταν επιστρέφει, τόσο πιο σκούρο (έως μαύρο) είναι το γκρί με το οποίο εμφανίζεται στις ασπρόμαυρες οθόνες και τόσο πιο έντονα κόκκινο ή κίτρινο στις έγχρωμες, ανάλογα με την παλέτα που έχουμε επιλέξει για την εμφάνιση της στην οθόνη. Όσο δε πιο συμπαγής είναι η ηχώ τόσο θερμότερο είναι το χρώμα.
 

Η έγχρωμη συσκευή ανίχνευσης ψαριών διαθέτει συνήθως οκτώ χρώματα (Σχήμα 19) σε κλίμακα από το ανοικτότερο προς το σκουρότερο. Αρκετές όμως συσκευές χρησιμοποιούν μια παλέτα των 4 βασικών χρωμάτων (κόκκινο, Κίτρινο, Πράσινο, Μπλε).
Στη «γραμμή χρώματος» δεξιά, το ισχυρότερο χρώμα είναι πάντα στη κορυφή και το πιο αδύναμο στο κάτω μέρος. Ανάλογα λοιπόν με την ισχύ της επιστρέφουσας ηχούς, η εικόνα έχει από απαλά χρώματα όπως το λευκό, το γαλάζιο, το ανοικτό μπλε μέχρι σκούρο μπλε, πράσινο, κίτρινο, πορτοκαλί και κόκκινο. Μεγάλα ψάρια, ανάλογα με το μέγεθος, τις συγκεντρώσεις και το βάθος που είναι, συνήθως εμφανίζονται με κίτρινο, πορτοκαλί ή κόκκινο χρώμα. Τα κοπάδια των ψαριών ή το δόλωμα (η μπάλα) εμφανίζονται συνήθως με μπλε-πράσινα χρώματα. Εικόνες από φύκια με κοπάδια μεγαλύτερων ψαριών μπορεί να εμφανίζονται ακόμα και με κίτρινες αποχρώσεις. Η δομή, του βυθού, οι ύφαλοι, ναυάγια, βράχοι, κ.λπ. εμφανίζονται με σκούρο πορτοκαλί είτε κόκκινο χρώμα στην οθόνη. Όταν τα ψάρια, το δόλωμα και τα φύκια στο βυθό είναι μαζί, η απεικόνιση συνήθως είναι ένα σύννεφο με ένα συμπαγές ανοιχτό μπλε ή πράσινο σύννεφο, με κίτρινα ή πορτοκαλί σημάδια στις πλευρές και από κάτω μια σκούρα κόκκινη απόχρωση.
 

ΤI ΔΕΙΧΝΕΙ KAI ΤΙ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΜΑΣ ΔΕΙΞΕΙ ΜΙΑ ΣΥΣΚΕΥΗ (Σχήμα 20)
 

1. Εντοπίζει τα σημεία που είναι ή που κρύβονται τα ψάρια και τα κοπάδια των ψαριών στη περιοχή γύρω από το σκάφος μας.
2. Εντοπίζει τα ναυάγια, υφάλους, εξάρσεις βυθού, βυθισμένα δέντρα και άλλα αντικείμενα που υπάρχουν μεταξύ του σκάφους μας και του βυθού.
3. Προσδιορίζει τη σύνθεση και τα χαρακτηριστικά του βυθού (λάσπη, χαλίκι, άμμο, πέτρες και βράχος).
4. Υπολογίζει και εμφανίζει το βάθος της περιοχής και εντοπίζει τους ναυτιλιακούς κινδύνους.
5. Εντοπίζει και εμφανίζει τις περιοχές στις οποίες η θερμοκρασία του νερού αλλάζει δραστικά.
6. Βοηθά στον προσδιορισμό του είδους των ψαριών που εμφανίζονται στην οθόνη. Ένας έμπειρος χειριστής μπορεί να καθορίσει ποια είδη ψαριών φαίνονται στην οθόνη με βάση το βάθος που είναι, τη θερμοκρασία, το αν είναι κοπαδιαστά ή μόνα, το διαφορετικό σχήμα και το μέγεθος της νηκτικής κύστης.
 

Εμφάνιση των ηχώ από τα ψάρια. (Σχήμα 21)
 

Υπάρχουν δύο τρόποι με τους οποίους μια συσκευή θα εμφανίσει την επιστρεφόμενη ηχώ στην οθόνη. Η συσκευή είτε θα σας εμφανίσει τα πραγματικά, ακατέργαστα δεδομένα, είτε ένα πρόγραμμα (τεχνολογία Fish-ID) θα μετατρέψει αυτά τα στοιχεία, τις γραμμές και τις καμάρες σε μικρά, εύκολα διακριτά εικονίδια με βάση αυτό που βλέπει η συσκευή. Η λειτουργία αυτή που υπάρχει σχεδόν σε όλες τις σύγχρονες συσκευές, ενεργοποιεί ένα πρόγραμμα που μετατρέπει τα πρωτογενή δεδομένα σε μια πολύ απλούστερη και εύκολη μορφή και εμφανίζει μικρά εικονίδια ψαριών εκεί που υπάρχουν ψάρια, συχνά σε διαφορετικά μεγέθη, ανάλογα με το μέγεθος του εντοπισμένου ψαριού.
Ορισμένες προηγμένες συσκευές μας δείχνουν ακόμη διαφορετικές εικόνες για βράχους, φυτά και κοπάδια ψαριών. Παρόλα αυτά η απλότητα της λειτουργίας Fish-ID δεν έρχεται χωρίς κάποια σημαντική θυσία. Το Fish-ID γενικά είναι πολύ λιγότερο ακριβές. Πολλές φορές, θα μας εμφανίσει μια συστάδα φυκιών σαν κοπάδι ψαριών ή ένα βράχο σαν θαλάσσιο φυτό ή σαν ένα μεγάλο ακίνητο ψάρι.
 

Απεικόνιση ψαριών ως τόξα (καμάρες ή αψίδες) (Σχήμα 22)
 

Λόγω του σχήματος του ψαριού (στενεύει και προς τις δύο κατευθύνσεις), της σχετικής κίνησης και της απόστασης από τον μορφοτροπέα, η εκπομπή του ηχητικού σήματος αντανακλάται και γυρίζει πίσω σαν ένα τόξο, με μικρότερο σήμα στο κεφάλι και στην ουρά και περισσότερο στο κέντρο. Αυτό το σκανάρισμα του ψαριού από την κωνική ηχητική δέσμη σε σχέση με την σχετική κίνηση δημιουργεί ένα "τόξο" που εμφανίζεται στην οθόνη της συσκευής μας. Όπως περνά το σκάφος πάνω από το ψάρι η πλευρά της κωνοειδούς δέσμης που προηγείται (A) το χτυπάει και ξεκινάει να το σχηματίζει σε συγκεκριμένο σημείο στην οθόνη, στην απόσταση που είναι δηλ 55m. Όταν το ψάρι (στόχος) βρίσκεται στο κέντρο του κώνου πράγμα που σημαίνει ότι είναι στην μικρότερη απόσταση από τον μορφοτροπέα, δηλαδή στο βάθος των 50m που είναι, η απεικόνιση χοντραίνει στην οθόνη και τέλος καθώς απομακρύνεται η απεικόνιση μικραίνει πάλι αφού μεγαλώνει η απόσταση. Έτσι λοιπόν αντιλαμβανόμαστε ότι στον καμπυλοειδή στόχο το ψάρι βρίσκεται ακριβώς στην κορυφή της καμπύλης.
 

Όταν η συσκευή μας λαμβάνει ένα ανακλώμενο ηχητικό κύμα από ένα κινούμενο αντικείμενο, όπως το ψάρι, η οθόνη το εμφανίζει ως τόξο. Αυτό επιτρέπει στο χειριστή να τα διαχωρίζει από τις ίσιες ή καμπυλοειδείς "γραμμές", που εμφανίζονται στη θάλασσα ή στο βυθό, τα οποία μπορεί να είναι αλυσίδες, σχοινιά, δίχτυα, κούτσουρα, ύφαλοι, βράχοι, πεσμένα αντικείμενα ή τεχνητές κατασκευές, σκουπίδια ή άλλα εμπόδια. Μεγάλα και συμπαγή αντικείμενα που δεν έχουν τόξο είναι γενικά ναυτιλιακός κίνδυνος.
Η αναγνώριση των ψαριών από το σχήμα στην οθόνη είναι σχετικά δύσκολη, καθώς αφενός η ευκρίνεια, το πόσο έντονα και συμπαγή φαίνονται, εξαρτάται από τη ρύθμιση της ευαισθησίας της συσκευής ενώ το μέγεθος τους μεταβάλλεται ανάλογα με την απόσταση (το βάθος), την ταχύτητα του σκάφους μας και φυσικά το μέγεθος του ψαριού. Τα ψάρια φαίνονται μεγαλύτερα σε βάθος 10 ποδιών από αν είναι τα ίδια στα 20 πόδια. (Σχήμα 23)
 

Γενικά το μέγεθος ενός ψαριού καθορίζεται από το πάχος και από το χρώμα του τόξου των ψαριών. Για παράδειγμα, εάν έχετε παλέτα με κίτρινο, μπλε και κόκκινο χρώμα, όσο πιο συμπαγές κίτρινο βλέπετε τόσο μεγαλύτερο είναι το ψάρι επειδή ένα μεγάλο ψάρι έχει μια συμπαγή μάζα που ανακλά ένα ισχυρό σήμα. Όσο παχύτερο είναι το τόξο, τόσο μεγαλύτερο είναι το ψάρι. Το μήκος του τόξου σημαίνει μόνο το πόσο καιρό το ψάρι έμεινε μέσα στον κώνο του μορφοτροπέα μας.
 

Το "τόξο" ενός μεγάλου ψαριού μπορεί να διαχωριστεί από τα πολλαπλά τόξα μικρών ψαριών, τα οποία γρήγορα μετατρέπονται σε σύννεφα καθώς αντανακλούν μεγάλο αριθμό ηχητικών κυμάτων. Δεν είναι όμως όλα τα σύννεφα που εμφανίζονται μικρά ψάρια. (Σχήμα 24). Βλέποντας ένα σύννεφο στην οθόνη μας μπορεί στην πραγματικότητα να είναι ένα καλό σημάδι. Ένα σύννεφο είναι απλά μια εικόνα των επιστροφών του ήχου από ένα μεγάλο αριθμό μικρών αντικειμένων που είναι πολύ μικρά για να εκτιμηθούν σωστά. Μπορεί να υποδηλώνει ένα κοπάδι μικρών ψαριών, μια αναταραχή στο νερό ή μπορεί να υποδηλώνει ένα σύμπλεγμα από φύκια ή υποβρύχια φυτά. Όμως αυτά μπορούν κάλλιστα να αποκρύψουν ένα μεγάλο ψάρι που τρέφεται ή αναπαύεται μέσα στο σύννεφο, αν και πολλές σύγχρονες συσκευές μπορούν να ξεχωρίσουν τα ψάρια ακόμη και αν είναι επισκιασμένα. Ως εκ τούτου, μπορεί να αξίζει να διερευνήσετε τα σύννεφα ή να περάσετε ένα δόλωμα μέσα από αυτά για να δείτε τι μπορεί να προκύψει.
 

Ένα κοπάδι ψαριών μπορεί να εμφανιστεί με πολλούς διαφορετικούς σχηματισμούς ή σχήματα, ανάλογα με το πόσα πολλά ψάρια βρίσκονται μέσα στον κώνο του μορφοτροπέα. Σε ρηχά νερά, πολλά ψάρια που είναι κοντά εμφανίζονται σαν μια ακανόνιστη συμπαγή μάζα με καμιά τάξη ή κάποιο συγκεκριμένο σχήμα. Σε βαθιά νερά, κάθε ψάρι θα εμφανίζεται σαν τόξο ανάλογα με το μέγεθός του. Τα πολύ μικρά ψάρια πιθανότατα δεν θα μας δώσουν κανένα σχήμα τόξου λόγω των συνθηκών περιβάλλοντος όπως αντηχήσεις από την επιφάνεια, ύπαρξης θερμοκλινούς ή χαμηλής ρύθμισης ευαισθησίας που δεν μπορούμε να αυξήσουμε άλλο.
 

Έτσι για καλύτερα αποτελέσματα, βάζουμε την ευαισθησία όσο το δυνατόν ψηλότερα, χωρίς να εμφανίζεται πολύς θόρυβος στην οθόνη μας. Με τη ρύθμιση αυτή θα μπορούμε να βλέπουμε σε μεσαία έως βαθιά νερά καλά τα τόξα των ψαριών.
Μικρές γραμμές με ακανόνιστες παρεκκλίσεις ή ελικοειδές σχήμα (Squiggles and Streaks).
 

Υπάρχει περίπτωση ένα ψάρι να μπει στον κώνο μας, να πηγαίνει με την ίδια κατεύθυνση με μας αλλά να κινείται ακανόνιστα μέσα στον κώνο ή να αυξομειώνει την απόσταση (ελικοειδής κίνηση). Για παράδειγμα, μπορεί να κολυμπά ακριβώς κάτω από το σκάφος για 30 δευτερόλεπτα, στη συνέχεια να πάει προς την άκρη του κώνου αλλά να μην βγει από αυτόν και μετά ξανα-κινηθεί προς το σκάφος μας. Η κίνηση αυτή θα μας δώσει μια επιστροφή που ξεκινάει κοντά από τον μετατροπέα, να πηγαίνει βαθύτερα και μετά να πλησιάζει πάλι.
 

Εάν το ψάρι δεν διασχίζει όλο τον κώνο του σήματος, τότε βλέπετε κάθετες γραμμές. Εάν το ψάρι είναι σε μικρό βάθος επειδή η διάρκεια παραμονής του μέσα στον κώνο είναι πολύ μικρή δεν βλέπετε καμπύλη αλλά κάθετες γραμμές. Να θυμόσαστε ότι πρέπει να υπάρχει κίνηση μεταξύ σκάφους και ψαριού για να δείτε καμπύλη, επίσης η ταχύτητα του σκάφους πρέπει να είναι πολύ μικρή. Εάν αγκυροβολήσετε δεν θα βλέπετε καμπύλες αλλά οριζόντιες γραμμές.
 

Ραβδώσεις-λωρίδες (Streaks). (Σχήμα 25) Μια ράβδωση αρχίζει ακριβώς όπως ένα τόξο. Τα ψάρια εισέρχονται απ έξω προς το κώνο. Τώρα, εάν ένα ψάρι κολυμπήσει κατά την ίδια κατεύθυνση με τη βάρκα και την ίδια ταχύτητα, τότε η συσκευή θα διαβάσει την απόσταση μετατροπέα – ψαριού και θα σημειώσει την επιστροφή σε αυτή την απόσταση. Αν το ψάρι παραμείνει με το σκάφος για 5 δευτερόλεπτα, τότε θα έχουμε μια γράμμωση 5 δευτερολέπτων. Εάν το ψάρι παραμείνει στην ίδια θέση με το σκάφος για 30 δευτερόλεπτα, τότε θα έχουμε μια μεγαλύτερη γράμμωση, των 30 δευτερολέπτων. Αν υποθέσουμε πως είμαστε αγκυροβολημένοι και ένα ψάρι αιωρείται 1 πόδι πάνω από το βυθό στην εμβέλεια του κώνου μας, τότε θα δείτε μια τέτοια γράμμωση για πολύ ώρα μέχρις ότου ή το ψάρι η εμείς κινηθούμε.
 

Η εικόνα της οθόνη είναι το ιστορικό. (Σχήμα 26)
 

Η συσκευή μας εκπέμπει συνεχώς μέσω του μορφοτροπέα ηχητικά κύματα, λαμβάνει τις επιστροφές της ηχούς και στη συνέχεια τις επεξεργάζεται και τις εμφανίζει στη οθόνη. Οι νεότερες επιστροφές είναι στη δεξιά πλευρά και οι παλαιότερες μετακινούνται προς τα αριστερά. Αυτό σημαίνει ότι αν παραμένουμε ακίνητοι, θα έχουμε μια σχετικά σταθερή εικόνα και ένα ίσιο βυθό.
 

Εάν όμως κινούμαστε η συσκευή θα μας δείξει τι ακριβώς βρίσκεται κάτω από το μορφοτροπέα στο δεξιό μέρος της οθόνης και τι έχετε ήδη περάσει στην αριστερή πλευρά. Όλα λοιπόν όσα βλέπουμε στην οθόνη μας είναι ιστορικό. Ότι φαίνεται, συνέβη στο παρελθόν και δεν βρίσκεται πλέον κάτω από το σκάφος μας. Η μόνη αληθινή ένδειξη για του τι βρίσκεται κάτω από το σκάφος μας είναι στη λωρίδα που είναι η δεξιά πλευρά της οθόνης, στην A scope.
 

Ας φανταστούμε τώρα πως είμαστε στο σκάφος μας ακίνητοι. Η οθόνη θα δείχνει συνέχεια το ίδιο βάθος και στο κάτω μέρος, ο βυθός θα φαίνεται επίπεδος επειδή είμαστε στο ίδιο σημείο. Εάν τώρα ένα μεγάλο ψάρι περάσει κολυμπώντας γρήγορα μέσα από την κωνική δέσμη τότε αυτό θα εμφανιστεί σαν ένα τόξο στην οθόνη. Το τόξο σχηματίζεται επειδή η απόσταση από το ψάρι στο εξωτερικό του κώνου είναι μεγαλύτερη από την απόσταση ακριβώς στη μέση.
 

Ας υποθέσουμε τώρα πως κινούμαστε αργά πάνω από έναν πάγκο ή ύφαλο με φύκια στα πλάγια και βράχο στην κορυφή.
 

Καθώς μετακινούμαστε προς τη πλαγιά του (ανωφέρεια ή κατωφέρεια), το βάθος στην οθόνη μεταβάλλεται αντίστοιχα. Τα φύκια μπορεί να φαίνονται σαν ένα κοπάδι ψαριών ή ένα σύννεφο κουκίδων στην οθόνη (σχήμα 50).
Συνήθως αν είναι φύκια θα ακουμπούν στο βυθό, θα συνδέονται δηλ με το βυθό, πράγμα που σημαίνει πως δεν είναι ψάρια. Η υδρόβια βλάστηση, τα μεγάλα φύκια και τα κοπαδάκια ψαριών μπορεί να εμφανίζονται σαν μη διακριτά σύννεφα, σαν μια άμορφη μάζα, επειδή ο μορφοτροπέας λαμβάνει όλες τις επιστροφές από τα αντικείμενα μέσα στον κώνο.
 

Αντιθέτως ένα sonar με δυνατότητα Down Imaging έχει μια πολύ στενότερη δέσμη, και παίρνει τις επιστροφές μόνο από ότι είναι μέσα στη στενή δέσμη και με τις διαδοχικές εικόνες συνθέτει μια σχεδόν ζωντανή εικόνα. Αυτή είναι και η αξία του.
Οι προηγμένες τεχνικές στην ψηφιακή επεξεργασία σημάτων που χρησιμοποιούνται στους ανιχνευτές ψαριών μπορούν να αναλύσουν περαιτέρω τα ανακλώμενα ηχητικά κύματα ώστε να μας δώσουν επιπλέον πληροφορίες σχετικά με το είδος του βυθού, τη δομή και το σχήμα του καθώς και το μέγεθος των αντικειμένων που εντοπίστηκαν όπως π.χ βλάστηση, έξαρση βυθού, θερμοκλινές ή ψάρια. (Σχήμα 46)
 

Ο Βυθός. Ο βυθός οποιασδήποτε περιοχής είναι συχνά το πιο σκοτεινό από τα περισσότερα αντικείμενα που θα εμφανιστούν στην οθόνη σας.
Ανάλογα με το είδος της επιφάνειας του βυθού, η ανακλαστικότητα (συνεπώς και η ένταση του σήματος στο δέκτη) είναι διαφορετική και με τον τρόπο αυτό είναι δυνατή η αναγνώριση του είδους του βυθού.
 

Για παράδειγμα, ένας βραχώδης, κοραλλιογενής ή βυθός με πέτρες ή με σκληρή άμμο αντανακλούν εύκολα το σήμα και χωρίς μεγάλες απώλειες και συνεπώς η ισχύς του σήματος επιστροφής είναι ισχυρή. Αντιθέτως ένας ιλυώδης βυθός, ένας βυθός με μαλακή άμμο ή ένας βυθός με φύκια απορροφούν τον ήχο μέχρι κάποιο βάθος και διασκορπίζουν τα ηχητικά κύματα. Κατά συνέπεια έχουμε μεγαλύτερες απώλειες και το επιστρέφον σήμα είναι αντίστοιχα ασθενέστερο.
 

Το ισχύς του ανακλωμένου στο βυθό ηχητικού σήματος που επιστρέφει στον μορφοτροπέα είναι πιο εύκολο να κατανοηθεί αν θεωρήσουμε πως έχουμε μια μπάλα και την πετάμε στο έδαφος. Αν το έδαφος είναι από μαρμάρινη πλάκα ή πλακάκια, η μπάλα θα αναπηδήσει ψηλά. Αν είναι χώμα θα πάει λίγο πιο χαμηλά και αν είναι βρεμένο χώμα θα αναπηδήσει ακόμη πιο λίγο. Αν τώρα το έδαφος είναι λάσπη τότε η μπάλα ή θα κολλήσει και δεν θα σηκωθεί καθόλου, ή θα αναπηδήσει πολύ ελάχιστα.
 

Εκτός όμως από την ένδειξη του βάθους της περιοχής, η αναγνώριση του είδος του βυθού είναι πάρα πολύ χρήσιμη πληροφορία γιατί σε συνδυασμό με τις γνώσεις μας για τα ψάρια και την εμπειρία, μπορεί να μας δείξει τι είδη ψαριών θα αναμένουμε να βρούμε στη περιοχή αυτή. Είναι μια λεπτομέρεια αλλά είναι μια σημαντική λεπτομέρεια. Μην την παραβλέπετε!
 

Σε μια ασπρόμαυρη οθόνη (Σχήμα 27) ένας λασπώδης βυθός μας δίνει μια αδύνατη επιστροφή ήχου γιατί ο βούρκος απορροφά το ηχητικό σήμα οπότε και η γκρίζα γραμμή είτε είναι πολύ στενή ή εξαφανίζεται και στην θέση της εισχωρεί το μαύρο χρώμα. Στη περίπτωση αυτή έχουμε στο κάτω μέρος της οθόνης μας μια λεπτή μαύρη γραμμή. Ένας αμμώδης βυθός μας δίνει μια πιο ισχυρή επιστροφή από ότι ένας λασπώδης βυθός οπότε η γκρίζα γραμμή είναι λίγο πιο φαρδιά ενώ, ένας πετρώδης βυθός θα μας δώσει μια ακόμη πιο ισχυρή επιστροφή οπότε θα έχουμε μια φαρδύτερη γκρίζα λωρίδα.
Το ίδιο συμβαίνει εάν ο βυθός είναι σπαρμένος με ανώμαλες πέτρες. Το σήμα δεν επιστρέφει όλο προς τον αισθητήρα, αντανακλάτε προς άλλες κατευθύνσεις, οπότε βλέπετε μια πολύ λεπτή μαύρη διακεκομμένη γραμμή. Τα αντικείμενα που ευρίσκονται πάνω από τον βυθό (ψάρια, πέτρες πεσμένες, ναυάγια κλπ) εμφανίζονται πάνω από την μαύρη γραμμή του βυθού. Οι πέτρες έχουν χρώμα γκρι και οι φυκιάδες έχουν χρώμα μαύρο. Εάν οι πέτρες είναι καλυμμένες με φύκια, τότε βλέπετε ένα γκρι όγκο περιτριγυρισμένο με μαύρο χρώμα.
 

Όπως βλέπετε στο παράδειγμα της εικόνας, κάτω από την ψηλή μαύρη γραμμή του βυθού εμφανίζεται μια γκρίζα φαρδιά γραμμή (Gray line) που δείχνει την σύσταση του εδάφους. Η γκρίζα αυτή γραμμή βοηθά στο να ξεχωρίζουν οι δυνατοί από τους αδύνατους ήχους. Γκριζάρει τους δυνατούς στόχους, και μαυρίζει τους αδύνατους.
Ο βυθός σε έγχρωμες συσκευές. (Σχήμα 28) Οι μαλακοί βυθοί όπως αυτοί με λάσπη ή φύκια (γρασίδι) συνήθως στέλνουν πίσω ένα σήμα που εμφανίζεται στην κάτω πλευρά της οθόνης σαν μια λεπτή κόκκινη γραμμή.
 

Αντίθετα, οι σκληρότεροι βυθοί όπως με βράχια, πέτρες, χαλίκια ή άμμο, συνήθως δίδουν μια εικόνα από μια πολύ παχιά και πυκνή κόκκινη γραμμή.
Ο γενικός κανόνας που ισχύει είναι ότι όσο σκληρότερο είναι ο πυθμένας, τόσο παχύτερη ή πυκνότερη είναι η λωρίδα του βυθού και οι «ουρές» που δείχνουν το βυθό. Έτσι στο κάτω μέρος της οθόνης που είναι ο βυθός μπορεί να εμφανιστεί είτε μια παχιά γραμμή, μια λωρίδα είτε μια λεπτή φωτεινή γραμμή. Βραχώδεις ή σκληροί πυθμένες απεικονίζονται στην οθόνη σαν παχιές και σκούρες γραμμές, ενώ ένας λασπώδης ή αμμώδης μαλακός βυθός που απορροφά μεγάλο ποσοστό του ηχητικού σήματος, θα εμφανίζεται λεπτότερος και πιο ανοιχτόχρωμος. Στην οθόνη δίπλα θα παρατηρήσετε δύο διαφορετικά στρώματα - μια παχιά γραμμή κόκκινου χρώματος που αντιπροσωπεύει τον βυθό και αμέσως μετά προς τα κάτω μια περιοχή πράσινου χρώματος που αντιπροσωπεύει μια μαλακή περιοχή όπως πηλό. Ένας πολύ σκληρός βυθός θα έχει μόνο μία έντονη γραμμή και τίποτα κάτω από αυτή.
 

Λευκή γραμμή (White Line) (Σχήμα 29)
 

Σε αρκετές συσκευές υπάρχει η ένδειξη λευκής γραμμής (Η Lowrance τη λεει Grey Line) που μας υποδεικνύει τη σκληρότητα του βυθού και απ αυτό μπορούμε να προσδιορίσουμε τη δομή του. Η λειτουργία της «Λευκής Γραμμής» μας επιτρέπει να αντικαταστήσουμε ένα από τα 8 χρώματα στην οθόνη μας με το λευκό χρώμα. Για παράδειγμα, μπορούμε να αντικαταστήσουμε το πιο βαθύ κόκκινο χρώμα, το οποίο είναι το χρώμα των ισχυρότερων επιστροφών ηχώ, με λευκό ή γκρίζο. Αυτό μας επιτρέπει να διαχωρίζουμε πιο εύκολα ένα σκληρό βυθό από τα άλλα αντικείμενα που επικάθονται ή αιωρούνται πολύ κοντά στο βυθό. Το πάχος της λευκής λωρίδας καθορίζεται από την ισχύ της επιστρέφουσας ηχώ. Έτσι λεπτή λευκή γραμμή σημαίνει ότι ο βυθός είναι μαλακός (π.χ. άμμος), ενώ η παχύτερη λευκή γραμμή δηλώνει ότι ο βυθός είναι σκληρός (π.χ. βράχος). Η λειτουργία αυτή μπορείτε να ενεργοποιηθεί ή απενεργοποιηθεί από το μενού της συσκευής.
 

Επίσης υπάρχουν ορισμένες σύγχρονες συσκευές που επεξεργάζονται το ανακλώμενο από το βυθό σήμα και μας δείχνουν στην οθόνη ευκρινώς τη μορφολογία του βυθού. (Σχήμα.30).
 

Η FURUNO εισήγαγε πρώτη αυτή τη τεχνολογία που την ονομάζει BDS (bottom discrimination sounder), η οποία αναγνωρίζει τη σύσταση του βυθού, δηλ. από τι υλικό είναι ο βυθός και μας την εμφανίζει σε μια μπάρα στο κάτω μέρος της οθόνης. Μας λεει δηλαδή που είναι άμμος, πέτρα, χαλίκι ή λάσπη.
 

Διπλή ανάκλαση-Ζώνη σύγκλισης (Σχήμα 31)
 

Η δομή του πυθμένα επηρεάζει σοβαρά τις ανακλάσεις του Sonar. Ένας σκληρός, βραχώδης πυθμένας, για παράδειγμα, θα προκαλέσει ισχυρές ανακλάσεις και συχνά ανάλογα με το βάθος και αν υπάρχει μεγάλη ισχύς το επιστρεφόμενο σήμα μπορεί να ανακλαστεί από την επιφάνεια του νερού και να ταξιδέψει προς το βυθό για να ανακλαστεί για δεύτερη φορά. Αυτό είναι γνωστό σαν δευτερεύουσα επιστροφή και απεικονίζεται στην οθόνη του Sonar ως ένα αντίγραφο του θαλάσσιου πυθμένα στο διπλάσιο βάθος. Επίσης μπορεί αν το ηχητικό σήμα έχει αρκετή ισχύ να παγιδευτεί ανάμεσα στο βυθό και την επιφάνεια και να ταξιδέψει σε πάρα πολύ μεγάλες αποστάσεις.
Ψάρια κοντά στο βυθό. Τα ψάρια που είναι κοντά στο βυθό εμφανίζονται μερικές φορές ως εξογκώματα. Για να θεωρήσετε πως ένα τέτοιο εξόγκωμα στο βυθό είναι ψάρι μπορείτε ή να αφήσετε μια υποβρύχια φωτογραφική μηχανή ή να χρησιμοποιήσετε μια συσκευή υψηλής συχνότητας και μεγάλης ευκρίνειας.
 

Στην θεωρία αλλά και στην πράξη η ηχώ ενός ψαριού από την ηχώ του βυθού είναι πιο αδύναμη και θα εμφανίζεται με διαφορετικό χρώμα από αυτό του βυθού ανάλογα βέβαια με την επιλεγείσα παλέτα χρωμάτων και τη ρύθμιση της ευαισθησίας.
Παρατηρείστε τις εικόνες 32, 33 και 34 και δείτε τι σημαντικό ρόλο έχει η επιλογή και η επεξήγηση της παλέτας χρωμάτων. Η κατανόηση των χρωμάτων της παλέτας που επιλέξαμε και το ταίριασμα με το χρώμα των ηχώ θα μας βοηθήσει να βρούμε τα ψάρια που είναι πολύ κοντά στο βυθό με το sonar.
 

Θερμοκλινής ζώνη: (Σχήμα 35)
 

Στην θάλασσα θα συναντήσετε συχνά στρώσεις ψυχρού και θερμού νερού όχι μόνο οριζοντίως αλλά και καθέτως. Όπως προαναφέραμε το σημείο συνάντησης του στρώματος του θερμού νερού με το στρώμα του ψυχρού νερού ονομάζεται «θερμοκλινές» και στο βάθος αυτό λέμε πως υπάρχει στρώμα.
Θερμοκλινείς λοιπόν ζώνες είναι αυτές που σχηματίζονται από τις απότομες και μεγάλες διαφορές θερμοκρασίας στη θάλασσα κοντά στην επιφάνεια κυρίως το καλοκαίρι, φθινόπωρο και άνοιξη αλλά και αρκετές φορές κοντά στο βυθό. Το βάθος και το εύρος τους μπορεί να αλλάζει ή με την εποχή ή με την ημέρα ή ακόμη και με την ώρα.
Οι ζώνες αυτές εμφανίζονται στην οθόνη, με αδύναμα χρώματα ή σαν μια περιοχή με πολλά παράσιτα. (Σχήμα 36)
 

Όσο μεγαλύτερη η διαφορά θερμοκρασίας τόσο πιο έντονα εμφανίζονται στην οθόνη με οριζόντιες γραμμές θορύβου.
 

Ξέρουμε πως το βάθος επηρεάζει όχι μόνο την πίεση αλλά και την θερμοκρασία του νερού και πως η κατά βάθος διαβάθμιση της θερμοκρασίας είναι πολύ σημαντική στις ιχθυοεντοπιστικές μας συσκευές.
 

Η αναγνώριση της θερμοκλινούς ζώνης είναι μια σημαντική πληροφορία για το ψάρεμα καθώς εκεί συνήθως βρίσκονται ψάρια.
 

Τα μικρά ψάρια ευρίσκονται πιο ψηλά από το θερμοκλινές, ενώ τα μεγαλύτερα είναι πιο χαμηλά ή και μέσα στο θερμοκλινές.
 

Ρυθμίσεις για την εικόνα της οθόνης
 

Η ρύθμιση ευαισθησίας (Gain) (Σχήμα 37) στο sonar είναι πολύ σημαντική.
Η λειτουργία αυτή τα τελευταία χρόνια λόγω της αλματώδους προόδου στην τεχνολογία των ηχοεντοπιστικών συσκευών έχει αλλάξει και έτσι σχεδόν όλες οι ερασιτεχνικές συσκευές έχουν πάει από την «χειροκίνητη» στην «αυτόματη» ρύθμιση.
 

Η ευαισθησία είναι κάτι σαν την ένταση της φωνής στο ραδιόφωνο. Το ραδιόφωνο λαμβάνει το σήμα από μια κεραία εκπομπής και ο έλεγχος έντασης αυξάνει ή χαμηλώνει το επίπεδο του ήχου που ακούμε το σήμα. Αντίστοιχα η συσκευή sonar λαμβάνει το σήμα από τον μετατροπέα και με τον έλεγχο ευαισθησίας αυξάνουμε ή χαμηλώνουμε το επίπεδο της εικόνας που βλέπουμε στην οθόνη. Ρυθμίζεται δηλαδή κατά κάποιο τρόπο η ένταση της ανάκλασης που επιστρέφει, αυτών που θα επιτρέψουμε να εμφανιστούν στην οθόνη.
Το κέρδος στις ηχο-εντοπιστικές συσκευές είναι η ποσότητα ισχύος που λαμβάνεται από το μετατροπέα μείον την ισχύ του ορίου Ανίχνευσης (Detection Threshold - DT) που είναι προ-ρυθμισμένη από τον κατασκευαστή. Όταν συνεπώς χρησιμοποιούμε τη χειροκίνητη λειτουργία οι τιμές της ευαισθησίας, λόγω του ορίου αυτού (DT) πρέπει να ρυθμίζονται πολύ προσεκτικά διαφορετικά δεν θα βλέπουμε στόχους.
 

Το Sonar όπως προαναφέραμε στέλνει ένα ηχητικό κύμα στο νερό που όταν ανακλαστεί στα αντικείμενα που συναντά (ψάρια ή βυθό) επιστρέφει πίσω στο μορφοτροπέα. Δεδομένου ότι ο ήχος εξασθενεί καθώς διαδίδεται μέσα στο νερό, ο ήχος που επιστρέφει είναι πιο αδύνατος αν επιστρέψει από τα 100 μέτρα απ ότι αν επιστρέψει από τα 10 μέτρα. Έτσι εάν ρυθμίσουμε την ευαισθησία χειροκίνητα, για να δούμε στόχους στα 100 μέτρα θα πρέπει να βάλετε περισσότερη ένταση ώστε να δούμε τις επιστροφές από εκεί. Αντιθέτως αν είμαστε σε ρηχά νερά θα πρέπει να τη ρυθμίσουμε πιο χαμηλά για να μην «μπουκώσει» η οθόνη μας.
 

Η ευαισθησία (sensitivity) συνεπώς ελέγχει την ικανότητα της μονάδας στο να λαμβάνει τις ηχώ. Ένα χαμηλό επίπεδο ευαισθησίας αποκλείει μεγάλο μέρος των πληροφοριών από το βυθό και των ανακλάσεων σε διάφορα αντικείμενα. Υψηλά επίπεδα ευαισθησίας μας δίνουν τη δυνατότητα να δούμε λεπτομερείς και περισσότερες ηχώ αλλά μπορεί επίσης να γεμίσει την οθόνη με πολλά ανεπιθύμητα σήματα. Συνήθως, το καλύτερο επίπεδο ευαισθησίας δείχνει ένα καλό συμπαγές σήμα από τον βυθό και κάποια μικρή ακαταστασία στην επιφάνεια.
 

Εάν χρησιμοποιείτε την ευαισθησία στην αυτόματη ρύθμιση, η ευαισθησία προσαρμόζεται μόνη της όσο πάμε πιο βαθιά για να διατηρηθεί ένα συμπαγές σήμα από τον βυθό και κάτι λίγο περισσότερο. Αυτό δίνει στη συσκευή τη δυνατότητα να φαίνονται και τα ψάρια και άλλες λεπτομέρειες.
 

Παρασιτικοί θόρυβοι
 

Ρυθμίζοντας κατάλληλα την ευαισθησία ή το κέρδος (gain control) μπορούμε να εξαλείψουμε διάφορους παρασιτικούς θορύβους που εμφανίζονται στην οθόνη μας. (Σχήμα 38) και οφείλονται στο θόρυβο που υπάρχει κοντά στο μορφοτροπέα.
Εάν υπάρχει θόρυβος κοντά στον μορφοτροπέα, η εμφάνιση του υπερκαλύπτει τις ασθενέστερες ηχώ αλλά δημιουργεί και μια ανεπιθύμητη εικόνα στην οθόνη μας. Ρυθμίζοντας κατάλληλα το επίπεδο του gain από χαμηλό στο υψηλό (εικόνες 1 μέχρι 4) μπορούμε να αφαιρέσουμε σταδιακά τον ανεπιθύμητο θόρυβο. Θα δούμε μια μικρή βελτίωση στην εικόνα και στις ισχυρές επιστροφές (ηχώ) αλλά ταυτόχρονα μπορεί να κρυφτούν τελείως οι ασθενείς. Συνεπώς χρειάζεται μεγάλη προσοχή γιατί με την επιλογή αυτή μπορεί να αφαιρεθούν και ηχώ από ψάρια. Για αυτό πρέπει να χρησιμοποιήσουμε τη χαμηλότερη ρύθμιση εξάλειψης θορύβων ώστε να έχουμε μια καλή εικόνα. Βεβαίως ας δεν πρέπει να παραβλέψουμε πως διορθώνοντας τους προκαλούμενους από άλλες εγκαταστημένες συσκευές θορύβους, θα μειώσουμε αισθητά τις παρεμβολές.
Θόρυβοι επιφανείας (Surface clutter) (Σχήμα 39)
 

Αρκετές φορές στην πάνω πλευρά της οθόνης εμφανίζεται μια περιοχή θορύβου που προεκτείνεται προς τα κάτω. Αυτό προκαλείται συνήθως από την ανάκλαση του ήχου σε φυσαλίδες, άλγη, πλαγκτόν, μικρόψαρα, καιρικές συνθήκες και αντηχήσεις (reverberation) και είναι θόρυβος που δεν τον χρειαζόμαστε.
 

Οι παρεμβολές, τα παράσιτα αυτά, εκτός την ακαταστασία που δημιουργούν στη οθόνη, μπορούν να αποκρύψουν και αρκετούς στόχους ενώ οι συσκευές που λειτουργούν σε χαμηλές συχνότητες (ευρεία δέσμη) επηρεάζονται περισσότερο.
Για την απόκρυψη του και τον περιορισμό των παράσιτων στην οθόνη (εικόνα 1 σχ. 39) υπάρχει ένα φίλτρο (TVG) του οποίου η ενεργοποίηση δεν επηρεάζει την ένταση του σήματος των επιστρεφομένων ηχώ από τους στόχους (εικόνα 2 σχ 39).
 

Έτσι είναι δυνατή η εμφάνιση στόχων κοντά στην επιφάνεια (αφρόψαρα), οι οποίοι σε διαφορετική περίπτωση είναι κρυμμένοι ή καλύπτονται από τους ήχους επιφάνειας.
Διάρκειας παλμού (Pulse length): Μας επιτρέπει να επιλέξουμε συγκεκριμένο μήκος παλμού της εκπεμπόμενης από τον μορφοτροπέα ηχητικής δέσμης. Ένας σύντομος παλμός short pulse παρουσιάζει πιο λεπτομερείς πληροφορίες αλλά δεν είναι σε θέση να πάει μακριά, σε βαθιά νερά λόγω της μειωμένης ισχύος. Αντιθέτων ένας μακρύς παλμός (Long pulse) μας δίνει μεγάλη εμβέλεια και μικρή διακριτικότητα. Επίσης μπορούμε να ρυθμίσουμε το εύρος της ζώνης (Band width) αφού μας επιτρέπεται μέσω ενός φίλτρου στο δέκτη, να αυξήσουμε ή να περιορίσουμε την περιοχή συχνοτήτων την οποία θέλουμε να λάβουμε. Μεγάλο εύρος σημαίνει πολλές ανακλάσεις αλλά και πολύ θόρυβο.
Ισχύς παλμού (Pulse power): Σε αρκετές συσκευές μπορούμε να επιλέξουμε μια συγκεκριμένη ισχύ παλμού του μετατροπέα. Η χαμηλή ισχύς θα δώσει μια πιο καθαρή εικόνα αλλά δεν είναι δυνατό ο εκπεμπόμενος παλμός να διεισδύσει σε βαθιά νερά.
 

Ρύθμιση της ταχύτητας κύλισης (Σχήμα 40)
 

Τα δεδομένα (η εικόνα) στην οθόνη της συσκευής μετακινούνται με μια σταθερή ταχύτητα από τα δεξιά προς τα αριστερά. Η ταχύτητα με την οποία μετακινούνται ονομάζεται «ταχύτητα κύλισης» (scrolling ή chart speed) και σημαίνει απλά πόσο γρήγορα βλέπουμε την "ιστορία" αυτού που συνέβη κάτω από τον μορφοτροπέα μας. Η ταχύτητα αυτή μπορεί μέσω μιας ρύθμισης να αλλάξει εύκολα για να διευκολύνει το χειριστή να βρει την καλύτερη παρουσίαση εικόνας για ανάλυση.
 

Η ταχύτητα μπορεί να ρυθμιστεί «αυτόματα» και η αυτόματη αλλαγή γίνεται ανάλογα με ταχύτητα του σκάφους και του βάθους της περιοχής. Έτσι οι επαφές μας παρουσιάζονται με τη σωστή αναλογία διαστάσεων και εμφανίζονται λιγότερο παραμορφωμένες.
 

Όσο πιο ρηχά είναι, τόσο πιο γρήγορη πρέπει να είναι η ταχύτητα κύλισης.
Εάν ρυθμιστεί η ταχύτητα κύλισης πιο γρήγορα, οι ηχώ, τα ψάρια, θα μετακινούνται πιο γρήγορα αριστερά στην οθόνη παρουσιάζοντας λιγότερες λεπτομέρειες και αν πιο αργά τα ψάρια θα παραμείνουν στην οθόνη περισσότερο χρόνο και θα έχουμε μια πιο έντονη και ευκρινή εικόνα. Όταν η ταχύτητα κύλισης είναι υψηλή, ακόμη και ένα μικρό κοπάδι ψαριών θα εμφανιστεί ως μια μεγάλη ηχώ στην οθόνη της συσκευής. Η ταχύτητα κύλισης μπορεί επίσης να επηρεάσει την εικόνα του τόξου που εμφανίζεται στην οθόνη. Όσο μεγαλύτερη είναι η ταχύτητα, τόσο περισσότερα εικονοστοιχεία ενεργοποιούνται καθώς το ψάρι διέρχεται από τον κώνο και αυτό σημαίνει την εμφάνιση ενός καλύτερου (εντονότερου) τόξου ψαριών. Ωστόσο, αν η ταχύτητα ρυθμιστεί να είναι πολύ μεγάλη αυτό μπορεί να έχει σαν αποτέλεσμα να εμφανίζονται πιο μακριά σε μήκος τόξα. Χρειάζεται λοιπόν πειραματισμός μέχρι να βρούμε τη ρύθμιση που λειτουργεί καλύτερα για μας και τη περιοχή πού είμαστε.
 

Μια ματιά στις εικόνες των ηχοεντοπιστικών συσκευών.
 

Ας δούμε τώρα όλες αυτές τις πληροφορίες που αναπτύξαμε σε μερικές εικόνες που υπάρχουν στις σελίδες των κατασκευαστών Humminbird, Garmin, Lowrance, Furuno και στη σελίδα: https://doctorsonar.com/blogs/educational-articles/
Παρατηρείστε τις εικόνες 41 έως 50.
 

 

Ανακεφαλαίωση- Επίλογος
 

Όπως θα έχετε εμπεδώσει το κυριότερο πρόβλημα στις ηχοεντοπιστικές συσκευές είναι «Ο ΘΟΡΥΒΟΣ» (Σχήμα 51) Όπως είδατε ο θόρυβος επιδρά στην εντοπιστική ικανότητα κάθε συσκευής, εμφανίζεται στην οθόνη με τη μορφή παρασίτων και αλλοιώνει την παρουσιαζόμενη εικόνα. Αν έχουμε λιγότερους θορύβους η απόδοση της συσκευής μας θα είναι καλύτερη. Πρέπει συνεπώς να λάβουμε κάθε δυνατό μέτρο ώστε οι θόρυβοι να διατηρούνται στα χαμηλότερα δυνατά επίπεδα.
 

Μια από τις κυριότερες πηγές θορύβου είναι ο ηλεκτρικός ή ο ηλεκτρονικός θόρυβος που προέρχεται από τις καλωδιώσεις και τις συσκευές που έχουμε.
Αν η συσκευή μας ήταν απευθείας συνδεμένη σε μια ξεχωριστή μπαταρία το πρόβλημα θα ήταν πολύ μικρότερο. Επειδή όμως όλοι μας συνδέουμε τη συσκευή σε κάποιο πίνακα διακοπτών με ασφάλειες στον οποίο υπάρχουν συνδεδεμένα και άλλα φορτία όπως πλοϊκά, φώτα καμπίνας- προβολέας, ηλεκτρικά μηχανάκια συρτής, ραδιόφωνο, αντλίες άντλησης υδάτων κλπ, τότε το πρόβλημα είναι υπαρκτό. Επίσης η σύνδεση της μπαταρίας για φόρτιση με τη μηχανή ενδεχομένως να επιδεινώνει την κατάσταση.
Είναι σημαντικό λοιπόν να εξασφαλίσουμε πως οι θόρυβοι αυτοί θα μειωθούν στο ελάχιστο με σωστές συνδέσεις των συσκευών και καλές «γειώσεις».
 

Ποτέ δεν πρέπει να ενώνουμε καλώδια απλά στρίβοντας τα, σφίγγοντας τα και βάζοντας μονωτική ταινία. Πρέπει πάντα να χρησιμοποιούμε τους κατάλληλους προς τούτο συνδέσμους (κοσάκια).
 

Οι ενώσεις των καλωδίων με τους συνδέσμους και ακροδέκτες δεν πρέπει να είναι χαλαρές αλλά πρέπει να είναι καλά σφιγμένες και όπου υπάρχουν ενώσεις καλωδίων αυτές να γίνονται με συγκόλληση. Επίσης τα καλώδια των γραμμών τροφοδότησης όλων των συσκευών θα πρέπει να είναι καλά στερεωμένα, να μην είναι χαλαρά και να μην διέρχονται κοντά από άλλα καλώδια (επαγωγικά ρεύματα. Επίσης σε αρκετές περιπτώσεις η προσθήκη ενός φίλτρου στη γραμμή τροφοδότησης της συσκευής μας μπορεί να λύσει το πρόβλημα, αν υπάρχει. Συμβουλευτείτε γιαυτό ένα ειδικό ηλεκτρολόγο ή ηλεκτρονικό.
Αν έχουμε πρόβλημα ηλεκτρονικού θορύβου, αυτό μπορούμε εύκολα να το διαπιστώσουμε με μια δοκιμή. Συνδέστε τη συσκευή σας σε μια ανεξάρτητη μπαταρία και μετά συγκρίνεται την εικόνα με αυτή που είχαμε πριν. Επίσης μπορούμε να λειτουργήσουμε τη συσκευή με σβηστή τη μηχανή, μετά να βάλουμε μπροστά αυξάνοντας τις στροφές και παρακολουθώντας την εικόνα στην οθόνη μας θα δούμε αν η εικόνα μας χαλά. Αν η εικόνα δεν αλλοιώνεται τότε δεν έχουμε τέτοιο πρόβλημα.
Το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνουμε όταν πάρουμε μια νέα συσκευή είναι αφού διαβάσουμε προσεχτικά το εγχειρίδιο λειτουργίας της, να διαθέσουμε λίγες ώρες για δοκιμές σε κάποια κοντινή θαλάσσια περιοχή. Όταν πλέουμε για τη δοκιμή θα παρατηρούμε συνεχώς την εμφανιζόμενη εικόνα στη συσκευή και θα εξοικειωθούμε με τη χρήση της αλλάζοντας διαδοχικά τις ρυθμίσεις και παρατηρώντας την επίδραση τους στη λαμβανόμενη εικόνα.
 

Θα πλεύσουμε με διάφορες ταχύτητες για να επισημάνουμε την ταχύτητα με την οποία έχουμε την καλύτερη απεικόνιση. Είναι γεγονός πως μια ίδια συσκευή τοποθετημένη σε διαφορετικά σκάφη, εμφανίζει τα καλύτερα αποτελέσματα σε διαφορετικές ταχύτητες, λόγω του τρόπου και της θέσης τοποθέτησης, του μετατροπέα. Ωστόσο οι περισσότερες συσκευές αποδίδουν καλύτερα σε χαμηλότερες ταχύτητες.
 

Πειραματιστείτε με την εικόνα που βλέπετε και επειδή ήλθε η ώρα να μάθετε να διαβάσετε την εικόνα της συσκευής σας ακινητοποιείστε το σκάφος σας σε μια θέση και αφήστε ένα τεχνητό ψαράκι στο νερό. Ανεβοκατεβάστε το, πηγαίνετε το γύρω – γύρω από το σκάφος και παρατηρείστε την εικόνα που παίρνετε για κάθε θέση. Αφήστε το να ακουμπήσει στο βυθό και μετά σηκώστε το λίγο.
 

Σβήστε τη μηχανή. Παρατηρείστε την εικόνα. Βάλτε μπροστά και αυξήσετε τις στροφές. Δείτε αν η εικόνα επηρεάζεται από τον θόρυβο του σκάφους σας και αν ναι, λάβετε τα κατάλληλα μέτρα.
 

Πειραματιστείτε με τις συχνότητες και την ευαισθησία. ανεβοκατεβάζοντας το τεχνητό ψαράκι και κοιτάζοντας τις ενδείξεις στην οθόνη.
 

Αυτό το πείραμα θα σας δώσει μια καθαρή αντίληψη του πως φαίνονται οι ενδείξεις. Θα μάθετε τι σημαίνει το κάθε χρώμα και θα ξέρετε να πείτε αν κάτι βρίσκεται κάτω από το σκάφος σας ή λίγα μέτρα πιο πίσω από αυτό.
 

Όλα αυτά είναι μια διαδικασία που με το χρόνο και την εξάσκηση θα μάθουμε καλύτερα και όταν αποκτήσουμε την εμπειρία θα είναι δυνατόν ακόμη και να κάνουμε μια λογική εικασία για το είδος των ψαριού που φαίνεται στην οθόνη μας. Χρειάζεται να διαθέσουμε κάμποσο χρόνο για να μάθουμε να διαβάζουμε και να ερμηνεύουμε την εικόνα της συσκευής.
 

Μην θεωρήσετε πως επειδή αποκτήσατε μια καλή ή μια πανάκριβη συσκευή πως θα σας δείχνει τα ψάρια ή πως γίνατε ήδη οι «ειδικοί».
 

Αν μάθετε να ερμηνεύετε σωστά τις εικόνες που βλέπετε τότε δύσκολα θα ξεγελαστείτε και στη πορεία θα δείτε πως άξιζε τον κόπο.

 

 

Βιβλιογραφία-πηγές
 

Το άρθρο στηρίχθηκε στις παρακάτω εκδόσεις, δημοσιεύσεις και ηλεκτρονικά άρθρα:
A. Papoulis: Signal Analysis Mc Graw Hill, 1977.
Beranek, Leo L., Acoustics, McGraw-Hill, NY, 1954
Bureau of Ships, Navy Department, Washington, DC, Introduction to Sonar Technology,
Chris Woodward, Interpreting Your Fishing Boat's Sonar, By May 12, 2011
Colin W. Jemmott and William K. Stevens, The impact of reverberation on active sonar optimum frequency, 161st Meeting of Acoustical Society of America, 2011
Colin W. Jemmott, and William K. Stevens, What is CHIRP on a Fish Finder, The Ultimate Guide About CHIRP Sonar,
Donald P. Massa, A brief overview of SONAR operation, MASSA PRODUCTS CORPORATION, USA
F. Jensen, W.A. Kuperman, M.B. Porter, H. Schmidt: Computational Ocean Acoustics. A.I.P. Press, 2000.
Jim Hendricks, Changing to Chirp Sonar, JANUARY 11, 2018
L. Brekhovskikh and Yu. Lysanov: Fundamentals of Ocean Acoustics, Springer Verlag 1982.
Loeser, Harrison T., Sonar Engineering Handbook, Peninsula Publishing, CA, 1984
Nolan Laxamana, SONAR Technology for Fish Finders, GetFeetwet Navigation Inc
Ristic, Velimmir M., Principles of Acoustic Devices, J. Wiley & Sons, Inc., NY, 1983
Roy Edgar Hansen, Introduction to sonar, University of Oslo, September 26, 2012
University of Rhode Island and Inner Space Center, Advanced Topics in Sound, 2017,
Urick, Robert J., Sound Propagation in the Sea, Peninsula Publishing, CA, 1982
Urick, Robert Jl, Principles of Underwater Sound, McGraw-Hill, NY, 3rd Edition, 1983
Wilson, Oscar B., Introduction o Theory and Design of Sonar Transducers, Peninsula Publishing, CA, 1988
Ziomek, L. J. (1995). Fundamentals of acoustic field theory and space-time signal processing. Boca Raton: CRC Press.
Ι. Tolstoy and C.S. Clay: Ocean Acoustics, Theory and Experiment in Underwater Sound, American Institute of Physics, 1987.
Ιωαννιδη Αβρααμ, Μητροσυλη Γαρυφαλια,Νικολια Μαρια, Πτυχιακή εργασία: Ηλεκτρονικός εξοπλισμός σύγχρονου αλιευτικού σκάφους, ΤΕΙ Μεσολογγίου,
Κοτταρά Ανάργυρου, Πτυχιακή εργασία: Συστήματα Sonar για την Ναυτιλία, ΤΕΙ Κρήτης, Παράρτημα Χανίων, Τμήμα Ηλεκτρονικής, 2013
Παράσχου Δημήτριου, Μεταπτυχιακή διατριβή: Σύγχρονες μέθοδοι επεξεργασίας ακουστικών σημάτων στη θάλασσα από συστοιχίες υδροφώνων, ΣΣΕ/Τμήμα Στρατιωτικών Επιστημών και Πολυτεχνείο Κρήτης, 2017
 

 

ΣΕΛΙΔΕΣ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟΥ:
 

http://acousticalsociety.org/
http://reefmaster.com.au/sonar_viewer_reference/index.htm?context=50
http://watergearlab.com/how-to-read-fish-a-finder/
http://www.eaglenav.com/support/tips-and-tutorials/sonar-tutorial/
https://buy.garmin.com/en-US/US/cOnTheWater-cFishfinders-p1.html
https://chuckingfluff.com/how-to-read-a-fish-finder-screen/
https://deepersonar.com/us/en_us/how-it-works/how-to-read-fishfinder
https://doctorsonar.com/blogs/educational-articles/12380345-lowrance-pros-corner-by-luke-morris
https://dosits.org/science/advanced-topics/detection-threshold-for-sonar/
https://fishfinderbrand.com/what-is-chirp-sonar-on-fish-finder/
https://www.defender.com/html/fishfinder_info.html
https://www.furuno.com/special/en/fishfinder/index.html
https://www.furuno.com/special/en/sonar/difference.html
https://www.humminbird.com/
https://www.lowrance.com/
http://www.raymarine.com/fishfinders/
https://www.simrad.com/www/01/nokbg0240.nsf/AllWeb/5F25213CFDDB1A63C12570AC0038B6DF?OpenDocument
https://www.sonarwars.com/fish-finder-how-to/#screens
https://www.sportfishingmag.com/boats/marine-electronics/interpreting-your-sonar
https://www8.garmin.com/manuals/webhelp/striker/en-us/guid-48d5cbb8-0d94-4b42-9d8e-3a8872c2f178.html

 

Powered by Blog - Widget