MENU
MENU
  • Φωτο 1Φωτο 1
  • Φωτο 2Φωτο 2
  • Φωτο 3Φωτο 3
  • Φωτο 4Φωτο 4
  • Φωτο 5Φωτο 5
  • Φωτο 6Φωτο 6
  • Φωτο 7Φωτο 7
  • Φωτο 8Φωτο 8
  • Φωτο 9Φωτο 9
  • Φωτο 10Φωτο 10
  • Φωτο 11Φωτο 11
  • Φωτο 12Φωτο 12
  • Φωτο 13Φωτο 13
  • Φωτο 14Φωτο 14
  • Φωτο 15Φωτο 15
  • Φωτο 16Φωτο 16
  • Φωτο 17Φωτο 17
  • Φωτο 18Φωτο 18
  • Φωτο 19Φωτο 19
  • Φωτο 20Φωτο 20
  • Φωτο 21Φωτο 21
  • Φωτο 22Φωτο 22
  • Φωτο 23Φωτο 23
  • Φωτο 24Φωτο 24
  • Φωτο 25Φωτο 25
  • Φωτο 26Φωτο 26
  • Φωτο 27Φωτο 27
  • Φωτο 28Φωτο 28
  • Φωτο 29Φωτο 29
  • Φωτο 30Φωτο 30

Καλαμάρια, τα πιο γρήγορα κεφαλόποδα (μέρος 1 από 2)

Γράφει ο Ηρακλής Καλογεράκης, Αξκός ΠΝ (εα) και ερασιτέχνης ψαράς

 

Τα καλαμάρια είναι δεκάποδα κεφαλόποδα της κατηγορίας των ασπόνδυλων θαλασσινών που υπάγονται στα μαλάκια και ανήκουν στα διβράγχια. (φωτο Νο 1)
 

Τα δεκάποδα κεφαλόποδα περιέχουν 6 κατηγορίες με περίπου 95 γένη και 450 είδη, ταξινομημένα σε 31 οικογένειες ανάλογα με τα φυσικά χαρακτηριστικά και συμπεριφορά τους. Το πιο χαρακτηριστικό τους γνώρισμα είναι η τροποποίηση του τέταρτου ζεύγους βραχιόνων σε συλληπτήριους βραχίονες. Αυτοί είναι ένα είδος μακρόστενου πλοκαμιού που σε μερικά είδη είναι πολλαπλάσια του μήκους του σώματος και λειτουργούν σαν πετονιά ψαρέματος, ενώ σε άλλα είναι κοντά και μυώδη που μπορούν όμως να εκτιναχθούν αστραπιαία για να πιάσουν τη λεία και στη συνέχεια να επανέλθουν και να μπουν μέσα σε μια πτυχή. Επίσης οι σουπιές θάβονται στην άμμο κατά τη διάρκεια της ημέρας ενώ τα μυώδη καλαμάρια κολυμπούν στα βαθιά νερά με μια αργή εκτόξευση νερού ενώ στον ίδιο βιότοπο κάποια άλλα με αδύναμο μανδύα χρησιμοποιούν τα πτερύγια τους για να κολυμπήσουν.
 

Όλα τα διβραγχικά κεφαλόποδα έχουν εξαιρετικά καλά αναπτυγμένα αισθητήρια όργανα όπως τα μάτια, τα οσφρητικά όργανα (rhinophores), τα όργανα ισορροπίας (statocysts) με τα οποία επίσης μπορούν να ανιχνεύσουν και τη βαρύτητα και τον ήχο και χημικά όργανα αφής και γεύσης. Μερικά καλαμάρια βαθέων υδάτων μπορούν επίσης να παράγουν στροβοσκοπικές βιοφωταυγικές ακτίνες φωτός για να μπερδέψουν και να συγχύσουν τη λεία τους.
 

Τα καλαμάρια παρουσιάζουν σχετικά υψηλή νοημοσύνη μεταξύ των άλλων ασπονδύλων όπως για παράδειγμα, τα καλαμάρια της οικογένειας Humboldt squid που κυνηγούν ομαδικά και συνεργάζονται χρησιμοποιώντας ενεργή επικοινωνία.
 

Τα καλαμάρια είναι οι πιο δεινοί και έμπειροι κολυμβητές. Μπορούν να κολυμπήσουν είτε χρησιμοποιώντας τα πτερύγια τους, τα οποία είναι εκφύσεις του μανδύα τους είτε με τα πιο δραστήρια μέσα προώθησης τους σαν τζετ όπως και το χταπόδι. Υπάρχουν είδη πελαγικών καλαμαριών όπως αυτά της οικογένειας Onychoteuthis που πετάνε έξω από το νερό με εκτόξευση νερού και αέρα, μετατρέπονται δηλαδή σε αεροπλάνα και στη συνέχεια γλιστρούν στην επιφάνεια με υποβοήθηση των πτερυγίων τους. Άλλα καλαμάρια που είναι αξιοσημείωτα για τις ιπτάμενες ικανότητες είναι αυτά των οικογενειών Ommatostrephidae και Sthenoteuthidae που ζουν κοντά στην επιφάνεια σε κοπάδια και μπορούν να μετακινούνται για χιλιάδες μίλια και όταν ενοχληθούν, να βγαίνουν από τη θάλασσα με ισχυρή εκτόξευση νερού, να γλιστρούν στην επιφάνεια του ωκεανού και να πετούν σαν ιπτάμενα ψάρια.
 

Τα κεφαλόποδα καθοδηγούνται κυρίως οπτικά, αφού έχουν δυο τεράστια και καλά σχηματισμένα μάτια, παρόλο ότι διαθέτουν μια υποτυπώδη αναλογική πλευρική γραμμή με τις statocysts (κάτι ανάλογο με τα ψάρια) που τους δίνει τη δυνατότητα εντοπισμού χαμηλών συχνοτήτων μόνο, από μεγάλη απόσταση και επίσης διαθέτουν καλή όσφρηση και αφή.
 

Τα καλαμάρια είναι και νηριτικό είδος (ζουν σε παράκτιες περιοχές) και πελαγικό είδος. Ζουν όλα σε μέρη πλούσια σε πλαγκτόν και με ποικιλία θαλάσσιων ζώων που είναι η τροφή τους. Έτσι, ανάλογα με τα μέρη που ζουν μπορούμε να τα κατατάξουμε σε βαθύβια, σε βενθικά και σε πελαγικά. Τα βαθύβια και τα βενθικά είδη αποτελούν την πλειοψηφία των κεφαλόποδων που έχουν καταγραφεί (τα 2/3) και τα οποία έχουν μεσαίο και μεγάλο μέγεθος. (φωτο Νο2)
 

Τα πελαγικά κεφαλόποδα είναι αυτά της ανοικτής θάλασσας, που συνήθως είναι μικρότερα και η δερματική τους μεμβράνη φέρει πολυάριθμα φωτοφοσφορικά κύτταρα και αντιπροσωπεύουν το 1/3 περίπου του συνόλου των κεφαλόποδων.
Τα κεφαλόποδα γενικά των Ελληνικών θαλασσών ανήκουν σε είκοσι οικογένειες της τάξης των Teuthoidea (καλαμάρια), σε δύο οικογένειες της τάξης των Sepioidea (σουπιές) και σε δώδεκα οικογένειες των Οκτάποδων.
 

Στην κατηγορία των καλαμαριών Teuthoidea (επίσης γνωστή ως Teuthida) ανήκουν δύο κύριες ομάδες, η ομάδα των Μυοπσιδών (Myopsida) και η ομάδα των Εγωπσιδών (Oegopsida) που υπάρχουν σχεδόν σε όλους τους θαλάσσιους βιότοπους του κόσμου και κυρίως στις θάλασσες μας. Τα καλαμάρια των Εγωπσιδών (Oegopsida) παράγουν χαρακτηριστικά μικρά πελαγικά αυγά και τα μικρά τους αναπτύσσονται στο πλαγκτόν κοντά στην επιφάνεια, ενώ αυτά των Μυοπσιδών (Myopsida) και των sepioids κάνουν αυγά στο βυθό (βενθικά) από τα οποία βγαίνουν βενθοπελαγικά νεογνά.
 

Τα καλαμάρια κυκλοφορούν κοπαδιαστά, πάνε σε πολύ μεγάλα βάθη αλλά και συχνά τα βρίσκουμε και σε πολύ ρηχά νερά. Δεν έχουν προτίμηση για έναν συγκεκριμένο τύπο βυθού και η μόνη τους απαίτηση φαίνεται να είναι η παρουσία υποστρωμάτων για την προσκόλληση των αυγών κατά τη διάρκεια της ωοτοκίας. Τις περισσότερες φορές τα βρίσκουμε πάνω από αμμώδεις και λασπώδεις βυθούς αλλά μπορεί να τα συναντήσουμε παντού. Γενικά πάει όπου βρίσκει «φαγητό» και ακολουθεί το «φαγητό» στις μετακινήσεις του.
 

Εμπορική αξία-αλιεία: Το καλαμάρι αποτελεί μια εξαίσια τροφή και σήμερα αλιεύονται ετησίως περίπου 4.7 εκατομμύρια τόνοι για να διατεθούν στις αγορές ανά τον κόσμο. Το καλαμάρι, κυρίως το ευρωπαϊκό καλαμάρι, είναι ένα εμπορικά πολύτιμο είδος και ψαρεύεται συστηματικά. Στην Αδριατική Θάλασσα για παράδειγμα η συνολική ετήσια αλιευόμενη ποσότητα είναι 1.000 έως 1.500 τόνους. Στις Ελληνικές θάλασσες γίνεται αλιεία των κεφαλόποδων με πολλά εργαλεία, τα οποία όμως τα ψαρεύουν κυρίως ως τυχαίο αλίευμα (by catch).
 

Τα καλαμάρια ψαρεύονται με τράτες καθ όλη τη διάρκεια του έτους αλλά και εποχικά το φθινόπωρο και χειμώνα (από Οκτώβριο μέχρι Φεβρουάριο) και βεβαίως αποτελεί ένα υπέροχο ψυχαγωγικό ψάρεμα για τους ερασιτέχνες αλιείς με καλαμαριέρες. (φωτο Νο3)
 

Περιγραφή καλαμαριού
 

Το σώμα όλων των καλαμαριών έχει υδροδυναμικό σχήμα δηλαδή είναι μακρύ, κυλινδρικό μπροστά και κωνικό πίσω και λόγω αυτού δίκαια κατέχουν τον τίτλο του ταχύτερου ασπόνδυλου αφού μπορούν να φτάσουν ταχύτητες μέχρι και 40 χλμ / ώρα! (φωτο Νο4)
Η πλειοψηφία των καλαμαριών δεν έχει μήκος πάνω από 60 cm ενώ ένα τεράστιο καλαμάρι που βρέθηκε ήταν 13 μέτρα και αφορούσε το «γιγαντιαίο καλαμάρι». Αυτό εντοπίστηκε το 1978, όταν τα αιχμηρά νύχια των βεντουζών του είδους αυτού κατέστρεψαν την ελαστική επίστρωση του αμερικανικού υποβρυχίου USS Stein στον ειρηνικό και εκτιμήθηκε τότε πως ήταν το μεγαλύτερο γνωστό καλαμάρι της εποχής. Αργότερα όμως το 2003, ανακαλύφθηκε ένα άλλο μεγάλο καλαμάρι της οικογένειας Mesonychoteuthis hamiltoni (το κολοσσιαίο καλαμάρι) που είχε μήκος 14 m ενώ τον Φεβρουάριο του 2007, ένα αλιευτικό σκάφος της Νέας Ζηλανδίας έπιασε στις ακτές της Ανταρκτικής άλλο ένα κολοσσιαίο καλαμάρι που είχε βάρος 495 κιλά και μήκος 10 μέτρα. Στη χώρα μας στις 7 Μαρτίου 2012 πιάστηκε στα δίχτυα στους Λειψούς ένα κόκκινο ιπτάμενο καλαμάρι (red flying squid) της οικογένειας των Ommastrephes που είχε μήκος 1,63 μέτρα και βάρος 9 κιλά και ένα άλλο εντοπίστηκε νεκρό από ομάδα αυτοδυτών στο Κοκάρι της Σάμου. Μερικές μέρες αργότερα ψαρεύτηκε έξω από το Πλωμάρι της Λέσβου ένα άλλο ίδιου μήκους και βάρους (φωτο Νο 5).
 

Το σώμα των καλαμαριών αποτελείται από 3 μέρη, το κεφάλι, τον μανδύα, που σχηματίζει και το κυρίως σώμα, και περικλείει το σπλαχνικό σάκο που περιλαμβάνει τα σπλάχνα (πεπτικό σωλήνα, συκώτι, νεφρά, γενετικούς αδένες κλπ.) και τους βραχίονες/πλοκάμια που χρησιμεύουν για να συλλαμβάνουν την λεία τους και για να κολυμπούν.
 

Το κεφάλι τους είναι μικρό, διαθέτουν εγκέφαλο και έχουν αναπτυγμένη μια πολύ καλή όραση αλλά έχουν όπως όλα τα κεφαλόποδα, αχρωματοψία. Στις πλευρές του κεφαλιού τους βρίσκονται δύο τεράστια στρογγυλά μάτια που διαθέτουν κόρη, ίριδα, κρυσταλλικό φακό και αμφιβληστροειδή χιτώνα. (φωτο Νο 6α) Σε μερικά είδη μικρών καλαμαριών η διάμετρος των ματιών είναι πάνω από το 40% του μήκους του μανδύα του ενώ στα άλλα καλαμάρια τα μάτια ξεπερνούν αναλογικά το μέγεθος των ματιών όλων των άλλων μεγάλων ή μικρών ζώων. Τα καλαμάρια συνεπώς χαρακτηρίζονται από τα μεγάλα τους μάτια που είναι συνέχεια ανοιχτά στη θάλασσα και είτε καλύπτονται από μια διαφανή μεμβράνη τα της οικογένειας Μυωψιδών (myopsids) είτε είναι χωρίς μεμβράνη τα της οικογένειας των Εγωψιδών (OEGOPSIDA).
 

Η δομή του ματιού θεωρείται ότι έχει άμεση σχέση με την προσαρμογή τους σε διαφορετικές περιβαλλοντικές συνθήκες ενώ χρησιμεύει και σαν κύριο χαρακτηριστικό του είδους τους. Δηλαδή, στα νηριτικά Μυοψιδή η κόρη είναι μαλακή και καλύπτει σχεδόν ολόκληρη την επιφάνεια του ματιού αφήνοντας ένα πολύ μικρό άνοιγμα στη μπροστινή γωνία του ματιού ενώ αντίθετα στα πελαγικά Oegopsida (Οιγοψιδή) αφήνει ένα μεγάλο άνοιγμα στο κέντρο του ματιού βοηθώντας στην εξισορρόπηση της εξωτερικής και εσωτερικής πίεσης του ματιού με την ελεύθερη διέλευση του νερού στο εσωτερικό του.

 

Είναι αξιοσημείωτο πως το μάτι τους δεν παρουσιάζει κανένα τυφλό σημείο ή σκοτεινό τομέα, σε αντίθεση με τα σπονδυλωτά που έχουν όλα τους ένα τυφλό σημείο στο οπτικό τους πεδίο, εκεί όπου το οπτικό νεύρο προσφύεται στον οπτικό δίσκο. Η εστίαση της εικόνας γίνεται με την αλλαγή της θέσης του φακού, όπως σε μια κάμερα ή ένα τηλεσκόπιο, αντί να αλλάζει το σχήμα του φακού, όπως γίνεται στο ανθρώπινο μάτι.
Το στόμα τους που είναι στο κέντρο του κεφαλιού και ανάμεσα στις εκφύσεις των πλοκαμιών, είναι κάπως στρογγυλό και πολύ μεγάλο. (φωτο Νο 6β) Είναι μεγαλύτερο από το στόμα των ψαριών γιαυτό και έχουν την ικανότητα ακόμη και τα πολύ μικρά να πιάνουν ψάρια μεγέθους ίσου με το δικό τους, ενώ τα ενήλικα να πιάνουν ψάρια διπλάσιου ή ακόμα και μεγαλύτερου μεγέθους.
 

Το στόμα τους έχει ένα μυτερό ράμφος με σαγόνια από χιτίνη και πρωτείνες και έτσι το καλαμάρι μπορεί να σκοτώνει, να τεμαχίζει και να μασά τη τροφή του πριν την καταπιεί. Ανάμεσα στην πάνω και κάτω σιαγόνα του ράμφους βρίσκεται το ξύστρο (radula), που είναι μία λωρίδα χυτινο-πρωτεϊνικής σύνθεσης και αυτή αλλά με οδόντωση, που χρησιμεύει για την επεξεργασία της τροφής και είναι κοινή σε όλα τα μαλάκια εκτός από τα δίθυρα. Τέλος, υπάρχει και ένας σιελογόνος αδένας που παράγει μια κεφαλοτοξίνη για να παραλύει τη λεία και να βοηθά στη πέψη της τροφής.
 

Μέσα στην κοιλότητα του μανδύα βρίσκεται ο σπλαχνικός σάκος, μια λεπτή μεμβράνη, που περιέχει όλα τα κύρια εσωτερικά όργανα. Στην κάτω πλευρά της κοιλότητας του μανδύα υπάρχουν ανοίγματα, που περιέχουν τα βράγχια και ανοίγματα για τα αναπαραγωγικά όργανα και αφόδευση. (φωτο Νο 7)
 

Στη πίσω πλευρά του μανδύα και κατά μήκος κάθε πλευράς υπάρχει ένα πτερύγιο κολύμβησης για τις μικρές και αργές μετακινήσεις του καλαμαριού. Επίσης ο μανδύας περικλείει στο μπροστινό μέρος και τον σωλήνα σιφόνι από τον οποίο, με απότομες συσπάσεις, εκτοξεύει ένα πίδακα νερού για τις γρήγορες μετακινήσεις του. Η κατεύθυνση του σιφωνίου μπορεί να αλλάξει, ανάλογα με την κατεύθυνση που θέλει να πάει. Συνεπώς η γρήγορη κίνηση επιτυγχάνεται με την εισροή νερού στη μανδυακή μπροστινή κοιλότητα και την εν συνεχεία απότομη εκτόξευσή του διαμέσου του σιφωνίου κάνοντας το ένα γρήγορο αεριωθούμενο, ενώ η αργή με τον κυματισμό των πτερυγίων
 

Εσωτερικά στη πάνω πλευρά του σώματος (ράχη) διαθέτουν ένα μαλακό, εύκαμπτο και διάφανο ασβεστολιθικό όστρακο από υλικό που μοιάζει με χιτίνη και που ονομάζεται «pen» (καλαμάρι). Αυτό αποτελεί τη μόνη δομική υποστήριξη του σώματος του καλαμαριού και επίσης χρησιμεύει ως σημείο σύνδεσης των μυών.
 

Το πεπτικό σύστημα. Όπως όλα τα κεφαλόποδα, τα καλαμάρια έχουν ένα σύνθετο πεπτικό σύστημα που τους επιτρέπει την ταυτόχρονη επεξεργασία περισσοτέρων του ενός γευμάτων, τη γρήγορη χώνευση και την αποτελεσματική απορρόφηση της τροφής, ενώ διαθέτει ένζυμα κατάλληλα για την διάσπαση της ζωικής τροφής.
 

Το στομάχι τους βρίσκεται περίπου στο μέσο της σπλαχνικής μάζας απ΄όπου το φαγητό μεταφέρεται με το παχύ έντερο στο πεπτικό αδένα όπου με τη βοήθεια του συκωτιού γίνεται η χώνεψη και η απορρόφηση των θρεπτικών συστατικών και μετά τα απόβλητα οδηγούνται και εξέρχονται από το ορθό.
 

Επίσης το καλαμάρι μέσα στο σώμα του έχει ένα αδένα που συνδέεται στο «μελανοφόρο σάκο», μία κύστη που είναι σε επαφή με το τοίχωμα του εντέρου. Ο αδένας αυτός παράγει μια σκούρου χρώματος μελάνη που διοχετεύεται στη κοιλότητα του μανδύα και εκτοξεύεται από το σιφώνιο σχηματίζοντας ένα πυκνό και στιγμιαία αδιάλυτο νέφος μέσα στο νερό. Αυτό γίνεται για να θολώσουν τα νερά τους όταν ενοχλούνται ή αισθάνονται πως βρίσκονται σε κίνδυνο για να κρυφτούν και να ξεφύγουν από τους θηρευτές τους. Επίσης θεωρείται πως με αυτό ναρκώνει τα χημειοαισθητήρια του εχθρού τους.
Κύριο χαρακτηριστικό των καλαμαριών είναι η ύπαρξη δέκα βραχιόνων-πλοκαμιών γύρω από το στόμα (φωτο Νο 8) που διατάσσονται συμμετρικά ανά ζεύγη (5 ζεύγη), σχηματίζοντας μια στεφάνη γύρω από την στοματική περιοχή. Έτσι τα καλαμάρια έχουν οχτώ βραχίονες που είναι κοντοί και χοντροί και αναφέρονται σαν περιστοματικοί βραχίονες και ένα ζεύγος συλληπτήριων βραχιόνων (πλοκάμια) μεταξύ του τρίτου και τέταρτου ζεύγους των περιστοματικών που χρησιμεύουν για τη σύλληψη και ακινητοποίηση της λείας. Η εσωτερική επιφάνεια του κάθε βραχίονα είναι πεπλατυσμένη και καλύπτεται με κοίλους δίσκους, μυζητήρες ή βεντούζες, διαταγμένους σε 2-4 σειρές κατά μήκος του. Οι δύο συλληπτήριοι βραχίονες (πλοκάμια) είναι μακρύτεροι και λεπτότεροι με ένα τμήμα συσταλτό ή μη, σαν κοτσάνι δηλαδή, που συνήθως δεν έχει βεντούζες και με το ακραίο τμήμα τους να είναι πεπλατυσμένο και να φέρει 4 σειρές μυζητήρες και άγκιστρα. (φωτο Νο 9).
 

Οι βεντούζες όλων των δεκάποδων έχουν σκληρούς ινώδεις δακτυλίους που σε αρκετά γένη φέρουν αιχμηρά δόντια, μοιάζουν με νύχι για να αμυνθούν και να καρφώσουν κάποιο άλλο αρπακτικό είτε για να αρπάξουν και να γαντζώσουν ένα θήραμα τους όταν οι βεντούζες δεν έχουν αποτέλεσμα. (φωτο Νο10)
 

Χρώμα δέρματος. Τα καλαμάρια, όπως όλα τα κεφαλόποδα, είναι ειδικευμένα στην τεχνική της αλλαγής του χρώματος, η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για επικοινωνία με άλλα καλαμάρια όταν θέλουν να προσελκύσουν έναν σύντροφο ή με τους εχθρούς τους για να τους τρομάξουν και τέλος για να προειδοποιήσουν άλλα ζώα στην υποθαλάσσια σφαίρα τους.
 

Τα καλαμάρια επίσης, έχουν ειδικά χρωστικά κύτταρα μέσα στο δέρμα τους τα οποία αποκαλούνται χρωματοφόρες. Οι χρωματοφόρες συνδέονται µε το νευρικό σύστημα το δε μέγεθος τους καθορίζεται από τις μυϊκές τους συσπάσεις και αλληλεπιδρούν με το φως επιτρέποντας του μέσα σε χιλιοστά του δευτερολέπτου να αλλάζει χρώμα και σχήμα ώστε να ταιριάζει στο περιβάλλον και να γίνεται πρακτικά αόρατο. Οι χρωματοφόρες αυτές μπορεί να περιλαμβάνουν ιριδοφόρα, λευκοφόρα, χρωματοφόρα και σε ορισμένα είδη φωτοφόρα κύτταρα. Γενικά το χρώμα του δέρματος των καλαμαριών ποικίλλει ανάλογα με τα ενεργοποιημένα χρωστικά κύτταρα, αλλά συνήθως είναι γκριζωπό προς ρόδινο και με αρκετές καφε-μώβ κηλίδες στη ράχη. Η κάτω πλευρά τους έχει πιο ελαφρές αποχρώσεις από την επάνω.
 

Ο χρωματισμός των καλαμαριών είναι κατά κανόνα εντονότερος στα παράκτια είδη (αυτά που ζουν σε μικρά βάθη), από εκείνα που ζουν στον ανοιχτό ωκεανό (σε μεγάλα βάθη) των οποίων οι λειτουργίες περιορίζονται μόνο στο καμουφλάζ. Επί πλέον τα είδη που ζουν σε μεγάλα βάθη παράγουν ένα βιολογικό φως από βακτήρια που διαθέτουν στις φωτοφόρες, βρίσκονται στους βραχίονες και γύρω από τα μάτια, και το κατευθύνουν προς τα κάτω για να συγκαλύψουν τις σκιές τους από κάθε αρπακτικό που μπορεί να κρύβεται εκεί ή για να δώσουν μια λάθος εικόνα του σχήματός τους στο αμυδρό φως των βαθέων υδάτων. Εκτός λοιπόν από τον έλεγχο του χρώματος, τα καλαμάρια μπορούν να παράγουν φως και επίσης να ελέγχουν την ένταση του.
 

Καρδιαγγειακό σύστημα. Τα καλαμάρια έχουν τρεις καρδιές. Οι δύο καρδιές τροφοδοτούν τα βράγχια και είναι εκατέρωθεν της τρίτης καρδιάς η οποία κυκλοφορεί το αίμα σε όλο το σώμα και ως εκ τούτου είναι μεγαλύτερη.
 

Το αίμα του καλαμαριού περιέχει μια πλούσια σε χαλκό πρωτεϊνοαιμοκυανίνη με την οποία μεταφέρεται το οξυγόνο. Τα νεφρά που φιλτράρουν το αίμα είναι δύσκολο να αναγνωριστούν και να ξεχωρίσουν και βρίσκονται στην πίσω πλευρά του σάκου μελάνης στη περιοχή που είναι οι καρδιές και το συκώτι.
 

Νευρικό σύστημα. Τα καλαμάρια διαθέτουν το πιο ανεπτυγμένο νευρικό σύστημα από όλα τα ασπόνδυλα με ένα μεγάλο κεντρικό νεύρο που νευρώνει το μανδύα και ελέγχει το σύστημα γρήγορης προώθησης τους.
 

Αναπαραγωγικό σύστημα. Τα καλαμάρια είναι γονοχωριστικά ζώα, έχουν δηλαδή και αρσενικά και θηλυκά και κανένα γένος δεν παρουσιάζει ερμαφροδιτισμό. Ο φυλετικός διμορφισμός φαίνεται από τα εξωτερικά χαρακτηριστικά ή και το μέγεθος τους. Πιό συγκεκριμένα στα αρσενικά ο αριστερός κοιλιακός βραχίονας διαφοροποιείται στο ακραίο μισό σε εξωκοτύλη, και καταλήγει σε ένα συμπαγές μαξιλάρι αντί να έχει βεντούζες, για τη σεξουαλική επαφή και τη μεταφορά των σπερματοφόρων στο θηλυκό. Στη πράξη όμως είναι λίγο δύσκολο να ξεχωρίσουμε το φύλλο που το βρίσκουμε μόνο όταν τα καθαρίσουμε και τα ανοίξουμε. Τα θηλυκά έχουν ένα επιπλέον ζευγάρι αδένες που παράγει τις θρεπτικές ουσίες για τα κελύφη των αυγών και τη κολλώδη ουσία που τα περιβάλλει και επίσης έχουν και μια μεγάλη ημιδιαφανή ωοθήκη, η οποία βρίσκεται στο πίσω μέρος της σπλαχνικής μάζας. Πολλοί λένε τους αδένες αυτούς γλυκάδια και δεν τους πετούν γιατί είναι πάρα πολύ νόστιμα. Τα αρσενικά δεν διαθέτουν αυτά τα όργανα, αλλά αντ 'αυτού έχουν έναν μεγάλο όρχι στη θέση των ωοθηκών και έναν σπερματοφόρο αδένα με σάκο.
 

Τα είδη που ζουν σε ρηχά νερά της υφαλοκρηπίδας και των επιπελαγικών / μεσοπελαγικών ζωνών χαρακτηρίζονται από την παρουσία εκτοκοτύλης ενώ τα περισσότερα καλαμάρια που ζουν σε βαθιά νερά δεν έχουν εκτοκοτύλη και έχουν μεγαλύτερα πέη. Τα καλαμάρια των βαθέων υδάτων έχουν το μεγαλύτερο γνωστό μήκος πέους σε σχέση με το μέγεθος σώματος όλων των ζώων του ζωικού βασιλείου στα δε καλαμάρια του γένους Onykia ingens όταν είναι σε στύση το πέος τους είναι όσο το μήκος του μανδύα με το κεφάλι και τα πλοκάμια του. (φωτο Νο11)
 

Βιολογικός κύκλος: Η αναπαραγωγή γίνεται καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους με έξαρση στις αρχές του καλοκαιριού και στις αρχές του φθινοπώρου και η περίοδος ωοτοκίας ποικίλλει ανάλογα με την περιοχή, αλλά συνήθως είναι κατά τη διάρκεια του χειμώνα με άνοιξη. (φωτο Νο 12α)
 

Τα θηλυκά κάνουν μέχρι 20.000 μικρά αυγά (διαμέτρου περίπου 2 mm) που τα εναποθέτουν σε ζελατινώδεις σωλήνες οι οποίοι προσκολλώνται σε σκληρά αντικείμενα σε αμμώδεις ή και λασπώδεις βυθούς. (φωτο Νο 12β)
Τα αυγά αυτά εκκολάπτονται μετά από μια περίοδο 25 ημερών (στους 22 ° C) ή μέχρι και 45 ημερών (στους 12 έως 14 ° C).
 

Τα νεαρά καλαμάρια τρέφονται με πλαγκτόν ενώ η ανάπτυξη και των δύο φύλων εξαρτάται κυρίως από τη θερμοκρασία και είναι ταχύτερη το καλοκαίρι από ότι το χειμώνα. Επίσης ο ρυθμός ανάπτυξης είναι μεγαλύτερος στα αρσενικά απ’ ότι στα θηλυκά.
Διατροφή καλαμαριών: Τα καλαμάρια δεν σταματάνε ποτέ να κινούνται και να κυνηγούν. Τρέφονται με ζωντανή λεία η οποία αποτελείται κυρίως από γόνο, ψάρια (σαρδέλα, σαφρίδια, κολιό, γόπα κ.α). Τρωνε βέβαια, αλλά σε δεύτερη προτίμηση, τα καρκινοειδή (γαρίδες κλπ) και τα άλλα κεφαλόποδα. Τέλος ο κανιβαλισμός που είναι γνωστό ότι συμβαίνει, θεωρείται ότι μπορεί να οφείλεται και στην παρουσία νεαρών ζώων όλο το χρόνο αλλά και στην έλλειψη των επιθυμητών ειδών θηραμάτων.
 

Συνήθειες καλαμαριού για εξεύρεση της τροφής του.
 

Τα καλαμάρια, με τα μεγάλα τους μάτια, έχουν μια εξαιρετική όραση και μπορούν να δουν καλύτερα και καθαρότερα από όλα τα άλλα ζώα της θάλασσας αλλά έχουν και ένα μειονέκτημα, έχουν αχρωματοψία. Τα καλαμάρια μπορούν να αναλύσουν τη φωτεινότητα και τη διάθλαση του φωτός και να διακρίνουν ένα μεγάλο αριθμό "σκιών" που παράγονται από κάποιο αντικείμενο, το οποίο είναι αδύνατο να διακρίνει οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός στον ωκεανό.
 

Στην πραγματικότητα λοιπόν το καλαμάρι μπορεί να μην βλέπει ένα χρώμα όπως εμείς αλλά αντιλαμβάνεται πράγματα και διαβαθμίσεις του «γκρίζου» που δεν μπορούν άλλα ζώα ή εμείς και φυσικά αντιλαμβάνεται την κίνηση στο νερό πάλι από τις διαβαθμίσεις της φωτεινότητας. Έτσι για την καθοδήγηση του και για το κυνήγι της τροφής του βασίζεται πρωτίστως στο θαυμάσιο οπτικό του σύστημα.
Το καλαμάρι εντοπίζει το θήραμά του πρώτα με την όραση και κινούμενο αργά, δεν του αρέσει να καταδιώκει τη λεία του, και προσεκτικά για να μην γίνει αντιληπτό, το πλησιάζει και όταν βρεθεί σε δραστικό βεληνεκές εκτινάσσει τους συλληπτήριους βραχίονες και το πιάνει.
 

Έχει παρατηρηθεί πως το καλαμάρι πλέει προς τη λεία του όταν αυτή δεν κινείται και σταματά όταν αυτή αρχίσει να κινείται. Αυτή την ιδιαιτερότητα εκμεταλλεύονται οι καλαμαράδες και χρησιμοποιούν τις καλαμαριέρες τους ανάλογα. Διεγείρουν το καλαμάρι με 3-4 απότομα τινάγματα, μετά ακινησία για 5 δλπ και μετά την αφήνουν να βυθιστεί αργά. Στη φάση αυτή, του αργού βυθίσματος συνήθως ορμά το καλαμάρι και εκτινάσσει τα πλοκάμια του για να πιάσει το θήραμα του.
 

Διατροφική αξία για τον άνθρωπο:
 

Στη χώρα μας το καλαμάρι αποτελεί πολύ αγαπημένο φαγητό κατά την περίοδο των νηστειών αλλά και όλων των εποχών του χρόνου αφού μπορεί να μαγειρευτεί με όλους τους τρόπους. Το σώμα του καλαμαριού μπορεί να γεμιστεί ολόκληρο, να κοπεί σε επίπεδα κομμάτια ή σε φέτες σε σχήμα δακτυλίου και να ψηθεί ή τηγανιστεί αντίστοιχα. Οι βραχίονες, τα πλοκάμια, οι βεντούζες και το μελάνι είναι όλα εδώδιμα. Τα μοναδικά μέρη του καλαμαριού που δεν είναι φαγώσιμα είναι το ζελατινώδες κόκαλο (στυλό) και το ράμφος του. Επίσης μερικοί κόβουν και πετούν τους συλληπτήριους βραχίονες (πλοκάμια) γιατί είναι πιο σκληροί και όχι και τόσο γευστικοί.
 

Τα καλαμάρια, ως θαλασσινά περιέχουν λιγότερο λίπος σε σχέση με τα ψάρια και έχουν αρκετά υψηλά λιπαρά οξέα Ω-3 που έχουν καρδιοπροστατευτικά και αντιφλεγμονώδη οφέλη. Περιέχουν αρκετές βιταμίνες όπως τις λιποδιαλυτές βιταμίνες Α και D και τις υδατοδιαλυτές Β1, Β2, Β3 και Β12. Επίσης, περιέχουν βασικά μέταλλα και ιχνοστοιχεία όπως το ασβέστιο, ο φώσφορος, ο ψευδάργυρος, ο χαλκός, το μαγγάνιο, το σελήνιο και το ιώδιο. Επειδή το καλαμάρι θεωρείται πλούσιο σε χοληστερόλη, όπως και τα περισσότερα θαλασσινά, αρκετοί γιατροί συνιστούσαν την αποφυγή της κατανάλωσής του αλλά σήμερα, υποστηρίζεται ότι η χοληστερόλη που λαμβάνεται από αυτά επηρεάζει σε μικρό βαθμό τα επίπεδα της χοληστερόλης στο αίμα ενώ η περιεκτικότητά τους σε Ω-3 λιπαρά οξέα συμβάλλει στη μείωση της.
 

Εάν σας αρέσουν πολύ τα καλαμάρια ως μεζές και φαγητό, καλό θα ήταν να τα σκοτώσετε ακαριαία και αμέσως μόλις τα βγάλετε από τη θάλασσα. Από μελέτες βιολόγων έχει διαπιστωθεί πως τα ψάρια που προορίζονται για το τραπέζι μας και που ζουν για λίγο μετά τη σύλληψή τους, απελευθερώνουν μια χημική ουσία (σαν τοξίνη) που οφείλεται στο άγχος τους η οποία επηρεάζει και τη ποιότητα και τη γεύση του αλιεύματος. Για το λόγο αυτό υπάρχουν ειδικά εργαλεία όπως είναι το Yamashita Iki Squid Spike, που θανατώνουν ακαριαία τα καλαμάρια για να μην προλάβουν να αναπτύξουν τις τοξικές αυτές ουσίες που εκτός των άλλων, σφίγγουν και σκληραίνουν το κρέας τους. Απλά μόλις το βγάλουμε βάζουμε το εργαλείο ανάμεσα στα μάτια του και σπρώχνουμε την ακίδα μέσα. (φωτο Νο 13) Τότε θα δείτε πως το χρώμα του καλαμαριού γίνεται ακαριαία σαν διάφανο γυαλί και σίγουρα θα είναι πιο νόστιμο. Αν δεν το βρείτε μπορείτε να φτιάξετε κάτι αυτοσχέδιο ή ακόμη να βάζετε το δάκτυλο σας στο σβέρκο του καλαμαριού, κάτω από τον μανδύα και να αποκόπτετε το σημείο προσκόλλησης του. Φέρνει το ίδιο αποτέλεσμα.
 

Προετοιμασία μαγειρέματος: Το καλαμάρι, όπως όλα τα θαλασσινά, θέλει καλό πλύσιμο με τρεχούμενο νερό. Από την πάνω πλευρά του σώματος, στο σβέρκο, βάλτε το δάκτυλο σας μέσα και γυρίστε το γύρω-γύρω από το σώμα για να γίνει στη συνέχεια ευκολότερος ο αποχωρισμός του κυλινδρικού σώματος από τα πλοκάμια και εντόσθια. (φωτο Νο 14α)
Αφαιρέστε τα πλοκάμια, μερικοί πετούν τα μακρύτερα γιατί είναι πιο σκληρά, και μετά βγάλτε και πετάξτε τα σπλάχνα. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται εδώ για να μη σπάσει ο μελανοφόρος σάκος όχι μόνο γιατί θα κάνει χάλια τη κουζίνα και τα χέρια σας, αλλά και γιατί με το μελάνι μπορούμε να φτιάξουμε ένα υπέροχο γκουρμέ πιάτο όπως π.χ. μαύρο ριζότο με σαφράν, ή σπαγγέτι με μελάνι, που είναι θαυμάσιος συνδυασμός με τα καλαμάρια ή ακόμη μπορούμε να αλείψουμε με αυτό τα καλαμάρια πριν τα αλευρώσουμε για τηγάνισμα.(φωτο Νο 14β)
 

Στη συνέχεια, πιάστε το κυλινδρικό σώμα με το ένα χέρι και με το άλλο την άκρη του ζελατινώδους χόνδρου, και τραβήξτε το να φύγει. Ξεπλύνετε με άφθονο νερό και είναι έτοιμα.
 

Μαγείρεμα: Αν έχουμε καταψύξει τα «κεφαλόποδα» ή είναι κατεψυγμένα, είναι πολύ σημαντικό για τη νοστιμιά να μην τα ξεπαγώσουμε βάζοντάς τα σε νερό. Αφήστε τα να ξεπαγώσουν με την ησυχία τους στη ψύξη ή σε θερμοκρασία περιβάλλοντος.(φωτο Νο 15)
Όπως όλα τα κεφαλόποδα, τα καλαμάρια έχουν τρεις με πέντε φορές περισσότερο κολλαγόνο στους μυς τους, σε σχέση με τα άλλα ψάρια. Γι’ αυτό και είναι σκληρά. Για να γίνουν όμως μαλακά, πρέπει να διασπαστεί το κολλαγόνο και αυτή η διάσπαση είναι απαραίτητο να γίνει σε χαμηλή θερμοκρασία αφού η ζελατίνη των συνδετικών ιστών αρχίζει να διασπάται στους 54-55 °C. Για να μαγειρευτούν λοιπόν καλά θέλει πολύ ώρα μαγειρέματος, το πολύ σε 55 βαθμούς. Αν χρησιμοποιήσουμε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 65 °C τότε τα στρώματα του κολλαγόνου συρρικνώνονται και το καλαμάρι μας σύμφωνα με αρκετούς σεφ γίνεται σαν πετσί. Επιδιώκουμε συνεπώς με το αργό αυτό μαγείρεμα να μετατρέψουμε το κολλαγόνο σε μια ζουμερή ζελατίνη που του δίνει μια ξεχωριστή νοστιμιά και δημιουργεί και μια ωραία σάλτσα. Εξαίρεση στον κανόνα αυτό του αργού μαγειρέματος αποτελεί η χρήση της χύτρας ταχύτητας, όπου δημιουργείται ένα περιβάλλον υψηλής πίεσης λόγω του παγιδευμένου στο εσωτερικό της, ατμού.
Το καλαμάρι συνεπώς είτε θέλει πολύ χρόνο για μαγείρεμα, 1-1,5 ώρες σε χαμηλή φωτιά στη κατσαρόλα για στιφάδο ή κοκκινιστό, είτε θέλει πολύ λίγο ψήσιμο, 2-3 λεπτά στη σχάρα ή στο τηγάνι. Οτιδήποτε ενδιάμεσο θα κάνει το καλαμάρι σαν λάστιχο και σκληρό.
 

Το ψάρεμα των καλαμαριών.
 

Με το ψάρεμα των καλαμαριών ασχολούνται πολλοί ψαράδες και επαγγελματίες και ερασιτέχνες. Το ερασιτεχνικό ψάρεμα των καλαμαριών είναι πολύ συναρπαστικό και διασκεδαστικό συνάμα και αν είμαστε λίγο διαβασμένοι και παρατηρητικοί μπορούμε να κάνουμε μεγάλες ψαριές. (φωτο Νο 16)
 

Υπάρχουν ψαράδες που κυνηγούν τα καλαμάρια για να τα χρησιμοποιήσουν σαν δολώματα για ψάρεμα άλλων μεγάλων ψαριών με διάφορες τεχνικές (συρτή, τένυα, Downrigger, μολύβι φύλακας κ.α.) και υπάρχουν και εκείνοι που τα ψάχνουν με πάθος για την νοστιμιά τους.
 

Τα καλαμάρια ψαρεύονται με βάρκα είτε κάνοντας συρτή στα ρηχά νερά είτε απίκο με καθετή στα βαθύτερα νερά και φυσικά με καλάμι από την ακτή (edging κλπ) από τον Οκτώβριο μέχρι τις αρχές Φεβρουαρίου σε κεφάλια με φυκιάδες ή σε αποχές, ή ακόμη και κοντά στον αφρό. Τα καλαμάρια συγκεντρώνονται συνήθως εκεί που μαζεύονται τα μικρόψαρα, τα οποία αποτελούν και τη λεία των καλαμαριών. Καλύτερες επιτυχίες έχουμε συνήθως το σούρουπο ή το ξημέρωμα, τη νύχτα με φεγγάρι αλλά και τις υπόλοιπες ώρες της ημέρας ανάλογα βέβαια με τις διαθέσεις των καλαμαριών. Αν ψαρεύουμε με καλάμι από την ακτή και δεν ξέρουμε που γυαλώνουν τότε ή ρωτάμε κάποιους που τα ψαρεύουν συστηματικά ή παρατηρούμε που πάνε ή ψάχνουμε στις ακτές για τυχών σημάδια από μελάνια. Το χειμώνα τα καλαμάρια βγαίνουν τόσο έξω που η αναζήτηση τους δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολη. Κυρίως όμως θα τα ψάξουμε σε μέρη της ακτογραμμής που ο βυθός έχει φύκια, κοντά σε απότομα και κοφτά βράχια ή στις εξωτερικές πλευρές λιμανιών, εκεί που έχει φώτα γιατί εκεί μαζεύεται και η τροφή τους. Πάντως οι καλύτερες ώρες για το ψάρεμα αυτό είναι το σούρουπο δηλαδή μισή ώρα πριν και 1-2 ώρες μετά την δύση του ηλίου και το πρωί 1-2 ώρες πριν ξημερώσει.
 

Οι παράγοντες που επηρεάζουν την επιτυχία του ψαρέματος αυτού είναι πολλοί, όπως η εποχή, ο καιρός, οι φάσεις της Σελήνης, η περιοχή (βυθός και βάθος), το χρώμα της καλαμαριέρας, οι συνήθειες των καλαμαριών και φυσικά η τεχνική που χρησιμοποιούμε (ο τρόπος που κινούμε την αρματωσιά μας).
 

Εξοπλισμός. Αν ψαρεύουμε από βάρκα παραδοσιακά με το χέρι, (φωτο Νο 17α) στο καρούλι μας μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε για μάνα μία πετονιά διαμέτρου 0,50 – 0,60 χιλιοστά ή αντίστοιχου νήματος. Στην άκρη του νήματος ή της πετονιάς που θα χρησιμοποιήσουμε για μάνα, βάζουμε ένα ανάλογο στριφτάρι για να δέσουμε σε αυτό την αρματωσιά μας. Αν πάλι ψαρεύουμε από βάρκα με καλάμι, (φωτο Νο 17β) το καλάμι και ο μηχανισμός του θα πρέπει πρώτα απ΄όλα να είναι το ένα κατάλληλο για το άλλο. Μερικά καλάμια είναι κατάλληλα για να φέρουν μηχανισμούς οριζοντίου τυμπάνου και κάποια άλλα για μηχανισμούς κάθετου τύμπανου. Στο ψάρεμα μας για καλαμάρια κατάλληλοι είναι και οι δύο, και του οριζοντίου και του κάθετου τύμπανου. Το καλάμι μας θα πρέπει να είναι παραβολικό με μήκος από 2 με 2,30 μέτρα στον δε μηχανισμό μπορούμε να βάλουμε νήμα σε διάμετρο 0,16-0.18 χιλιοστά ή και πετονιά με διάμετρο 0,50 – 0,60 χιλιοστά.
 

Η χρήση καλαμιού με μηχανισμό, είναι η καλύτερη λύση γιατί λόγω ελαστικότητας του καλαμιού και χρήσης φρένων του μηχανισμού ο κίνδυνος να κοπεί το πλοκάμι του καλαμαριού και να το χάσουμε, ελαχιστοποιείται ή ακόμη και μηδενίζεται. Με την άνοδο του καλαμαριού και όποτε αυτό αντιστέκεται και ασκεί πίεση προς τα κάτω αφενός λειτουργούν τα φρένα του μηχανισμού, που τα έχουμε ρυθμίσει ανάλογα με το βάρος του, και αφετέρου οι απότομες κινήσεις του απορροφούνται από τη κάμψη του καλαμιού και έτσι το πλοκάμι που έχει γαντζωθεί στις βελόνες της καλαμαριέρας μας δεν σπάει και έτσι ανεβάζουμε το καλαμάρι στη βάρκα μας με ασφάλεια. Σε περίπτωση που αυτό έχει πιαστεί από τα κοντά του πλοκάμια, τότε τα πράγματα είναι ακόμη πιο απλά και εύκολα. (φωτο 17γ)
 

Η αρματωσιά μας. Η αρματωσιά μας θα πρέπει πρώτα απ’ όλα να είναι ευκολόχρηστη, (φωτο Νο 18) να είναι δυνατή και φυσικά όσο γίνεται πιο αόρατη. Θα πρέπει επίσης να μπορούμε να αλλάζουμε εύκολα και καλαμαριέρες και βαρίδια. Τα υλικά που χρειαζόμαστε είναι μια αόρατη πετονιά, μήκους ανάλογα με το μήκος του καλαμιού μας ώστε να είναι πιο εύχρηστη και διαμέτρου 0.35-0.40 χιλιοστά, στριφτάρια τύπου Τ μικρών διαστάσεων και γερά, αν θέλουμε βάζουμε και χάντρες που φωσφορίζουν, παραμάνες μικρές δυνατές και ευκολόχρηστες, ένα κομμάτι λεπτότερης πετονιάς διαμέτρου 0.20-0.25 χιλιοστών αντίστοιχα με τη διάμετρο της μάνας, και μήκους 50 εκατοστών και τέλος βαρίδια διαφόρων βαρών για να χρησιμοποιήσουμε, ανάλογα με το βάθος της περιοχής και τα ρεύματα, το κατάλληλο.
 

Συμβουλή: Το μήκος της αρματωσιάς μας πρέπει να είναι όσο και το μήκος του καλαμιού μας για να μπορούμε να την χειριστούμε εύκολα.
 

Το παράμαλλο μας για ψάρεμα καθετής από βάρκα θα είναι π.χ. μήκους 2 μέτρα και με τρεις καλαμαριέρες. Στην αρχή του δένουμε μια γερή και μικρή παραμάνα για να το συνδέουμε στη μάνα και μετά ανά 50-60 εκατοστά συνδέουμε από ένα στριφτάρι «τύπου Τ» στο κάθετο κομμάτι του οποίου θα συνδέσουμε τη καλαμαριέρα μας. Στη κάτω άκρη του τελευταίου στριφταριού (3ου) δένουμε τη λεπτή αόρατη πετονιά διαμέτρου 0,20– 0,25 χιλ και μήκους περίπου 0,5μ που θα καταλήγει σε μια μεγάλη θηλιά για να περνάμε το αντίστοιχο βαρίδι.
 

Η διάμετρος του κομματιού αυτού όπως προσέξατε είναι μικρότερη από αυτή που έχει το παράμαλλου που δένουμε ενδιάμεσα τα «Τ» και αυτό γιατί αν το μολύβι μας σκαλώσει στον βυθό, να κοπεί η λεπτή πετονιά και να σώσουμε τις καλαμαριέρες που έχουν σημαντικό κόστος. Επίσης αρκετοί ιδίως αυτοί που ψαρεύουν σε «επικίνδυνα» νερά που έχουν εμπόδια στο βυθό ή σπάγκους και κομμένες μάνες παραγαδιών χρησιμοποιούν ένα παράμαλλο μήκους 5-10 cm και λίγο μικρότερης διαμέτρου, για να συνδέσουν τη καλαμαριέρα στο στριφτάρι «Τ» ώστε αν γαντζωθεί, να χαθεί μόνο η καλαμαριέρα που σκάλωσε και να σωθούν τα υπόλοιπα υλικά μας.
 

Η αρματωσιά μας λοιπόν θα έχει τόσα στριφτάρια «Τ» όσες καλαμαριέρες θέλουμε να έχουμε. Κατά την άποψη μου ιδανικός αριθμός είναι να έχουμε 3-4 καλαμαριέρες για να είναι πιο ευκολοχείριστες.
 

Καλαμαριέρες: Τα καλαμάρια τα πιάνουμε με τις καλαμαριέρες, τεχνικά δολώματα διαφόρων σχημάτων και αποχρώσεων, που στην άκρη τους έχουν ισχυρές μεταλλικές βελόνες για να αγκιστρώνονται τα πλοκάμια των καλαμαριών
Παλιά οι ψαράδες έφτιαχναν τις καλαμαριέρες τους, και σε ορισμένα μέρη όπως στη νότια Γαλλία ακόμη το κάνουν (φωτο Νο 19), αλλά σήμερα τις αγοράζουμε έτοιμες από τα καταστήματα ειδών αλιείας.
 

Καλαμαριέρες υπάρχουν πολλών ειδών, σχημάτων, χρωμάτων, μεγεθών και τιμών. (φωτο Νο 20α) Όμως οι βασικές κατηγορίες όσο αφορά το σχήμα της είναι τρεις. Οι καλαμαριέρες γουρουνάκια (φωτο Νο 20β) που είναι ιδανικές για ψάρεμα από βάρκα αφού δεν έχουν έρμα και δεν βυθίζονται αλλά παρασύρονται από το μολύβι που βάζουμε. Οι καλαμαριέρες τεχνητά (κυρίως για τη συρτή) που στην ουσία είναι ένα τεχνητό ψαράκι του οποίου έχουν αντικατασταθεί οι σαλαγγιές με ακίδες και έχουν συνήθως μια γλώσσα, μικρή ή μεγάλη, για να δίνουν κατά την πλεύση τους μια αληθοφανή κίνηση. Αυτού του τύπου είναι κατάλληλες για χρήση στη συρτή αλλά και για ρίψεις από την ακτή. Τέλος έχουμε τις καλαμαριέρες σχήματος γαρίδας (ψάρεμα egi) που έχουν σε κάποιο σημείο συνήθως εξωτερικά, ένα βαρίδι το οποίο δίνει μια συγκεκριμένη πλεύση και κλίση σε σχέση με το οριζόντιο επίπεδο καθώς επίσης και διάφορες ταχύτητες βύθισης. Στην συσκευασία της καλαμαριέρας αυτής θα βρείτε γραμμένο το νούμερο της ή το μήκος της, το βάρος σε gr και τη ταχύτητα βύθισης της, πράγμα που είναι σημαντικό να ξέρουμε για τις ρίψεις μας από την ακτή.
 

Σε όλες τις παραπάνω κατηγορίες υπάρχουν καλαμαριέρες με φως (προσωπικά θεωρώ πως δεν αποδίδουν στα νερά μας) ή με φωσφορούχα χρώματα που λαμπυρίζουν μέσα στο νερό, υπάρχουν καλαμαριέρες με ειδικού τύπου επενδύσεις (ύφασμα ή χρώμα), οι θερμικές, για να τους δίνουν μια διαφορετική θερμοκρασία από αυτή του περιβάλλοντος χώρου, υπάρχουν καλαμαριέρες UV και υπάρχουν καλαμαριέρες με συνδυασμό των παραπάνω, θερμικής και UV, οι keimura. Από την εμπειρία μου θεωρώ πως οι καλαμαριέρες UV ακτινοβολίας λειτουργούν αρκετά καλά στο να προσελκύσουν το καλαμάρι ευκολότερα ενώ οι θερμικές θα το κάνουν να τις αρπάξει αφού τις ακουμπήσει μια και τα καλαμάρια δεν έχουν όργανα εντοπισμού θερμότητας εξ αποστάσεως.
 

Τα καλαμάρια απ όσο εγώ τουλάχιστον γνωρίζω δεν έχουν κάποιο όργανο ανίχνευσης της θερμοκρασίας από απόσταση αλλά μέσω μόνο της αφής με τα πλοκάμια τους. Οι θερμικές λοιπόν καλαμαριέρες δουλεύουν καλά, όταν και αφού, το καλαμάρι τις ακουμπήσει. Όσον αφορά την UV τα καλαμάρια είναι σε θέση να την αντιληφθούν ενώ μια απλή φωσφορούχα αν φωτιστεί πολύ το τρομάζει και το απωθεί. Επίσης έχει παρατηρηθεί από πολλούς έμπειρους καλαμαράδες πως αν φωτίσουμε την καλαμαριέρα με τον φακό μας αυτή θα αρχίσει να δουλεύει μετά από 2-3 βολές. Συνιστάται λοιπόν να φωτίσουμε μια φορά τη καλαμαριέρα και μετά να την αφήσουμε να ψαρέψει με τον φωτισμό περιβάλλοντος. Αν τώρα είμαστε σε εντελώς σκοτεινό μέρος μπορούμε να κάνουμε ένα γρήγορο πέρασμα με τον φακό για να μην πάρει πολύ φωτισμό και να αρχίσει να αποδίδει αμέσως.
 

Επίσης όλες οι καλαμαριέρες έχουν διαβαθμίσεις μεγέθους και τα νούμερα μεγέθους είναι: 1.5, 1.8, 2.0, 2.5, 3.0, 3.5, 4.0 και 5.0. Οι ασιάτες ψαράδες χρησιμοποιούν συγκεκριμένο μέγεθος ανάλογα με το είδος του καλαμαριού (μέγεθος και βάρος) που υπάρχει στη περιοχή. Βάζουν δηλαδή μικρές καλαμαριέρες, έως μέγεθος 3 σε καλαμάρια μέχρι μισό κιλό και μεγαλύτερες, από 3.5 και πάνω, σε μεγαλύτερα καλαμάρια.
 

Τέλος αν ψαρεύουμε από την ακτή με καλάμι, έχουμε άλλο ένα παράγοντα που πρέπει να προσέξουμε που είναι η ταχύτητα βύθισης της και η οποία αναγράφεται στη συσκευασία της. Υπάρχουν καλαμαριέρες αργής (3-4 δλπ/μ), μεσαίας(5 δλπ/μ) και γρήγορης βύθισης (6-7δλπ/μ), όπου ανάλογα με το βάθος στο οποίο «τρωνε» τα καλαμάρια, τον καιρό και τα ρεύματα, θα επιλέξουμε την ανάλογη. Αν τα καλαμάρια τρωνε στον βυθό, μια καλαμαριέρα γρήγορης βύθισης είναι καλύτερη από μια που αργεί να κατέβει. Το ίδιο και αν έχουμε έντονα ρεύματα, ώστε να μπορέσουμε να ψαρέψουμε στο μέρος που έχουμε επιλέξει και όχι να μας την πηγαίνει το ρεύμα σε άλλο μέρος από εκείνο που θέλουμε. Το στοιχείο αυτό είναι πολύ σημαντικό γιατί αποφεύγουμε πιθανό σκάλωμα της επειδή αν π.χ. βυθίζεται 1μ ανά 5 δλπ και εμείς ψαρεύουμε σε περιοχή βάθους 12μ ξέρουμε πως σε ένα λεπτό από τη ρίψη μας αυτή θα πιάσει πάτο και συνεπώς προσέχουμε.
 

Τώρα το ποιες καλαμαριέρες δουλεύουν ή όχι σε κάποια περιοχή και τι ώρες είναι μεγάλο θέμα που απασχολεί όλους τους καλαμαράδες και του οποίου τις απαντήσεις ο καθένας θα βρει μόνος του στη πράξη. Είναι πάντως γεγονός πως αν ρωτήσετε πέντε καλαμαράδες θα πάρετε πέντε διαφορετικές απαντήσεις. Μια σαφής απάντηση δεν υπάρχει αφού έχει παρατηρηθεί τη μια μέρα τα καλαμάρια να ορμάνε με μανία σε μια κόκκινη καλαμαριέρα και την επόμενη μέρα στην ίδια περιοχή να μην την πλησιάζουν καν αλλά να πλησιάζουν μια άσπρη, μια μπλε ή μια πράσινη. Οι Ασιάτες και πολυνήσιοι ψαράδες προτιμούν να χρησιμοποιούν χρώματα καλαμαριέρας ανάλογα με τον χρωματισμό του περιβάλλοντος της θαλάσσιας περιοχής. Αν ο βυθός είναι στις αποχρώσεις του κόκκινου, βάζουν καλαμαριέρες σε αποχρώσεις κόκκινες, πορτοκαλί, ροζ. Αν είναι φυκιάδα θα βάλουν πράσινες, ενώ αν έχει πολλά μικροψαρα και γόνο θα βάλουν χρώματα στις αποχρώσεις του μπλε και του πράσινου όπως επίσης και όταν τα καλαμάρια είναι διστακτικά και απλά ακουμπάνε χωρίς να έχουν διάθεση να αρπάξουν καλά. Βέβαια δεν πρέπει να ξεχνάμε πως τα καλαμάρια της Ασίας κυνηγούν τη μέρα σε αντίθεση με τα δικά μας που κυνηγούν τη νύχτα.
 

Οι κανόνες της φυσικής μας λένε ότι όσο πιο βαθιά πηγαίνουμε τόσο ελαττώνεται και η φωτεινότητα και τα χρώματα εξαφανίζονται. Το κόκκινο για παράδειγμα χάνεται στα 8 μέτρα βάθος και σταδιακά όσο κατεβαίνουμε χάνονται το πορτοκαλί (10μ), το κίτρινο (15μ), το ιώδες (20μ), το πράσινο (25μ) και τέλος το γαλάζιο (30μ). Παρόλα αυτά το πιο δημοφιλές χρώμα είναι το κόκκινο και ακολουθούν το πορτοκαλί, το ροζ, το άσπρο με κόκκινο και το πράσινο.
 

Τώρα με δεδομένη την αχρωματοψία των καλαμαριών και την ικανότητα που έχουν να αναλύσουν τη φωτεινότητα και τη διάθλαση του φωτός θεωρώ πως το καλύτερο χρώμα, θα είναι αυτό που θα δώσει την ευκαιρία στο καλαμάρι να ξεχωρίσει την καλαμαριέρα μας μέσα στο νερό με τις συνθήκες φωτισμού, το είδος βυθού και τη θέση της φωτεινής πηγής την ώρα που ψαρεύουμε. (φωτο Νο 21α). Προσωπικά, χρησιμοποιώ καλαμαριέρες με πορτοκαλί, ροζ και κόκκινη απόχρωση μια ώρα πριν μέχρι και το ξημέρωμα επειδή αφενός με την ανατολή του ήλιου αλλάζει η φωτεινότητα και αφετέρου όλα τα ζώα της θάλασσας βρίσκονται σε κινητικότητα ψάχνοντας τα ψαράκια. Μετά κατά τη διάρκεια της μέρας χρησιμοποιώ πολύχρωμες, ασπροκόκκινες, μπλε ή πράσινης απόχρωσης ανάλογα με το χρώμα του βυθού. (φωτο Νο 21β) Βεβαίως από προσωπική εμπειρία, πιστεύω πως το χρώμα και το σχήμα της καλαμαριέρας δεν είναι μόνο αυτό που προσελκύει το καλαμάρι. Πολύ μεγάλη σημασία έχει και η κίνηση που θα κάνει η καλαμαριέρα κατά τη βύθιση της ή το ανεβοκατέβασμα της. Οι Ιάπωνες που θεωρούνται αυθεντίες στο ψάρεμα αυτό δίνουν μεγάλη σημασία στα χρώματα της καλαμαριέρας αλλά δίνουν ακόμη μεγαλύτερη στην κίνηση της κατά το ψάρεμα.
 

Ψάρεμα καλαμαριών από την ακτή (Eging, μια ενδιαφέρουσα τεχνική)
 

Στο ψάρεμα καλαμαριών από την ακτή μπορούμε να ψαρέψουμε με δύο τεχνικές. Με την αργή ανάκτηση της καλαμαριέρας και με την ανάκτηση της με μικρά και απότομα τραβηγματάκια (jerks). Η αργή ανάκτηση προσελκύει τα πεινασμένα καλαμάρια αλλά δεν διεγείρει το ένστικτο των χορτάτων ώστε να ορμήσουν ενώ η δεύτερη που είναι απότομο τράβηγμα και παύσεις ερεθίζουμε τα καλαμάρια και ορμούν είτε έχουν όρεξη είτε όχι.
Στις περισσότερες περιπτώσεις το καλαμάρι ορμά όταν σταματάμε και αφήνουμε τη καλαμαριέρα να κατέβει αργά. Στο ψάρεμα αυτό ακολουθούμε σε γενικές γραμμές τα παρακάτω βήματα:
α. Κάνουμε την βολή με την καλαμαριέρα μας και την αφήνουμε να βυθιστεί αργά-αργά μέχρι να φτάσει στο το βυθό (μια μεσαία καλαμαριέρα θέλει 5 δλπ το μέτρο).
β. Ανασηκώνουμε λίγο την αρματωσιά μας και κάνουμε τρία ήπια jerks με το καλάμι, για να ανέβει η καλαμαριέρα πιο ψηλά, παίρνοντας ταυτόχρονα και τα μπόσικα της πετονιάς μας.
γ. Την αφήνουμε σε ηρεμία για 5 δλπ και μετά κάνουμε δύο πιο ήπια jerks και την αφήνουμε να ξαναβυθιστεί μέχρι να πατώσει.
δ. Λίγο πριν φτάσει στον βυθό κάνουμε ένα πολύ απαλό jerk σηκώνοντας το καλάμι μας.
Αν δεν αρπάξει τη καλαμαριέρα κανένα καλαμάρι συνεχίζουμε έτσι μέχρι να φτάσει κοντά μας και επαναλαμβάνουμε με νέα βολή την ίδια τεχνική. Επίσης αν ξέρουμε το βάθος της περιοχής μπορούμε να επιλέξουμε το βάθος ψαρέματος (κοντά στην επιφάνεια, στα μεσόνερα ή πατωτά) υπολογίζοντας αντίστοιχα τους χρόνους κάθε βήματος.
 

Υπάρχει και μία άλλη επιτυχημένη τακτική κατά την οποία μετά το πέταγμα της καλαμαριέρας αντί να κάνουμε κάθετα τινάγματα του καλαμιού κάνουμε 4 οριζόντια τινάγματα εναλλάξ, 2 δεξιά και 2 αριστερά, ώστε να κάνουμε τη καλαμαριέρα μας να κινηθεί σε μια πορεία Ζίγκ-ζάγκ και μετά να την αφήσουμε να βυθιστεί με την ταχύτητα της.
 

Στο νυχτερινό ψάρεμα του καλαμαριού καλύτερη απόδοση έχουν οι φωσφορούχες (glow) καλαμαριέρες. Πάντα λοιπόν ξεκινάμε το ψάρεμα με μια φωσφορούχα (glow) καλαμαριέρα κάνοντας μερικές μακρινές βολές και μετά τη μαζεύουμε με πολύ νευρικά και δυνατά jerks και μικρές παύσεις για να κεντρίσουμε την περιέργεια των καλαμαριών. Μετά από 2-3 πετάγματα μεταπίπτουμε στη κανονική τεχνική με ήπια τινάγματα.
Ψάρεμα από βάρκα με καθετή: Κυρίως ψαρεύουμε σε βάθος 30-90 μέτρα και πάνω από φυκιάδες. Αν θέλουμε μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε και καλαμαριέρες με νωπά ψάρια. (φωτο Νο 22)
 

Πηγαίνουμε στη περιοχή ενδιαφέροντος και ψάχνουμε με το βυθόμετρο -ανιχνευτή ψαριών, να εντοπίσουμε τα καλαμάρια που μπορεί να είναι από λίγα μέτρα πριν το βυθό έως και την επιφάνεια, ή να εντοπίσουμε το κοπαδάκι με το αγαπημένο τους φαγητό, το δόλωμα ή μπάλα όπως λένε. (φωτο 23α)
 

Από εκεί και πέρα τα πράγματα γίνονται πιο εύκολα και αρχίζουμε το ψάρεμα. Δεν αγκυροβολούμε, όπως στη καθετή για ψάρια, αλλά ή ρίχνουμε την πλωτή για να μην παρασυρόμαστε και αλλάζουμε τόπο γρήγορα ή αν δεν έχει αέρα και ισχυρά ρεύματα, αφήνουμε τη βάρκα να παρασύρεται αργά.
α. Με καρούλι: Οι κλασικοί ψαράδες κρατάνε τη μάνα που είναι τυλιγμένη στο καρούλι, στο χέρι και ανεβοκατεβάζουν την αρματωσιά μέχρι να «χτυπήσει το καλαμάρι». Όμως με αυτό το κλασσικό τρόπο, υπάρχει περίπτωση κατά το μάζεμα της πετονιάς να χάσουμε ένα μεγάλο καλαμάρι αν αυτό έχει πιαστεί μόνο από το συλληπτήριο βραχίονα του (το μακρύ λεπτό πλοκάμι) και όχι από τα μικρά γιατί με το τράβηγμα μας και τις κινήσεις απαγκίστρωσης του καλαμαριού αυτό θα σπάσει!
β. Με καλάμι: Αφήνουμε την πετονιά μέχρι να πατώσει το βαρίδι και μετά το ανασηκώνουμε περίπου ένα μέτρο. Καθώς η βάρκα μας μετακινείται ανεβοκατεβάζουμε αργά το καλάμι μας πάνω κάτω για να δώσουμε κίνηση στις καλαμαριέρες, τυλίγουμε μερικά μέτρα και επαναλαμβάνουμε μέχρι να συναντήσουμε το κοπάδι. Κατά το ανεβοκατέβασμα της αρματωσιάς οι καλαμαριέρες μας μοιάζουν με ζωντανά ψαράκια και τα καλαμάρια ορμούν να τα πιάσουν. Μόλις λοιπόν αισθανθούμε ένα βάρος σηκώνουμε απότομα το καλάμι μας για να το καρφώσουμε και μετά με αργό και σταθερό ρυθμό, χωρίς διακοπή, τυλίγουμε το νήμα μέχρι να φτάσει σε μας. (φωτο Νο 23β)
 

Ψάρεμα από βάρκα με συρτή: Σε μαλακά καλάμια 5-10 λίβρες δένουμε στο στριφτάρι της μάνας ένα παράμαλλο από αόρατη πετονιά μήκους 2-3 μέτρων και διαμέτρου 0.30-0.35χιλ. Στο τέλος βάζουμε μια στριφταροπαραμάνα για να πιάσει μια καλαμαριέρα ψαράκι με γλώσσα η οποία συνήθως κολυμπά σε βάθος από 1 μέχρι 4μ. Επίσης αν θέλουμε κάνουμε μια θηλιά 1-1,5 μέτρο πριν και προσαρμόζουμε άλλη μία απλή καλαμαριέρα. Αν θέλουμε να κατέβουμε πιο βαθιά μπορούμε να βάλουμε ένα βαρίδι στο στριφτάρι της ένωσης μάνας με παράμαλλο ή ακόμη και να χρησιμοποιήσουμε καταβυθιστή. Αρκετοί δεν χρησιμοποιούν καλαμαριέρα με γλώσσα αλλά βάζουν καλαμαριέρες με βαρίδι.
 

Όταν βρεθούμε στη περιοχή, πλέουμε με πάρα πολύ μικρή ταχύτητα (στο ρελαντί) και αφήνουμε 30 με 40μ τη συρτή μέχρι να πατώσει. Μαζεύουμε 3-4μ πετονιάς και προοδευτικά αυξάνουμε τη ταχύτητα στους 1,5 με 3 κ. Κάθε τόσο κινούμε την αρματωσιά μας πάνω-κάτω και σταματάμε. Ερευνούμε τη περιοχή με πορείες παράλληλες με την ακτογραμμή. Μόλις «χτυπήσει» το καλαμάρι σταματάμε το σκάφος και μαζεύουμε την πετονιά μας προσέχοντας να μην αφήσουμε «μπόσικα».
 

Χρήσιμες συμβουλές
 

Τα καλαμάρια θα τα βρούμε άλλοτε στον βυθό και άλλοτε στην επιφάνεια. Μόλις όμως πιάσουμε το πρώτο έχουμε μια ένδειξη του βάθους τους και κανονίζουμε ανάλογα τους χρόνους στάσης. Αν ο βυθός είναι μεικτός με βράχια και φύκια θα αποφύγουμε να αφήσουμε την καλαμαριέρα να πατώσει, μειώνουμε τους χρόνους αναμονής και δουλεύομαι στα μεσόνερα.
 

Όταν αφήνουμε τη καλαμαριέρα να βυθιστεί πρέπει σε κάθε αντίσταση ή σκάλωμα της να καρφώνουμε ελαφρά για να γαντζώσουμε το καλαμάρι.
 

Ο ιδανικός αριθμός είναι στο παράμαλλο μας να βάλουμε 3 το πολύ 4 καλαμαριέρες στη καθετή και δύο στη συρτή, γιατί αν βάλουμε παραπάνω αυτές θα μπλέκουνε εύκολα και φυσικά αν όλες μαζί πιάσουν καλαμάρι τότε θα είναι πολύ δύσκολο να τα ανεβάσουμε στη βάρκα και όπως είπαμε το τρομαγμένο καλαμάρι παρασύρει όλο το κοπάδι.
Χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή για να μην πιαστούμε σε δίχτυα, παραγάδια, πετονιές ή σπάγκους αφημένους στο βυθό αφού υπάρχουν ψαράδες που δεν σέβονται ούτε το περιβάλλον ούτε τους άλλους. Ορισμένοι ψαράδες που χρησιμοποιούν φώτα έχουν την κακή συνήθεια αντί να μαζεύουν τους σπάγκους που τα αγκυροβολούν να τους κόβουν για την ευκολία τους !!!.
 

Αντί καλαμαριέρας μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε στην αρματωσιά μας το καυτερό (φωτο 24) που είναι μία μεταλλική ράβδος με τη μία πλευρά μυτερή και με τρύπα, για να περνά η στριφταροπαραμάνα, και την άλλη άκρη να έχει 1 με 3 στεφάνια από βελόνες σαν της καλαμαριέρας. Με το καυτερό τώρα σουβλίζουμε κάποιο ψάρι συνήθως σαρδέλα, σαφρίδι και το χρησιμοποιούμε σαν να ψαρεύουμε με καλαμαριέρα.
 

Αν πιάσουμε καλαμάρι και μετά από λίγο αφήσει τη καλαμαριέρα σταματάμε το μάζεμα, αφήνουμε να βυθιστεί λίγο και κάνουμε 2-3 τινάγματα γιατί υπάρχει μεγάλη περίπτωση το καλαμάρι μας να ξαναπιαστεί.
 

Αν το καλαμάρι είναι μεγάλο κρατείστε το λίγο έξω από το νερό για να φυσήξει το νερό ώστε να ελαφρύνει και να είναι πιο σίγουρη η ανάκτηση του. Προσοχή γιατί το νερό που φυσά έχει και μελάνι.
 

Αν το καλαμάρι είναι πολύ μεγάλο χρησιμοποιείστε οπωσδήποτε απόχη διαφορετικά είναι σίγουρο πως θα το χάσετε.
 

Το ανέβασμα του καλαμαριού θέλει αργή και σταθερή κίνηση γιατί αν καθώς το ανεβάζουμε δεν αντέξει το πλοκάμι του και σπάσει, τότε το τρομαγμένο καλαμάρι στη φυγή του θα συμπαρασύρει και το υπόλοιπο κοπάδι, οπότε θα πρέπει να αλλάξουμε τόπο ψαρέματος.
 

Όταν επάνω στις βελόνες της καλαμαριέρας εντοπίσουμε σάλια, αυτό σημαίνει ότι τα καλαμάρια είναι χορτάτα και απλώς παίζουν και δεν θέλουν να φάνε. Στη περίπτωση αυτή οι βελόνες της καλαμαριέρας μας θέλουν καθάρισμα με φύσημα και ξέπλυμα με νερό. Συνιστάται να έχουμε μαζί μας μία παλιά οδοντόβουρτσα για να καθαρίζουμε καλύτερα και ευκολότερα τις βελόνες.
 

Αν τα καλαμάρια δεν ορμούν προσπαθούμε να τους κεντρίσουμε το ένστικτο με απότομα τινάγματα της αρματωσιάς και ίσως με το να αλλάξουμε χρώμα και να βάλουμε μια πράσινης ή μπλε απόχρωσης καλαμαριέρα, ώστε η σιλουέτα της να μοιάζει πιο πολύ με μικρό ψάρι.
 

Τα προστατευτικά καπάκια στις ακίδες λύνουν πολλά προβλήματα κατά τη μεταφορά και χρήση. Συνιστάται να τα χρησιμοποιούμε γιατί θα μας γλιτώσουν και από κόπο και από χάσιμο χρόνου.
 

Καλό είναι να φοράμε πάνω από τα ρούχα μας επιστήθια ποδιά ώστε όταν μαζεύουμε τη πετονιά μας να μπορούμε, αντί να αφήνουμε κάτω τις καλαμαριέρες, να τις «καρφιτσώνουμε» στο στήθος μας. Θα γλιτώσουμε από πολλά μπερδέματα και ατυχήματα.
 

Όταν ο καιρός είναι βροχερός, ανοίγει η όρεξη των καλαμαριών και ορμάνε με μεγάλη όρεξη.
 

Όταν το φεγγάρι είναι γεμάτο τα καλαμάρια έχουν μεγαλύτερη όρεξη τη νύχτα. Αν το φεγγάρι είναι στη γέμιση είναι καλύτερα να τα ψαρεύεις νύχτα. Αν είναι στο χάσιμο είναι καλύτερα να τα ψαρεύεις μέρα.
 

Στη γέμιση του φεγγαριού είναι καλύτερες ου καλαμαριέρες με φωσφόρο μόνο στο πίσω μέρος (καυτερό) αν είναι στο χάσιμο με φωσφόρο σε όλο το σώμα.

 

Powered by Blog - Widget