MENU
MENU
  • Πελαγικές περιοχές - ζώνεςΠελαγικές περιοχές - ζώνες
  • ΞέρεςΞέρες
  • ΠάγκοιΠάγκοι
  • Αποχή βυθούΑποχή βυθού
  • Αμμώδης βυθόςΑμμώδης βυθός
  • Πετρώδεις βυθοίΠετρώδεις βυθοί
  • Λασπώδεις βυθοίΛασπώδεις βυθοί
  • ΠοσειδωνίαΠοσειδωνία
  • ΤραγάναΤραγάνα
  • Τροκάδα σε πάγκο.Τροκάδα σε πάγκο.
  • Ετερογενείς ψαρότοποιΕτερογενείς ψαρότοποι

Ηρακλής Καλογεράκης. Ο βυθός της θάλασσας, τα χαρακτηριστικά του και τα στέκια των ψαριών.

Γράφει ο Ηρακλής Καλογεράκης,
Αξιωματικός ΠΝ (εα) και ερασιτέχνης αλιεύς


Οι θάλασσες που καταλαμβάνουν τα 3/4 της επιφάνειας της γης έχουν μεγάλη αξία για την οικολογική ισορροπία του πλανήτη μας, είναι πηγή ζωής για ανθρώπους και θαλάσσιους οργανισμούς και ρυθμιστής του κλίματος και του περιβάλλοντος.
 

Μια διάκριση του θαλασσίου περιβάλλοντος (Σχήμα 1) γίνεται κατά βάθος (κατακόρυφη ζώνωση) ανάλογα με τη ποσότητα του φωτός που εισχωρεί και που επηρεάζει άμεσα τη θαλάσσια ζωή και τους θαλάσσιους οργανισμούς. Είναι γεγονός πως λιγότερο από το 40% της ηλιακής ακτινοβολίας φτάνει σε βάθος μεγαλύτερο του ενός μέτρου και λιγότερο από το 1% της ηλιακής ακτινοβολίας διεισδύει σε βάθος μεγαλύτερο από τα 50 μέτρα. Έτσι μπορούμε να χωρίσουμε τη στήλη του θαλασσινού νερού σε τρεις ζώνες, την ευφωτική (0-100μ), την ολιγόφωτη (100-300μ) και την αφωτική ζώνη (>200μ).
 

Όταν στη θάλασσα υπάρχει φως, τα φυτά και τα φύκια μπορούν να φωτοσυνθέσουν και κατά συνέπεια ν’ αναπτυχθούν και ν’ αναπαραχθούν και όταν αυτά αναπτυχθούν μπορούν να χρησιμοποιηθούν σαν τροφή από τους θαλάσσιους οργανισμούς. Στη συνέχεια αυτοί θα αποτελέσουν την τροφή των άλλων μεγαλύτερων ψαριών ενώ όταν πεθάνουν θα διασπαστούν και θα επιστρέψουν στη φύση. Με τη διάσπαση των νεκρών φυτικών και ζωικών οργανισμών μετατρέπεται το οργανικό υλικό σε θρεπτικά άλατα που γίνονται ξανά διαθέσιμα στους φωτοσυνθετικούς οργανισμούς. Με λίγα λόγια η ζωή στις θάλασσες καθορίζεται από το φως και η θάλασσα είναι ένα μεγάλο εργοστάσιο που αναπαράγει και συντηρεί τη ζωή αλλά ταυτόχρονα συμμετέχει στην ανακύκλωση της ύλης και της ενέργειας.
 

Έτσι οι δυο πρώτες ζώνες της θάλασσες(0-300 μ) είναι πολύ σημαντικές για την ζωή και την αλιεία, αφού σε αυτές γίνεται με τη βοήθεια του ήλιου η φωτοσύνθεση από το φυτοπλαγκτόν και τα φύκη και ενώ στα μεγάλα βάθη, στην αφωτική ζώνη, δεν γίνεται φωτοσύνθεση και ζουν μόνο σπάνια είδη θαλάσσιων οργανισμών.
 

Μια άλλη διάκριση ανάμεσα στα θαλάσσια περιβάλλοντα (οριζόντια ζώνωση) γίνεται με βάση την απόστασή τους από την ξηρά. Τα νερά που καλύπτουν τα κεκλιμένα και αβαθή ηπειρωτικά κράσπεδα αποτελούν τη νηριτική ζώνη, που έχει μεγάλη βιο ποικιλότητα παραγωγικότητα γιατί έχει φως. Αυτή υποδιαιρείται στη μεσοπαλιρροιακή και υποπαλιρροιακή ζώνη. Η μεσοπαλιρροιακή ζώνη καλύπτεται παροδικά με νερό και επομένως οι οργανισμοί που ζουν εκεί έχουν αναπτύξει προσαρμογές κατάλληλες για επιβίωση όταν το σώμα τους καλύπτεται από νερό αλλά και όταν είναι εκτεθειμένο στον αέρα. Στην ακτή, στις βραχώδεις περιοχές αναπτύσσονται οργανισμοί που προσκολλώνται στα βράχια (πεταλίδες) για να μη παρασύρονται από τα κύματα ενώ στις αμμώδεις, οι οργανισμοί κινούνται ελεύθερα ή τρυπώνουν μέσα στην άμμο (καβούρια κ.α). Οι οργανισμοί της υποπαλιρροιακής ζώνης (0-40μ βάθος) δεν επηρεάζονται από τις παλίρροιες. Το πλαγκτόν επιπλέει και οι οργανισμοί που ζουν στο νερό π.χ. ψάρια, μετακινούνται ελεύθερα σε όλη τη νηριτική ζώνη.
 

Στην προέκταση της νηριτικής ζώνης είναι η πελαγική ή ωκεάνια ζώνη τα νερά της οποίας χωρίζονται ανάλογα με το βάθος τους σε έναν αριθμό ζωνών. Έτσι από γεωλογικής άποψης, έχουμε την υφαλοκρηπίδα δηλ. τη προέκταση της ξηράς μέχρι το βάθος των 300μ στην οποία ο βυθός έχει μικρές κλίσεις και δεν είναι απότομος ενώ το πλάτος της ποικίλλει ανάλογα με τη μορφολογία της κάθε περιοχής.
 

Στη συνέχεια έχουμε το υφαλοπρανές που λέγεται και Ηπειρωτικό ανύψωμα ή Ηπειρωτική κατωφέρεια, όπου ο βυθός αποκτά μια απότομη κλίση (30-45 μοίρες) και φτάνει μέχρι βάθος 3.000μ. Ακολουθούν οι ωκεάνιες πεδιάδες ή λεκάνες με τα υποθαλάσσια όρη και τους ωκεάνιους τάφρους που βρίσκονται από 3.000 μέχρι 5.000μ βάθος και οι Αβυσσαίες πεδιάδες που μπορεί να φτάσουν μέχρι τα 11.000μ
 

 

Ο Βυθός.
 

Βυθός είναι ο πυθμένας των θαλασσών, των ποταμών και των λιμνών δηλαδή είναι το στρώμα της γης πάνω από το όποίο υπάρχει υδάτινος όγκος και το ανάγλυφο του είναι αντίστοιχο με το ανάγλυφο της ξηράς. Έχουν δηλαδή και τα δύο απόκρημνα και βραχώδη βουνά, μικρούς και μεγάλους λόφους, πεδιάδες, σαμάρια, βαθιές εσοχές, χαράδρες, τάφρους, λεκάνες, σπηλιές και πηγάδια.
 

Τα μορφολογικά χαρακτηριστικά του βυθού των θαλασσών δεν αναπτύσσονται τυχαία αλλά συνδέονται με διεργασίες που οφείλονται τόσο στις γεωλογικές διεργασίες στο εσωτερικό της γης όσο και σε ιζηματολογικά αίτια δηλαδή από τα υλικά που προέρχονται από την ξηρά και καταλήγουν στη θάλασσα με τις βροχές και τα ποτάμια. Έτσι ο βυθός ανάλογα με τη μορφή του δηλ. το ανάγλυφο του διακρίνεται σε ομαλό βυθό (επίπεδο), σε ίσιο (οριζόντιο και ομαλό), σε επικλινή ή σε κρεμαστό (απότομης αύξησης βάθους»).

 

Επίσης ανάλογα με τη ποιότητα της σύνθεσης του διακρίνεται σε τραχύ (βραχώδη), στερεό (συμπαγή) και σε μαλακό (άμμο ή λάσπη) ενώ ανάλογα με το μέγεθος των κόκκων των ιζημάτων, την ύλη που τον καλύπτει, διακρίνεται περαιτέρω σε βραχώδη με μέγεθος >256mm, σε κροκαλώδη (rocky bottom) με 65-255mm, σε βοτσαλωτό με 4-64mm), σε ψηφώδη ή χαλικώδη με μέγεθος 2-4mm, σε αμμώδη (sand bottom με 0,062-2mm, σε πυλώδη ή λασπώδη με μέγεθος 0,004-0,062 mm και σε αργιλλώδη – βορβορώδη- βουρκάδα με μέγεθος κόκκων < 0,004mm.
 

Το υλικό επικάλυψης του βυθού, τα ιζήματα δηλαδή, στη παράκτια ζώνη και την υφαλοκρηπίδα προέρχονται κυρίως από τη γειτονική ξηρά και μεταφέρθηκαν με τα κύματα, ενώ στα βαθιά νερά τα λεπτότερα ιζήματα όπως η λάσπη και η άργιλος, μετακινήθηκαν με τα θαλάσσια ρεύματα. Βεβαίως υπάρχουν και τεράστιες εκτάσεις στο βυθό που είναι καλυμμένες με υπολειμματικές αμμώδεις ή βραχώδεις αποθέσεις, κατάλοιπα σταδίων της παγετώδους περιόδου, όταν η στάθμη του νερού ήταν χαμηλότερα.
 

Σε αρκετές θάλασσες με έντονα παλιρροιακά φαινόμενα, τα παλιρροιακά κύματα μπορούν να μετακινήσουν άμμο και ιλύ σε όλη σχεδόν την έκταση της υφαλοκρηπίδας και σε διάφορες διευθύνσεις. Κοντά στην ακτή η ύλη εναποτίθεται με αναλογία 10 εκατοστών ανά χίλια χρόνια ενώ σε πολύ βαθιά νερά η αναλογία πολύ μικρότερη. Τα θαλάσσια ιζήματα αποτελούνται από μεμονωμένα σωματίδια όλων των μεγεθών από το πιο λεπτό που σχηματίζει τον πηλό μέχρι τα χαλίκια και τους μεγάλους βράχους. Οι εναποθέσεις κοντά στις ακτές είναι σχετικά τραχείες (άμμος, πέτρα, χαλίκι κοκ) ενώ οι εναποθέσεις που βρίσκονται στο βυθό των βαθέων υδάτων είναι πολύ λεπτότερες (πηλός-λάσπη). Στα θαλάσσια ιζήματα συναντούμε μια ποικιλία χρωμάτων. Τα ανοικτότερα χρώματα, άσπρο ή ελαφρύ γκρίζο σχετίζονται με χοντρούς κόκκους χαλαζία ή αποθέσεις ασβεστόλιθου ενώ τα πιο σκούρα χρώματα, μπλε, κόκκινο, πράσινο κλπ σχετίζονται συνήθως με λάσπη στην οποία κυριαρχούν μεταλλικές ουσίες όπως το οξείδιο του σιδήρου ή μαγγάνιο.
Στο ίζημα του πυθμένα (ζώνη πάχους 2-5cm) συναντάται μια μεγάλη ποικιλία οργανισμών, οι λεγόμενοι βενθικοί οργανισμοί που είναι ασπόνδυλα και μικρά καρκινοειδή. Τα αμμώδη ιζήματα είναι ασταθή και περιέχουν συνήθως μειωμένες ποσότητες θρεπτικών, γι' αυτό και οι φυτικοί οργανισμοί είναι σπάνιοι, ενώ στους βραχώδεις πυθμένες εμφανίζεται μεγάλη ποικιλία ζωής αφού προσφέρουν καταφύγιο στους οργανισμούς από τους θηρευτές τους, και σχηματίζεται ένα υπόστρωμα για να προσκολλούνται τα φύκη που προσφέρουν τροφή στους διάφορους βενθικούς οργανισμούς.
 

Τέλος αν ο βυθός είναι καλυμμένος με φύκια ονομάζεται φυκώδης ή φυκιάδα, αν με κοράλλια κοραλλιώδης και αν έχει σφουγγάρια σπογγοβριθής («σφουγγαρότοπος»).
Οικολογική υποδιαίρεση των θαλασσίων οργανισμών
 

Βάσει του βιοτόπου στον οποίο διαβιούν οι θαλάσσιοι οργανισμοί χαρακτηρίζονται ως βενθικοί και ως πελαγικοί.
 

Βενθικοί είναι οι οργανισμοί που ζουν μέσα ή επάνω στον βυθό και υποδιαιρούνται σε εδραίους και σε νηκτοβένθιους. Εδραίοι ονομάζονται αυτοί που είναι προσκολλημένοι στον βυθό, ενώ στο νηκτοβένθιοι αυτοί που ζουν πάνω στο βυθό αλλά δεν μένουν μόνο εκεί.
 

Πελαγικοί είναι οι οργανισμοί που ζουν μέσα στη στήλη του νερού και υποδιαιρούνται με βάση τη δυνατότητα τους να κολυμπούν και να κινούνται μέσα στη στήλη και επίσης να μπορούν να πηγαίνουν αντίθετα στα ρεύματα.
 

Η ζωή στις θάλασσες δεν είναι ομοιόμορφα κατανεμημένη.
 

Οι κύριοι παράγοντες που καθορίζουν την κατανομή των ζωντανών οργανισμών στη θάλασσα είναι η θερμοκρασία, η αλατότητα, η συγκέντρωση του διαλυμένου οξυγόνου και διοξειδίου του άνθρακα, η ποσότητα του φωτός στα διάφορα υδάτινα στρώματα και το πιο σημαντικό για την αλιεία η περιεκτικότητα του νερού σε θρεπτικά στοιχεία και η ύπαρξη τροφής. Έτσι, οι περισσότεροι μικρο- οργανισμοί αναπτύσσονται στα ανώτερα υδάτινα στρώματα ενώ το ζωοπλαγκτόν βρίσκεται σε όλα τα βάθη και είναι σε αφθονία στην εύφωτη ζώνη. Στα βαθύτερα στρώματα το φως είναι ελάχιστο ή καθόλου, η θερμοκρασία χαμηλή και η πίεση υψηλή με αποτέλεσμα να έχουμε ελάχιστα είδη τροφής με συνέπεια τα ψάρια που ενδιαφέρουν την αλιεία να είναι λιγοστά ή καθόλου.
Η γεωμορφολογία, η διαμόρφωση δηλαδή του ανάγλυφου και της σύστασης του βυθού είναι ο παράγοντας που καθορίζει σε κάποιο βαθμό τις περιοχές που θα λάβει χώρα η αλιεία. Η κλίση του βυθού, η κυκλοφορία των υδάτων, η περιεκτικότητά τους σε χημικά στοιχεία, η θερμοκρασία, η αλατότητα και η διαύγεια, όλα συμβάλλουν στη διαμόρφωση της κατανομής των διαφόρων θαλάσσιων οργανισμών και έχουν επίσης σημαντική επίδραση στην αξιολόγηση μιας περιοχής σαν ψαρότοπου. Η σύσταση επίσης του υποστρώματος παίζει αποφασιστικό ρόλο στη σύνθεση των αλιευμάτων καθώς τα διάφορα είδη έχουν διαφορετικές προτιμήσεις ως προς το περιβάλλον όπου διαβιούν επιλέγοντας συγκεκριμένα ενδιαιτήματα.
 

Έτσι, ανάλογα με το βάθος μιας περιοχής, με το ανάγλυφο της και το είδος της ακτογραμμής και του βυθού, μπορούμε να πούμε τι ψάρια αναμένεται να βρούμε αφού και αυτά έχουν τις προτιμήσεις τους. Είναι φυσικό κάθε ψάρι να θέλει τον «τόπο» του όπου θα βρει την αγαπημένη του τροφή, όπου θα φωλιάσει, όπου θα κρυφτεί ή θα στήσει την ενέδρα του. Οι τόποι αυτοί αποτελούν τις συνοικίες όπου συγκεντρώνονται και διαβιούν οι «μακροβενθικοί οργανισμοί» που αποτελούν την τροφή των ψαριών ή που προσφέρουν καταφύγιο για τα ψάρια. Οι περιοχές αυτές είναι οι γνωστοί «ψαρότοποι» στους οποίους πρέπει να αναζητήσουμε τα ψάρια που θα ψαρέψουμε.
 

 

ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΨΑΡΟΤΟΠΩΝ
 

Ας δούμε τώρα τους σπουδαιότερους βυθούς και τι να περιμένουμε να μας δώσει.
Α. Ανάλογα με το ανάγλυφο του βυθού
 

ΞΕΡΑ (φωτογραφία 2):
Είναι ένας μεγάλης έκτασης ύφαλος που έχει μια βραχώδη, αρκετά ανώμαλη και με προεξοχές ή ανοίγματα επιφάνεια όπως σχισμές, τρύπες, σπηλιές.
Η βλάστηση στις ξέρες είναι πολύ αραιή ή καθόλου. Τα βράχια της ξέρας μπορεί να έχουν πάνω τους φύκη και συνήθως οι ξέρες περιβάλλονται από ένα περισσότερο ομαλό, βυθό.
Όταν η ξέρα βγαίνει και έξω από την επιφάνεια της θάλασσας τότε λέμε πως είναι βράχος ή βραχονησίδα.
 

Η ξέρα, θεωρείται εξαιρετικός ψαρότοπος αφού εκεί θα βρούμε πληθώρα βενθικών ψαριών (πατόψαρα) όπως ο ροφός, η σφυρίδα, η συναγρίδα, η στείρα, το μουγγρί, καβούρια και οι αστακοί.
 

Καλύτερους ψαρότοπους αποτελούν οι μικρές ξέρες ή ύφαλοι που υψώνονται σε περιοχές που έχουν μεγάλα βάθη.
 

 

ΠΑΓΚΟΣ ή ΜΠΑΓΚΟΣ (από το bank) (φωτογραφία 3)
 

Ο πάγκος είναι μια έξαρση, μια ανύψωση του βυθού, με σχεδόν επίπεδη οροφή. Είναι δηλαδή σαν ένα υποθαλάσσιο οροπέδιο.
 

Στις πλαγιές των πάγκων, μέσα σε σπηλιές ή τρύπες, φωλιάζουν αρκετά είδη ψαριών ιδιαίτερα όλα τα πετρόψαρα όπως χάνοι και πέρκες ενώ στους πρόποδες τους (στις αποχές) θα βρούμε μεγάλα ψάρια όπως ροφούς, σφυρίδες, σκορπιούς κα. Εκτός όμως από τα ψάρια αυτά, οι πάγκοι κρατάνε και άλλους θαλάσσιους οργανισμούς όπως σουπιές, χταπόδια και διάφορα οστρακοειδή.
 

 

ΑΠΟΧΗ (φωτογραφία 4)
 

Αποχή ονομάζουμε το μέρος που σταματά η κλίση του βυθού από την ακρογιαλιά και αρχίζει ο επίπεδος και ομαλός βυθός.
 

Στην περιοχή αυτή αν ακολουθήσουμε την ισοβαθή θα συναντήσουμε αρκετά αξιόλογα ψάρια όπως ούγγενες, σπάρους, μελανούρια, σαργούς, συκιούς κ.α. Όμως τα καλύτερα ψάρια, ιδίως για τους λάτρεις της συρτής, θα τα βρούμε στις αποχές, στους πρόποδες μιας ξέρας ή ενός πάγκου. Εκεί φωλιάζουν τα ψάρια ή μετακινούνται για εξεύρεση τροφής.

 

Καλύτερες αποχές θεωρούνται αυτές που είναι κοντά στην ακτογραμμή.
Β. Ανάλογα με το είδος της ύλης (ιζήματα) του βυθού
 

Αμμώδης βυθός (Αμμούδα & Αμμοσούρα) (φωτογραγία 5)
Είναι τμήμα βυθού καλυμμένο με άμμο από το οποίο λείπει ή υπάρχει πολύ περιορισμένη βλάστηση. Υπάρχουν αμμώδεις βυθοί που άλλοι έχουν μαλακό στρώμα άμμου και άλλοι σκληρό. Συνήθως τα βάθη που συναντάμε τη μαλακή άμμο είναι μικρά ενώ όσο το βάθος μεγαλώνει, η μορφολογία αλλάζει.
 

Στους αμμώδεις βυθούς θα βρούμε τα αμμόψαρα όπως οι δράκαινες, γλώσσες, κατσούλες, καλκάνια, το γωβιό, το λύχνο, τις μουρμούρες, τσιπούρες, λαβράκια και τα μυλοκόπια.
 

Πετρώδης βυθός (φωτογραφία 6)
Είναι περιοχές συνήθως κοντά στις ακρογιαλιές και την ακτογραμμή. Εκεί θα συναντήσουμε να περιφέρονται αρκετά είδη ψαριών όπως μουγκρια, σμέρνες, κεφαλόπουλα, κωβιους, σαργούς, μελανούρια, σκαθάρια κ.α.
 

Λάσπη ή βούρκος (φωτογραφία 7)
Η λάσπη είναι ένα πολύ λεπτόκοκκο υπόστρωμα χωρίς βλάστηση. Έχουμε λασπώδεις βυθούς σε μεγάλα βάθη όπου θα βρούμε αρκετά είδη αξιόλογων βενθικών ψαριών (πατόψαρων) όπως ο μπακαλιάρος, η σκλεπού (πεσκανδρίτσα), ο βλάχος, τα μπαρμπούνια, οι κουτσομούρες κ.α.
 

Στο λασπώδη βυθό σε μικρά βάθη θα βρούμε λαβράκια, κεφαλόπουλα, τσιπούρες, μπαρμπούνια, κουτσομούρες σπουπές κ.α.
 

Φυκιάδα (φωτογραφία 8)
Τα φύκη ή φύκια (Algae) αποτελούν μεγάλο μέρος της θαλάσσιας χλωρίδας και δεν κατατάσσονται στα φυτά αλλά στα πρώτιστα αφού δεν έχουν ρίζες, βλαστούς, φύλλα, άνθη ή καρπούς.
 

Στην Ελλάδα υπολογίζεται ότι υπάρχουν περί τα 600 είδη φυκιών που κατατάσσονται σε 3 κατηγορίες. Στα χλωροφύκη που είναι πράσινα και βρίσκονται σε μικρά βάθη, στα ροδοφύκη που ζουν σε μεγαλύτερα βάθη και στα φαιοφύκη ή καστανά φύκη που αναπτύσσονται σε καθαρά νερά.
 

Τα φύκη δεν θα τα βρούμε σε αμμουδερές ακτές αλλά πάνω σε σκληρά υποστρώματα (βράχια και πέτρες) και συνήθως το μήκος τους δεν ξεπερνά τα 20-30 εκατοστά.
Όταν όμως οι ψαράδες αναφέρονται σε «φυκιάδα» δεν εννοούν τα παραπάνω φύκη αλλά αναφέρονται στις περιοχές που έχουν βυθό μαλακού υποστρώματος και είναι καλυμμένες με το φυτό της ποσειδωνίας (Poseidonia oceanica) που σχηματίζει μικρά ή μεγάλα λιβάδια. Τα λιβάδια αυτά αποτελούν περιοχές στις οποίες πολλά είδη αλιευμάτων περνούν τα νεαρά τους στάδια.
 

Το «φυτό αυτό της θάλασσας» δεν είναι φύκη αλλά είναι ένα πολυετές φυτό και ανήκει στα φανερόγαμα. Είναι δηλ. ανώτερο φυτό με ρίζες, βλαστούς και φύλλα. Υπάρχει μόνο στα μεσογειακά νερά και το έχουμε σε αφθονία στις θάλασσες μας.
Το φυτό αυτό πριν 60 εκατομμύρια χρόνια ζούσε στην ξηρά αλλά μετά προσαρμόστηκε αποκλειστικά στη θάλασσα όπου σχηματίζει τα γνωστά «δάση της θάλασσας». Τα φύλλα του είναι πράσινα και μπορεί να φτάσουν και το 1m μήκος. Όταν γεράσουν πέφτουν και παρασυρόμενα από το κύμα βγαίνουν στην αμμουδιά. Είναι αυτές οι καφέ κορδέλες που συναντάμε συχνά στις παραλίες μας.
 

Το φυτό αυτό αναπτύσσεται αποκλειστικά σε καθαρά νερά και παράγει τεράστιες ποσότητες διαλυμένου οξυγόνου. Είναι πολύ χρήσιμο αφού προσφέρει σπίτι, καταφύγιο, τροφή και ασφαλές μέρος για αναπαραγωγή, σε πλήθος θαλάσσιων οργανισμών όπως διάφορα ψάρια, καλαμάρια, σουπιές, αχινούς, αστερίες, σκουλήκια κ.α. Επιπλέον προστατεύει τις ακτές από την διάβρωση αφού αλλοιώνουν την δράση των παράκτιων κυμάτων και ρευμάτων.
 

Ενώ οι περιοχές αυτές με τη ποσειδωνία έχουν πολλούς θαλάσσιους οργανισμούς και θεωρείται μια πλούσια από οικολογική άποψη περιοχή, εντούτοις τα ψάρια αποφεύγουν να την επισκέπτονται, λόγω του ότι εξαιτίας της πυκνής βλάστησης η αναζήτηση της τροφής τους είναι δύσκολη και κουραστική.
Στις φυκιάδες συνήθως θα βρούμε γύλους, σπάρους, μαρίδες, καλαμάρια, σουπιές, μουγκρια, πέρκες κ.α
 

Τραγάνα (φωτογραφία 9)
Η τραγάνα είναι ένας επίπεδος αμμολασπώδης βυθός στρωμένος με μη προσκολλημένα (ελεύθερα δηλ) κοραλλιοειδή ροδοφύκη, «ροδοχάλικα», βοτσαλάκια και απολιθωμένα κελύφη στα οποία ζουν διάφοροι οργανισμοί. Σημαντική βέβαια στη περιοχή της τραγάνας είναι η ύπαρξη θαλάσσιων ρευμάτων που εμποδίζει αυτά τα ιζήματα και οργανισμούς να θαφτούν κάτω στο βυθό.
 

Η βλάστηση στις περιοχές αυτές είναι πάρα πολύ μικρή αλλά υπάρχουν ενδιάμεσα αρκετά αραιά σπαρμένα, μικρά και χαμηλά, θαλασσόχορτα.
 

Γενικά είναι ένας σχετικά σκληρός βυθός, συνήθως ισοβαθής, που μοιάζει με ένα θαλάσσιο λιβάδι το οποίο προσφέρει μια πλούσια τροφή σε θαλάσσιους οργανισμούς όπως σφουγγάρια, κοράλλια, ανεμώνες, γαρίδες, σκουλήκια και άλλα. Η τραγάνα συνεπώς είναι ένας περίφημος και περιζήτητος ψαρότοπος αφού σε αυτή συγκεντρώνονται αρκετά είδη ψαριών για να βρούνε τη τροφή τους.
Στην τραγάνα θα συναντήσουμε πληθώρα ειδών όπως ο αστακός, η συναγρίδα, η στείρα, η σφυρίδα, το φαγκρί, το λυθρίνι, ο μπαλάς, ο χάνος, το μυλοκόπι, ο σαργός, η τσιπούρα, η σκορπίνα, ο σπάρος το μπαρμπούνι κ.α. Για το λιθρίνι ειδικά οι ψαράδες λένε πως είναι «Ο άρχων της τραγάνας» ή «ο αφέντης των τραγανότοπων».
 

Τροκάδα (φωτογραφία 10)
Η τροκάδα είναι σχετικά ανώμαλος, παρόμοιος με την τραγάνα βυθός, στρωμένος με άγριες ασβεστολιθικές πέτρες και απολιθωμένα φυτά. Στις περιοχές αυτές βρίσκουμε φαγκριά, λυθρίνια, συναγρίδες, αρκετές φορές σφυρίδες κ.α
 

ΜΙΚΤΟΙ ΨΑΡΟΤΟΠΟΙ (Ετερογενείς) (φωτογραφία 11)
Η αλιεία σε περιοχές που συνδυάζουν δύο ή και παραπάνω τύπους βυθού π.χ. τραγάνα με άμμο ή τραγάνα με φυκιάδα, είναι πολύ αποδοτική και αρκετοί ψαράδες όταν αναφέρονται σε τέτοιες περιοχές τις χαρακτηρίζουν ως «κομμάτια».
Οι ανάμικτες περιοχές αφενός εξασφαλίζουν μια ποικιλία ανάμεσα στα είδη των αλιευμάτων και αφετέρου πολλά είδη προτιμούν να διαβιούν σε περιοχές ανάμεσα σε δύο υποστρώματα επειδή έτσι εξασφαλίζουν πρόσβαση και στους δύο τύπους βυθού, καθένας από τους οποίους μπορεί να ικανοποιεί διαφορετικές απαιτήσεις των οικογενειών των ψαριών. Για παράδειγμα σε ένα αμμώδη βυθό με σποραδικές φυκιάδες και βραχάκια θα βρούμε από σαργούς και καμπανάδες μέχρι τσιπούρες και μουρμούρες.
 

Powered by Blog - Widget