MENU
MENU
  • Argonauta argo -ΑργοναύτηςArgonauta argo -Αργοναύτης
  • Bathypolypus sponsalis, Χταπόδι Ατλαντικού.Bathypolypus sponsalis, Χταπόδι Ατλαντικού.
  • Callistoctopus macropus, Λευκόστικτο χταπόδι.Callistoctopus macropus, Λευκόστικτο χταπόδι.
  • Eledone cirrhosa,  Λευκοχτάποδο Eledone cirrhosa, Λευκοχτάποδο
  • Eledone moschata, ΜοσκιόςEledone moschata, Μοσκιός
  • Macrotritopus defilippi, Χταποδάκι  Macrotritopus defilippi, Χταποδάκι
  • Octopus salutii, Χταπόδι αράχνη,Octopus salutii, Χταπόδι αράχνη,
  • Octopus vulgaris, Κοινό χταπόδιOctopus vulgaris, Κοινό χταπόδι
  • Ocythoe tuberculata, Ανισοπλόκαμο χταπόδιOcythoe tuberculata, Ανισοπλόκαμο χταπόδι
  • Pteroctopus tetracirrhus, τετράκερο χταπόδιPteroctopus tetracirrhus, τετράκερο χταπόδι
  • Scaeurgus unicirrhus, Μονόκερο χταπόδι)Scaeurgus unicirrhus, Μονόκερο χταπόδι)
  • Tremoctopus violaceus, Χταπόδι παλάμι.Tremoctopus violaceus, Χταπόδι παλάμι.

Το χταπόδι, το πιο έξυπνο κεφαλόποδο

Κείμενο - φωτογραφίες : Ηρακλής Καλογεράκης, Αξκός ΠΝ (εα) και ερασιτέχνης ψαράς

 

 

Το χταπόδι είναι βενθικό είδος (δηλ. ζει στο βυθό) με οκτώ πλοκάμια (απ' όπου και το όνομά του), χωρίς όστρακο και με ένα σκληρό ράμφος. Ανήκει στην οικογένεια των Οκτωπόδων, της ομοταξίας των Κεφαλοπόδων (χταπόδι -σουπιά-καλαμάρι) και της γενικότερης συνομοταξίας των Μαλακίων.
 

Χταπόδια βρίσκουμε σε όλες τις θάλασσες του κόσμου τα οποία λόγω των μεγάλων διακυμάνσεων στο σχήμα, δέρμα, βάρος και συμπεριφορά τα κατανέμουμε σε 150 περίπου είδη. Στη Μεσόγειο θάλασσα και κατ΄ επέκταση και στις θάλασσες μας έχουν καταγραφεί πως ζουν περί τα δώδεκα είδη με διαφορετικά χαρακτηριστικά το καθένα.
 

Τα χταπόδια είναι από τα πιο έξυπνα αλλά και τα πιο λαίμαργα όντα του υδάτινου κόσμου. Είναι ευκαιριακοί θηρευτές και αρπακτικά που αρπάζουν ότι τους γυαλίσει και τρωνε ένα ευρύ φάσμα θηραμάτων. Το χταπόδι έχει τρεις καρδιές, διαθέτει μεγάλα μάτια και έξυπνα πλοκάμια γεμάτα νευρωνικά κύτταρα (κάτι σαν μίνι-εγκεφάλους), ενώ είναι ικανό να αναγεννά τα άκρα του, όταν αυτά κοπούν. Επειδή δεν έχουν όστρακο βρίσκουν την ασφάλειά τους μόνο στη φυγή ή στις μεταμφιέσεις. Μπορούν να αλλάξουν τάχιστα χρώμα και υφή δέρματος, ακόμη και σχήμα κατά βούληση ώστε να ταιριάξει με το περιβάλλον που βρίσκεται. Επίσης το μυϊκό τους σύστημα τους δίνει μεγάλη ευκαμψία και τους επιτρέπει να παίρνουν οποιαδήποτε στάση ή σχήμα θέλουν και οι ισχυροί τους μύες μπορούν όχι μόνο να κάνουν τα πλοκάμια να παίρνουν κάποια στάση αλλά και να μαζεύουν ή να τα ανοίγουν όλα μαζί ή και ξεχωριστά.
 

Οι ιδιότητες τους αυτές συνιστούν ένα αμυντικό μηχανισμό που προσπαθεί να ξεγελάσει τους εχθρούς αλλά και να τους τρομάξει. Όταν το χταπόδι φοβάται παραμένει απόλυτα ακίνητο για να μην προδώσει την παρουσία του και παίρνει την απόχρωση του περιβάλλοντος. Επίσης παίρνει τα διάφορα χρώματα των πραγμάτων πάνω στο βράχο που ακουμπούν, όπως φύκια ή πεταλίδες που ποικίλουν από μαυροπράσινο μέχρι σκούρο κόκκινο. Τα χταπόδια δεν έχουν ανάγκη να μπορούν να δουν τα χρώματα για να τα αναπαράγουν αφού έχουν αχρωματοψία. Αρκεί να ακουμπήσουν ένα αντικείμενο για να τα «αισθανθούν» και να τα αναπαραγάγουν. Οι βεντούζες των πλοκαμιών τους είναι γεμάτες με χρωμοκύταρα γιαυτό και μόλις ακουμπήσουν την άμμο το χρώμα τους γίνεται πολύ πιο ανοιχτό, γκρίζο ή με άσπρη απόχρωση. Αξιοσημείωτο επίσης είναι το ότι ένα χταπόδι που μόλις πέθανε μπορεί για κάμποσο χρόνο μετά να αλλάζει χρώματα ανάλογα με το περιβάλλον του.
 

Όλα τα χταπόδια μπορούν να μιμηθούν το ανάγλυφο του περιβάλλοντος χώρου εμφανίζοντας εξογκώματα ή λακκούβες στο δέρμα τους και να πάρουν ακόμη διάφορα σχήματα προκειμένου να ξεγελάσουν τους θηρευτές τους ή τη λεία τους κάνοντας την διάκρισή του στο βυθό ή στα βράχια ακόμα πιο δύσκολη. Επίσης και τα πλοκάμια του μπορεί να αποκτήσουν και αυτά σκούρες ή ανοικτές ραβδώσεις ακόμη μπορεί να μεταβάλει τη φωτεινότητα του ανάλογα με τον περιβάλλοντα χώρο και όταν παραμένει ακίνητο στο θαλάμι του ή οπουδήποτε, να είναι πολύ δύσκολο έως αδύνατο να το διακρίνει κανείς.
 

Όταν θέλει να τρομοκρατήσει ένα αντίπαλο παίρνει μια άγρια στάση άλλοτε απλώνοντας και φουσκώνοντας το σώμα του και άλλοτε ευθυγραμμίζοντας σώμα και πλοκάμια. Τα μεγάλα μαύρα του μάτια γουρλώνουν, λάμπουν και ατενίζουν σταθερά μπροστά ενώ τα βλέφαρα του διογκώνονται και σχηματίζουν μια παχιά μαύρη γραμμή. Αν είναι έξω από τη φωλιά του ισορροπεί στο πίσω (τέταρτο) ζευγάρι πλοκαμιών του κρατώντας την τρομακτική του όψη προς τον εχθρό και κάθε τόσο εκτινάσσει ισχυρές βολές νερού προς τον αντίπαλό του. Τα υπόλοιπα πλοκάμια καμπυλώνουν στο μέγιστο σημείο της έκτασής τους και ο μανδύας παίρνει το σχήμα καμπάνας ενώ το χρώμα του μεγαλύτερου μέρους του σώματος του είναι ωχρό και τα άκρα του είναι σκούρο κόκκινα ή γκρί. Υπάρχει επίσης άλλη μια στάση που χρησιμοποιεί για να γίνει ένα με το περιβάλλον, για να γίνει αόρατο. Το σώμα επιπεδώνεται ή συμπιέζεται ή τυλίγεται σε μία μπάλα και το δέρμα του καλύπτεται με στίγματα, κηλίδες και ανορθωμένα σπιθούρια ανάλογου με το περιβάλλον, χρώματος. Η μαύρη γραμμή του βλέφαρου μεγαλώνει και άσπρα στίγματα εμφανίζονται στα πλοκάμια. Το χρώμα του μανδύα και του σώματος του αποκτά λωρίδες εναλλάξ φωτεινές και σκοτεινές ενώ τα πλοκάμια του διπλώνουν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δώσουν στο χταπόδι μια όψη ασυνέχειας.
 

Αν του επιτεθούν, γεμίζει την κοιλότητα του μανδύα του με νερό και το αποβάλλει με μεγάλη δύναμη πράγμα που τους επιτρέπει να κάνουν μια πολύ γρήγορη εκτόξευση, σαν τζετ. Καθώς ξεφεύγουν, από τον κυνηγό τους απελευθερώνουν ένα σύννεφο μελάνης το οποίο παρεμποδίζει τις αισθήσεις των αρπακτικών και επιτρέπει στο χταπόδι να ξεφύγει.
Έχουν δηλαδή τα χταπόδια μια μοναδική ικανότητα γρήγορου καμουφλάζ η οποία έχει εμπνεύσει πολλές σύγχρονες τεχνολογίες και ρομποτικά συστήματα. Οι «μεταμφιέσεις» αυτές επιτυγχάνονται λόγω της υψηλής νοημοσύνης του, που οφείλεται στο μοναδικό και πολύπλοκο DNA του. Πρόσφατα ερευνητές με επικεφαλής τον καθηγητή βιολογίας Ντάνιελ Ρόκσαρ του Πανεπιστημίου Μπέρκλεϊ της Καλιφόρνια, δημοσίευσαν στο περιοδικό "Nature" ότι αποκωδικοποίησαν το γονιδίωμα του χταποδιού και πως το χταπόδι έχει περίπου 10.000 περισσότερα γονίδια από τον άνθρωπο που έχει 23.000. Το χταπόδι εμφανίζει σημαντικές γενετικές διαφορές με τα άλλα κεφαλόποδα αλλά και όλα τα ασπόνδυλα, σε σχέση με τα οποία διαθέτει γονιδίωμα έως έξι φορές μεγαλύτερο ενώ εκατοντάδες πρωτότυπα γονίδια του δεν έχουν αντίστοιχο σε άλλα ζώα. Σημειωτέον πως το χταπόδι εδώ και πολλά χρόνια θεωρείται τόσο έξυπνο, ώστε στην Αγγλία υπάρχει νόμος που το προστατεύει από ορισμένα επιστημονικά πειράματα χωρίς νάρκωση.
 

Τα χταπόδια δεν είναι κοινωνικά ζώα. Είναι μοναχικά και το καθένα ζει χωριστά, εκτός από την περίοδο του ζευγαρώματος. Παρόλα αυτά το πιο σημαντικό πράγμα για κάθε χταπόδι είναι η απόκτηση μιας στέγης. Κάθε χταπόδι θέλει να έχει ένα σπίτι, ένα προστατευμένο μέρος, ένα ασφαλές θαλάμι γιατί αν δεν έχει ή αν δεν βρίσκεται κοντά σε ένα αισθάνεται γυμνό και απροστάτευτο και ψάχνει συνέχεια να βρει ένα για να προστατευτεί από τους εχθρούς του, που μπορεί να είναι οι ροφοί, τα χέλια, οι φώκιες, άλλα ψάρια κ.λ.π. Η ζωή του εν ολίγοις, αφού δεν έχει κέλυφος, εξαρτάται από την ικανότητά του να βρίσκει ένα καταφύγιο. Μόλις όμως βρει ένα κατάλληλο για να κρυφτεί μέρος ή όταν έχει κοντά του ένα τέτοιο μέρος, αισθάνεται σιγουριά και είναι ήρεμο.
 

Δεν προτιμά και αποφεύγει συστηματικά βυθούς με πολλά φύκια, με λάσπη καθώς και με πέτρες στις οποίες κατοικούν αχινοί, γιατί το ενοχλούν. Προτιμούν τα ήρεμα νερά και δεν θέλουν περιοχές με ρεύματα ή κυματισμό επειδή ανακατεύονται οι πέτρες του βυθού και σηκώνεται άμμος ή λάσπη που περνά κάτω από το μανδύα του και το ενοχλεί. Το χειμώνα ή όταν πλησιάζει κακός καιρός τότε μετακομίζουν σε βαθύτερα νερά για να αποφύγουν αυτή την ενόχληση. Το χταπόδι είναι πολύ ιδιότροπο. Δεν του αρέσει να έχει μόνιμη κατοικία και ποτέ δεν θα δείτε χταπόδι να μένει σε ένα θαλάμι πάνω από μια εβδομάδα, εκτός από το θηλυκό την περίοδο ωοτοκίας και εκκόλαψης των αυγών. Συνήθως τα χταπόδια μένουν στε ένα θαλάμι για 2-3 μέρες και δεν απομακρύνεται πολύ για την εύρεση της τροφής του. Μετά όμως από δύο-τρεις μέρες αρχίζει να εξερευνά και για τροφή και για νέα κατοικία. Αν κατά τη βόλτα του βρει ένα άλλο άδειο θαλάμι ή χώρο, το καταλαμβάνει και πολλές φορές, αν και θα το χρησιμοποιήσει πάλι για ένα μικρό διάστημα, δίνει πραγματικές μάχες με τα άλλα. Σε ένα χταποδότοπο σε βάθος 20-50μ, τα θαλάμια συνήθως απέχουν μεταξύ τους 20-30μ και αν κάποιο χταπόδι πλησιάζει τη φωλιά ενός άλλου, τότε είτε γίνεται μάχη, είτε ο κάτοικος απλώνει ένα πλοκάμι του και ο εισβολέας καταλαβαίνει ότι η θέση είναι πιασμένη και φεύγει. Σε πιο αβαθή νερά τα θαλάμια, ανάλογα με το είδος του βυθού και το ανάγλυφο του, μπορεί να απέχουν μόνο μερικά μέτρα.
 

Επειδή τα χταπόδια δεν έχουν σκελετό ή κέλυφος και επειδή έχουν την ιδιότητα να μπορούν να αποβάλουν το νερό από τον οργανισμό τους καταφέρνουν να χωρούν σε περιορισμένους χώρους για τους οποίους συχνά παλεύουν μέχρι θανάτου για να τους αποκτήσουν. Μπορεί να το δούμε να ζει σε πολύ παράξενα μέρη όπως π.χ σε μικρές σπηλιές βράχων, σε παπούτσια, σε λάστιχα αυτοκινήτων, σε τενεκεδάκια, σε κανάτες ή βάζα, σε κονσερβοκούτια ή ακόμη και σε μπουκάλια πεταμένα στη θάλασσα. Έχει παρατηρηθεί πως το χταπόδι διαλέγει ανάμεσα σε τέσσερις διαφορετικούς τύπους θαλαµιών. Το θαλάμι πηγάδι, μια τρύπα που ανοίγει στο βυθό, το θαλάμι λαγούμι που σκάβει δίπλα και κάτω από μια πέτρα ή ένα βράχο, το θαλάμι σε άδεια όστρακα που βρίσκει στο βυθό και τα θαλάμια από «ανθρωπογενούς προέλευσης» στερεά απορρίμματα. Συχνά λοιπόν θα δούμε χταπόδια να περιπλανιούνται στο βυθό ψάχνοντας για μια τρύπα ή κάποιο μέρος μέσα στο οποίο θα μπορούν να μπουν και να το προστατεύσουν οχυρώνοντας το. Επίσης συχνά θα δούμε, όταν κυνηγούμε χταπόδια με ψαροτούφεκο, μια πέρκα να μας προδίδει τη θέση του θαλαμιού αφού πάει και στέκεται έξω από το θαλάμι στα βράχια εντελώς ακίνητη. Είναι ο σύμμαχος του ψαροτουφεκά.......
 

Όταν ένα χταπόδι επιλέξει το κατάλληλο γι' αυτό θαλάμι τότε αρχίζει να το καθαρίζει, να το διαμορφώνει και να μετακινεί διάφορα αντικείμενα όπως πέτρες, όστρακα, κ.α. για να το οχυρώσει και να μειώσει το άνοιγμα της εισόδου του. Τα χταπόδια κάνουν τα θαλάμια τους άνετα και τα διατηρούν καθαρά. Στο εσωτερικό, ισοπεδώνουν το βυθό , χαλίκια ή άμμο, με εκτινάξεις νερού από το σίφωνα τους και μετά από κάθε γεύμα σχολαστικά απομακρύνουν τα υπολείμματα της τροφής τους σπρώχνοντας τα προς τα έξω. Για αυτό το λόγο θα παρατηρήσουμε γύρω από κάθε θαλάμι αρκετά υπολείμματα φαγητού, όπως κελύφη καβουριών, μυδιών, κυδωνιών κ.α.
 

Τα χταπόδια έχουν ένα επιθετικό και αρπαχτικό τρόπο ζωής που οφείλεται στα εξαίρετα αισθητήρια όργανα που διαθέτουν και στο αποτελεσματικό νευρικό σύστημα που έχουν. Το πολύ αναπτυγμένο τους μάτι σε συνδυασμό με τις αισθήσεις τους, εντοπίζει σε μεγάλες αποστάσεις αρχικά την κίνηση και μετά το θήραμα. Στη συνέχεια βασιζόμενα στο γενικό του σχήμα, επειδή έχουν αχρωματοψία και σε χημειοαισθητικές ενδείξεις εφορμούν και το αρπάζουν σφικτά. Τα χταπόδια κυνηγούν όλες τις ώρες αλλά το σούρουπο και το χάραμα είναι πιο ενεργά. Συνήθως τα περισσότερα παραμένουν κατά την διάρκεια της ημέρας στο θαλάμι τους και από εκεί παραφυλούν για διερχόμενη τροφή ενώ κατά την διάρκεια της νύχτας κυκλοφορούν και ψάχνουν για την τροφή τους.
 

ΜΟΡΦΟΛΟΓΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ - ΑΝΑΤΟΜΙΑ
 

Το χταπόδι αποτελείται από δύο κύρια μέρη, τον σάκο (κουκούλα) και τα πλοκάμια (βραχίονες ). Φαίνεται πως έχει ένα τεράστιο κεφάλι αλλά στην πραγματικότητα, αυτό είναι το κυρίως σώμα του που μοιάζει με ένα σάκο ανοικτό στο κάτω μέρος και που περικλείει τα όργανα του.
 

Το κεφάλι του είναι το μικρό σκληρό κομμάτι, απ' όπου ξεκινούν ακτινωτά τα πλοκάμια και απ' όπου κρέμεται η κουκούλα. Δεν ξεχωρίζει εύκολα και για αυτό πολλοί μπερδεύουν την κουκούλα με το κεφάλι, το οποίο είναι μόνο το σκληρό κομμάτι πάνω στον οποίο είναι τα μάτια του.
 

Η κουκούλα, σχηματίζει μια κοιλότητα, την μανδυακή, που περιλαμβάνει, τις καρδιές, το στομάχι, τα βράγχια και τον σίφωνα (ή χοάνη). Στο κάτω της μέρος έχει ένα άνοιγμα απ’ όπου μπαίνει το νερό που είναι απαραίτητο για την αναπνοή και την κίνηση του χταποδιού. Τα άκρα (χείλη) της κουκούλας ανοίγουν και κλείνουν ελεύθερα επιτρέποντας στο χταπόδι να παίρνει νερό που το διοχετεύει στον σίφωνα για να το εκτοξεύσει με πίεση προς τα πίσω ώστε το χταπόδι να κινηθεί με μεγάλη ταχύτητα προς τα μπροστά, Η κίνηση αυτή χρησιμοποιείται για τη σύλληψη της λείας του ή τη διαφυγή του από τον εχθρό. Οι αργές όμως μετακινήσεις του στο νερό γίνονται με τη βοήθεια των πλοκαμιών του.
 

Τα μάτια των κεφαλόποδων είναι σχεδόν ίδια με των ανθρώπων. Έχουν βλέφαρα, ίριδες, κρυσταλλικούς φακούς και αμφιβληστροειδείς χιτώνες και είναι πολύ πιο εκφραστικά από τα μάτια κάθε άλλου θαλασσινού ζώου. Είναι μεγάλα, εξέχουν και καλύπτουν ευρύ οπτικό πεδίο. Έχουν σύνθετη δομή και η όραση του είναι οξυτάτη όπως βέβαια και των άλλων κεφαλόποδων. Πειράματα έχουν δείξει πως μπορεί να διακρίνει την πόλωση του φωτός, τη φωτεινότητα, το μέγεθος, το σχήμα και τον οριζόντιο ή κάθετο προσανατολισμό των αντικειμένων ενώ η έγχρωμη όραση του διαφέρει από είδος σε είδος με σχεδόν όλα τα είδη χταποδιού να έχουν αχρωματοψία.
 

Όταν ένα χταπόδι είναι ήρεμο ή αναπαύεται τα μάτια του είναι ακίνητα. Μόλις όμως κάτι κινηθεί στην περιοχή ή φανεί κάποιο θήραμα ή θηρευτής, τα μάτια του σηκώνονται σαν περισκόπιο και είναι τόσο ευκίνητα και ανεξάρτητα που μπορούν να στραφούν και να κοιτάξουν σε διαφορετική κατεύθυνση το καθένα. Η οξυτάτη όραση του χταποδιού είναι μεγάλης αξίας, γιατί του δίνει τη δυνατότητα να παρακολουθεί συνεχώς τον έξω κόσμο με ασφάλεια από το θαλάμι του
 

Το στόμα βρίσκεται ακριβώς από την κάτω πλευρά του κεφαλιού και στο κέντρο του σημείου σύνδεσης των πλοκαμιών. Πρόκειται για μια οπή με δυο κοκάλινους, από κερατίνη σιαγώνες, που μοιάζουν με ράμφος πουλιού και το κάτω καλύπτει το πάνω. Αυτό είναι και το μοναδικό κοκάλινο στοιχείο του κορμιού του που το χρησιμοποιεί για τον τεμαχισμό της τροφής του. Αυτό το «παπαγαλίσιο» ράμφος που αποτελείται από διαδοχικές σειρές πέντε δοντιών κρύβεται κάτω από δύο χείλη και περικλείει μια μασητική κατασκευή (radula) που είναι ένα ειδικό γλωττίδιο που έχει tσσπάνω του το ξύστρο και δυο ζεύγη σιελογόνων αδένων. Το μπροστινό ζευγάρι εκκρίνει μια βλέννα και το πίσω ένα δηλητήριο (κεφαλοτοξίνη), για να παραλύσει τα θύματά του, καθώς και διάφορα πρωτεολυτικά ένζυμα. Υπάρχει, αλλά πολύ σπάνια, περίπτωση χταπόδι να δαγκώσει άνθρωπο αλλά στα νερά μας τα χταπόδια που υπάρχουν θα του προκαλέσουν μόνο ένα μικρό ερεθισμό και μούδιασμα.
 

Γύρω από το στόμα ξεκινούν οχτώ βραχίονες (πλοκάμια) που περιβάλλονται από μια μεμβράνη. Οι βραχίονες, τα πλοκάμια του, είναι κυκλικής διατομής, χοντρά στην αρχή και λεπτά σαν κλωστή στο τέλος τους για να μπορούν να διεισδύουν σε οποιοδήποτε σχεδόν άνοιγμα. Τα πλοκάμια του αυτά είναι υπεύθυνα για σχεδόν όλες τις λειτουργίες και κινήσεις του και φέρουν καθ’ όλο το μήκος τους δύο σειρές μυζητήρες (βεντούζες) για να προσκολλούνται και να παγιδεύουν τη τροφή τους ή να το βοηθούν στις μετακινήσεις του και σε πολλές άλλες δραστηριότητες. Κάθε πλοκάμι έχει 240 βεντούζες διαφόρων μεγεθών και κάθε πλοκάμι, σε ένα πλήρως ανεπτυγμένο χταπόδι, έχει δύναμη έλξης και συγκράτησης περίπου 20πλάσιου βάρους από το βάρους του. Η δύναμη έλξης ή προσκόλλησης κάθε βεντούζας ελέγχεται πλήρως από το χταπόδι και τα πλοκάμια λειτουργούν σαν πόδια, σαν χέρια και σαν εργαλεία. Πιάνουν, τυλίγουν, σφίγγουν, τραβάνε, ανοίγουν, κολλάνε κλπ εκτελώντας ότι εντολή τους δώσει ο εγκέφαλος. Κάθε ζευγάρι πλοκαμιών χρησιμοποιείται για συγκεκριμένες εργασίες και πιο συγκεκριμένα τα δυο πλοκάμια που βρίσκονται εκατέρωθεν του άξονα των ματιών λέγονται «ραχιαία», είναι εξερευνητικά και υπεύθυνα για να αρπάζουν. Τα δύο επόμενα είναι τα «πλευρικά» που είναι κατάλληλα για να μαζεύουν πέτρες και όστρακα και τέλος τα υπόλοιπα 4 τα «κοιλιακά» χρησιμοποιούνται για το γάντζωμα του και μετακίνηση. Όλα τα πλοκάμια μπορούν να κάνουν τα πάντα και κάθε πλοκάμι μπορεί να κάνει και κάτι διαφορετικό. Μπορεί δηλαδή να λειτουργήσουν ανεξάρτητα.

 

Ανεξάρτητα επίσης μπορούν να λειτουργήσουν και οι βεντούζες του. Έτσι το ένα πλοκάμι μπορεί να αρπάζει ένα καβούρι, ενώ ένα άλλο να αποκρούει κάποιο αντικείμενο που θεωρεί επικίνδυνο.
 

Τα πλευρικά πλοκάμια είναι μακρύτερα από τα αντίστοιχα κοιλιακά, τα ραχιαία είναι πιο κοντά ενώ στα αρσενικά το τρίτο δεξιά πλοκάμι τους διαφοροποιείται από πολύ μικρή ηλικία (όταν φτάσουν σε βάρος τα 70 γραμμάρια) σε όργανο μεταφοράς και εισαγωγής σπερματικού υλικού. Η απόληξή του μοιάζει με κουτάλι, λέγεται εκτοκοτύλη και περικλείει μικροσκοπικές κύστες σπέρματος, τις σπερματοφόρες. Στα ενήλικα χταπόδια το πλοκάμι αυτό είναι περίπου το 75% του αντίστοιχου απέναντι (του αριστερού).
Όλα τα πλοκάμια του χταποδιού μπορούν να επιμηκύνονται και όταν μακραίνουν η διάμετρός τους μικραίνει. Πειράματα έδειξαν ότι ένα χταπόδι μέσου μεγέθους που ζυγίζει δύο με τρία κιλά μπορεί να μακραίνει τα πλοκάμια του κατά 10-12 εκατοστά. Τέλος οι βεντούζες των πλοκαμιών, ιδιαίτερα το μυζητικό επιθήλιο, περιέχει κύτταρα αφής και για να μπορεί το χταπόδι να αντιλαμβάνεται και να έχει γεύση από ότι αγγίζει. Τα χταπόδια σημειωτέον έχουν εξαιρετική αίσθηση και της αφής και της γεύσης ενώ αντιθέτως η ακοή τους είναι περιορισμένη.
 

Το κυκλοφορικό σύστημα υποστηρίζεται από τρεις καρδιές εκ των οποίων οι δύο ωθούν το αίμα στα βράγχια και η τρίτη στο υπόλοιπο σώμα, παράγοντας αρκετή πίεση ώστε το αίμα να φτάνει παντού. Η μεταφορά οξυγόνου δεν γίνεται με αιμογλοβίνη όπως στα θηλαστικά αλλά με την πρωτεΐνη αιμοκυανίνη που περιέχει χαλκό και δίνει το γαλάζιο χρώμα στο αίμα τους. Όταν η πρωτείνη είναι οξυγονωμένη έχει χρώμα μπλε, ενώ όταν αποδεσμευτεί το οξυγόνο της γίνεται άχρωμη. Παρά την αποτελεσματικότητα των τριών καρδιών, τα χταπόδια λόγω του αδύναμου μεταφορέα οξυγόνου, μεταφέρεται με το αίμα ανεπαρκής ποσότητα οξυγόνου, γι' αυτό και τα χταπόδια δεν είναι πολύ δραστήρια και κινητικά συνεχώς. Είναι τεμπέλικα και τους αρέσει να κάθονται στο θαλάμι τους για πολλές ώρες.
 

Το νευρικό τους σύστημα είναι πολύ ανεπτυγμένο και εξαιρετικά πολύπλοκο με 130 εκατομμύρια νευρώνων από τα οποία μόνο ένα μέρος τους βρίσκεται στον εγκέφαλο και τα δύο τρίτα βρίσκονται στα νεύρα των πλοκαμιών του, τα οποία έχουν μια σχετική λειτουργική αυτονομία ακόμη και αν δεν υπάρχουν ερεθίσματα από τον εγκέφαλο. Αυτή η ιδιαιτερότητα ανεβάζει εντυπωσιακά το IQ τους και επιτρέπει στο χταπόδι με τα οκτώ πλοκάμια να κάνει το καθένα και κάτι διαφορετικό. Τα χταπόδια είναι πολύ πιό έξυπνα από κάθε άλλο ασπόνδυλο ζώο στη φύση η δε νοημοσύνη τους και ικανότητα τους να μαθαίνουν, αποτελεί θέμα πολλών συζητήσεων μεταξύ των βιολόγων. Πάντως πειράματα που έχουν γίνει έχουν επιβεβαιώσει πως έχουν ένα αξιοπρόσεκτο σύστημα μνήμης μικρής αλλά και μεγάλης διάρκειας. Επίσης είδαμε σε πειράματα που έγιναν πως ένα χταπόδι μπορεί να ξεβιδώσει εύκολα το καπάκι ενός βάζου και να πάρει από μέσα ένα καβούρι που του έβαλαν!
 

Τα χταπόδια έχουν διάφορους τρόπους άμυνας με κυριότερους το κρύψιμο, το καμουφλάζ και τη φυγή. Η φυγή πολύ συχνά συνοδεύεται και με την απελευθέρωση μελανιού ώστε να κρυφτούν μέσα σε αυτό και επίσης το χρησιμοποιούν για να εκφοβίσουν κάποιο θηρευτή τους. Επίσης έχει παρατηρηθεί και το φαινόμενο που έχουν και μερικά άλλα ζώα να κόβουν από μόνα τους ορισμένα μέρη του σώματός τους όταν βρεθούν σε κίνδυνο. Αν τους κοπεί ένα πλοκάμι σε κάποια μάχη από θηρευτή, ή αν παγιδευτεί κάπου το πλοκάμι του ή αν το ίδιο το φαει για να επιβιώσει, αυτό μπορεί να ξαναδημιουργηθεί λόγω της αναγεννητικής ικανότητας που έχει το πλοκάμι μέσα σε λίγες μέρες, όμως από ένα πλοκάμι δεν μπορεί να ξαναδημιουργηθεί χταπόδι.
 

Το μελάνι που απελευθερώνεται παράγεται σε ένα ειδικό όργανο-αδένα, τον μελανοφόρο σάκο, που βρίσκεται μέσα στο σπλαχνικό σάκο. Ο αδένας αυτός, όταν το χταπόδι νιώσει πως απειλείται εκκρίνει και απελευθερώνει το μελάνι (ένα καφέ-μπλέ- μαύρο υγρό) μέσω της έδρας για να δημιουργήσει ένα προστατευτικό σύννεφο και να κρυφτεί από αυτό. Επίσης θεωρείται πως η αλκαλικότητα του μελανιού επηρεάζει και απωθεί τα ψάρια θηρευτές. Πολλοί βιολόγοι πιστεύουν ότι το μελάνι του χταποδιού παραλύει και την όσφρηση και την όραση της σμέρνας, που είναι και ο ισχυρότερος κυνηγός του .
Όλα τα μέρη του σώματος του χταποδιού καλύπτονται εξωτερικά από μια μεμβράνη, ένα χοντρόπετσο δέρμα, χρώματος καφετί με διακυμάνσεις ανάλογα με τον περιβάλλοντα χώρο και τη διάθεση του. Το δέρμα του, όπως και του καλαμαριού, είναι διάστικτο από χιλιάδες βούλες, τις χρωματοφόρες (κύτταρο δηλαδή με χρωματική ύλη), που τις ελέγχει εκούσια για να αλλάζει το χρώμα του. Μικροσκοπικοί μύες καθορίζουν το μέγεθος και το σχήμα των χρωματοφόρων, ώστε να μπορεί το χταπόδι να αλλάζει χρωματισμούς από βαθύ καφεκόκκινο μέχρι ανοιχτό γαλάζιο. Επίσης, κάτω από τις χρωματοφόρες υπάρχει μια στρώση από πρισματικές πλάκες, που λέγονται ιριδοκύτες, και οι οποίες αντανακλούν το φως του Ηλίου, προσθέτοντας στον πλούτο των χρωμάτων. Οι περισσότερες όμως αλλαγές στο χρώμα φαίνεται να σχετίζονται με τη συμπεριφορά του ζώου και τη διάθεση του. Έτσι χρησιμοποιούν την ιδιότητα τους αυτή για να μεταμφιέζονται και να καμουφλάρονται όταν νοιώσουν κάποια απειλή, για να παγιδεύσει κάποιο θύμα όταν αυτό πλησιάζει ή ακόμη και για να περάσει μηνύματα στο αντίθετο φύλλο.
Η από κάτω πλευρά του χταποδιού, αυτή με τις βεντούζες, έχει πάντα ένα πιο ανοιχτό χρώμα, ένα λευκόγκριζο που μερικές φορές γίνεται σχεδόν λευκό. Αυτό παρατηρείται πιο έντονα όσο πλησιάζουμε προς το στόμα του.
 

ΤΡΟΦΗ, ΤΡΟΠΟΣ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΧΤΑΠΟΔΙΩΝ
 

Τα χταπόδια γενικά τρέφονται πρωτίστως με μαλακόστρακα (καβούρια, αστακούς, καραβίδες), με δίθυρα μαλάκια και με ιδιαίτερη προτίμηση στα μύδια και κυδώνια, με γαστερόποδα και φυσικά με ψάρια.
 

Ένα χταπόδι όταν είναι στο θαλάμι του άλλοτε μένει ακίνητο και παρατηρεί με προσοχή γύρω του και άλλοτε χρησιμοποιεί κάθε είδους κινήσεις για να προσελκύσει τη λεία του. Θα το δούμε να κουλουριάζεται μπροστά από τη φωλιά του και να κινεί τα πλοκάμια του με κάθε πιθανό τρόπο που θα προσελκύσει κάποιο ψάρι, καβούρι ή γαστρόποδο και κάθε τόσο να φυσά νερό στο βυθό για να αποκαλύψει κάποιο όστρακο. Όταν κάτι βρεθεί στο βεληνεκές του με μια γρήγορη κίνηση απλώνει το πλοκάμι του, το αρπάζει και το τραβά στο θαλάμι του. Αν πάλι κατά τη διάρκεια της αργής και αθόρυβης μετακίνησης του στο βυθό για τροφή το συναντήσει, τότε το πλησιάζει στα 15-20 εκατοστά και με μια αστραπιαία κίνηση του ορμά και το σκεπάζει με τα πλοκάμια και τη μεμβράνη τους και στη συνέχεια το μεταφέρει στο θαλάμι του.
 

Το χταπόδι έλκεται από κάθε αντικείμενο που κυματίζει ή που λάμπει. Αν είναι μακριά για να μην το χάσει ξεκινά αμέσως και με ορμή την επίθεση του. Πλησιάζει με μεγάλη προφύλαξη το θήραμα και όταν το πλησιάσει πάντα το ψηλαφίζει με την άκρη ενός πλοκαμιού του. Στη συνέχεια το ακινητοποιεί με τα πλοκάμια και τις βεντούζες του και μόλις το οστρακόδερμο βρεθεί κάτω από τη μεμβράνη του δέχεται ένα πιτσίλισμα δηλητηρίου και ενζύμων από τους σιελογόνους αδένες του για να αποδυναμώσει το κέλυφος ώστε μετά να το τρυπήσει με το ράμφος του (radula) και να του διοχετεύσει ένα άλλο υγρό που περιέχει τοξίνες με πεπτικά ένζυμα. Οι τοξίνες προκαλούν τη χαλάρωση όλων των μυών του θύματος για να εξουδετερωθεί η αντίδραση του και το θύμα παραλύει σχεδόν αμέσως, ενώ τα ένζυμα καταστρέφουν τη συνοχή των ιστών για να μπορέσει εύκολα να φαει το περιεχόμενο τους.
 

Το χταπόδι, ίσως επειδή δεν έχει ανοσία στις τοξίνες του, περιμένει μέχρι και είκοσι λεπτά πριν αρχίσει να τρωει. Στη συνέχεια χρησιμοποιεί το ράμφος του και τρώει πρώτα ότι μπορεί να τεμαχίσει, δηλαδή τα μαλακά του μέρη. Αν το θύμα είναι μεγάλο και με σκληρό κρέας τότε το χταπόδι διοχετεύει περισσότερη ποσότητα ενζύμων. Οι άκρες από τα πλοκάμια του διεισδύουν στις μικρότερες αρθρώσεις των ποδιών του αστακού ή του καβουριού και όλη η σάρκα μεταφέρεται από βεντούζα σε βεντούζα ως το στόμα του. Το χταπόδι μπορεί να φαει ένα ή καβούρι και να αδειάζει ένα μεγάλο κοχύλι μέσα σε μισή ώρα, ενώ για ένα αστακό θέλει μισή μέρα. Τις περισσότερες φορές αν το θύμα είναι δίθυρο, το φέρνει με τα πλοκάμια κοντά στο στόμα του και ασκώντας ελκτική δύναμη με τις βεντούζες του καταφέρνει να το ανοίξει και να φάει το εσωτερικό του. Είναι μια διαδικασία που αποφέρει ταχύτερα το ίδιο αποτέλεσμα.
Σε γενικές γραμμές με κάθε κιλό τροφής που το χταπόδι καταναλώνει αυξάνει κατά μισό κιλό το βάρος του σώματός του.

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΒΙΟΛΟΓΙΚΟΥ ΚΥΚΛΟΥ
 

Αναπαραγωγή. Το χταπόδι έχει άτομα και των δύο φύλων και η διάκριση τους μπορεί εύκολα να γίνει αντιληπτή από διάφορα μορφολογικά χαρακτηριστικά. Έτσι, αν υπάρχουν δύο γονάδες στη σπλαχνική κοιλότητα, το ζώο είναι θηλυκό. Αν υπάρχει μία, τότε είναι αρσενικό. Οι γονάδες βρίσκονται στο πίσω μέρος της κουκούλας και αυτό το χαρακτηριστικό μας βοηθά να εξακριβώσουμε το φύλο, ιδιαίτερα σε χταπόδια που έχουν χάσει τον τρίτο δεξιό βραχίονα (παρουσία ή όχι εκτοκοτύλης) ή είναι πολύ μικρού μεγέθους. Τέλος τα αρσενικά χταπόδια μπορούμε να τα ξεχωρίσουμε σχετικά εύκολα από τα θηλυκά αν παρατηρήσουμε τα πλευρικά τους πλοκάμια και δούμε κάπου στη μέση να έχουν διάσπαρτους μερικούς μεγάλους μυζητήρες (βεντούζες), πολύ μεγαλύτερους από τους υπόλοιπους, ενώ αντίθετα οι μυζητήρες των θηλυκών είναι ομοιόμορφα κατανεμημένοι σε όλα τα πλοκάμια.
 

Κατά την εποχή του ζευγαρώματος, το αρσενικό με στόχο τον εντυπωσιασμό του θηλυκού, το πλησιάζει και δίνει μια υπέροχη παράσταση με κινήσεις και φιγούρες που θα ζήλευε ακόμη και ο καλύτερος χορευτής. Το θηλυκό κάνει πως δεν θέλει και το διώχνει για λίγο αλλά τελικά το δέχεται. Τα χταπόδια ερωτοτροπούν, με τα προκαταρκτικά παιχνίδια να μοιάζουν μια με χορό και μια με πάλη. για αρκετές ώρες. Στη συνέχεια, το αρσενικό πιάνει το θηλυκό και εισάγει το πλοκάμι με την εκτοκοτύλη (hectocotylus), στην κοιλότητα του μανδύα του θηλυκού για να γίνει η γονιμοποίηση. Η συνεύρεση γίνεται άλλες φορές με τα δύο σώματα ενωμένα και μπερδεμένα σαν μάζα, άλλες φορές να είναι δίπλα-δίπλα ή και από απόσταση, ίσα να φτάνει το πλοκάμι του αρσενικού, και τέλος για ορισμένα είδη χταποδιού να αποκόπτεται τελείως το πλοκάμι με την εκτοκοτύλη από το αρσενικό και να μπαίνει στην ωοθήκη του θηλυκού για τη γονιμοποίηση. Το ίδιο ζευγάρι συνουσιάζεται αρκετές φορές και το ζευγάρωμα διαρκεί περίπου μια εβδομάδα. Το αρσενικό μπορεί να ζευγαρώνει με πολλά θηλυκά και ένα θηλυκό να δέχεται και άλλα αρσενικά και έτσι δεν υπάρχει σε αυτά η δημιουργία μόνιμου ζεύγους. Επίσης έχει συχνά παρατηρηθεί ζευγάρωμα χωρίς το θηλυκό να είναι ακόμη ώριμο.
 

Κατά τη συνεύρεση η εκτοκοτύλη παίρνει σπερματοφόρους από τον σάκο του (γονάδα) και τους εναποθέτει μέσα στον ωαγωγό αδένα του θηλυκού όπου όταν τα ώριμα αυγά περνούν μέσα από αυτούς για να βγουν από τις σάλπιγγες να γίνεται η γονιμοποίηση τους. Η διαδικασία αυτή της γονιμοποίησης μπορεί διαρκέσει από μερικές μέρες μέχρι εβδομάδες ακόμη και μήνες ανάλογα με το είδος. Τα αυγά που δεν γονιμοποιούνται απορρίπτονται.
 

Τα θηλυκά που είναι γονιμοποιημένα και είναι έτοιμα να γεννήσουν αποκρούουν τα αρσενικά, τα αποφεύγουν συστηματικά και δεν θέλουν καθόλου να συνουσιάζονται. Γίνονται τότε ανήσυχα και ψάχνουν να βρουν σε ρηχά νερά ένα σκληρό υπόστρωμα, ασφαλές και προστατευμένο για να αφήσουν τα αυγά τους. Στις βραχώδεις ακτές, ή υφάλους τα θηλυκά επιλέγουν μια τρύπα, μια σχισμή ή ένα προστατευμένο χώρο και συχνά προστατεύουν την είσοδο του με πέτρες, όστρακα, κοχύλια ή άλλα στερεά αντικείμενα που μαζεύουν για τον λόγο αυτό. Αντίθετα σε αμμώδη ή λασπώδη ή με ποσειδωνία βυθούς όπου δεν υπάρχει φυσική κάλυψη, τα αυγά μπορεί να τοποθετηθούν για εκκόλαψη σε κενά κελύφη μαλακίων ή αντικείμενα ανθρωπογενούς προέλευσης που βρίσκονται στο βυθό όπως π.χ. δοχεία, κουτιά, μπουκάλια, λάστιχα αυτοκινήτων, τενεκέδες, μπότες κ.α.
 

Τα αυγά του χταποδιού είναι επιμήκη με σχήμα σαν σουσάμι, μέσου μεγέθους 2mm και περιβάλλονται από εκκρίσεις των αδένων της σάλπιγγας που βοηθούν στο να κολλήσουν μεταξύ τους και να σχηματίσουν τσαμπιά που θα προσκολληθούν στη συνέχεια σαν «σταφύλια» στην επιφάνεια (υπόστρωμα) που έχει επιλεγεί από τη μητέρα σε ρηχά νερά. Υπάρχουν πολλές δεκάδες «σταφυλιών» που κρέμονται από την επιφάνεια και κάθε «σταφύλι» περιέχει εκατοντάδες μέχρι χιλιάδες αυγά. Ο αριθμός των αυγών ποικίλει ανάλογα με το γένος του χταποδιού και τον αριθμό των ώριμων αυγών που βρίσκονται στην περίοδο της ωοτοκίας και αυτό είναι συνήθως 1 προς 100. Τα αυγά βεβαίως δεν εκκολάπτονται όλα ταυτόχρονα, γιατί δεν γεννιούνται όλα ταυτόχρονα.
 

Κατά τη διάρκεια της ωοτοκίας και στη συνέχεια της επώασης, το θηλυκό σπάνια αφήνει τη μάζα των αυγών και μένει εκεί για να τα φυλάει και να τα φροντίζει. Όλη η ζωή του θηλυκού μετά τη γέννηση των αυγών, περιστρέφεται γύρω από αυτά. Τα προστατεύει από αρπακτικά ψάρια, τα καθαρίζει τρίβοντάς τα με τα πλοκάμια του και τα δροσίζει εκτοξεύοντας νερό με το σιφόνι του. Τη περίοδο αυτή οχυρώνει περισσότερο το θαλάμι του βάζοντας επί πλέον αντικείμενα μπροστά στην είσοδο ενώ έχει συνέχεια μια χαρακτηριστική αμυντική στάση με τα πλοκάμια του διπλωμένα προς τα πάνω.
 

Η περίοδος αναπαραγωγής ποικίλει ανάλογα με το γένος του χταποδιού και από τις κλιματικές συνθήκες της περιοχής. Μπορεί να είναι από μερικές μέρες και εβδομάδες μέχρι και χρόνια. Μεγάλη επίδραση στην επώαση όπως σε όλα τα είδη έχει η θερμοκρασία της θάλασσας και γι’ αυτό σε χαμηλές θερμοκρασίες η περίοδος αυτή παρατείνεται. Σε τροπικά και υποτροπικά νερά, ωοτοκίες παρατηρούνται καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, ενώ στη Μεσόγειο από τον Μάρτιο ως τον Οκτώβριο. Σε θερμοκρασία 25°C τα αυγά επωάζονται για 22-25 μέρες ενώ στους 13°C η διάρκεια της επώασης μπορεί να επιμηκυνθεί και ως τις 125 μέρες. Όταν η θερμοκρασία κατέβει κάτω από τους 10°C, η ανάπτυξη σταματάει για ένα χρονικό διάστημα και συνεχίζεται μόλις η θερμοκρασία φτάσει πάλι τους 10°C και οι επώαση μπορεί να διαρκέσει μέχρι και 5 μήνες.
Καθ΄όλη τη περίοδο της ωοτοκίας και εκκόλαψης των αυγών το θηλυκό συνήθως δεν τρέφεται και πεθαίνει λίγο μετά την εκκόλαψη των τελευταίων αυγών, έχοντας χάσει τουλάχιστον το 1/3 του σωματικού τους βάρους που είχαν πριν την ωοτοκία, λόγω της ενέργειας παραγωγής και εκκόλαψης των αυγών και λόγω της ασιτίας. Μερικά θηλυκά, έχει παρατηρηθεί, να παραμένουν στο θαλάμι τους και μετά την εκκόλαψη των αυγών τους αλλά είναι αδύνατα, αδύναμα και καχεκτικά. Στη περίπτωση αυτή, αν κατά τύχη πιάσουμε κανένα, διαπιστώνουμε πως δεν έχει όγκο με πλούσια σάρκα και μας δίνει την αίσθηση του αλλοιωμένου. Στη περίπτωση αυτή λέμε πως το χταπόδι είναι «αποχυμένο» και το επιστρέφουμε στη θάλασσα για να γίνει τροφή σε άλλα αφού δεν πρόκειται να επιζήσει.
Ποτέ δεν έχει παρατηρηθεί θηλυκό χταπόδι να γεννά για δεύτερη φορά και γι΄ αυτό λέγεται πως τα θηλυκά ζευγαρώνουν μόνο μια φορά στη ζωή τους. Το αρσενικό όμως μπορεί να ζευγαρώσει και με άλλα θηλυκά, αν έχει την ευκαιρία.
 

ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΧΤΑΠΟΔΙΩΝ.

 

Τα νεογέννητα χταπόδια φεύγουν από το θαλάμι τους έχοντας απόθεμα λεκίθου το οποίο τους επιτρέπει να ζήσουν λίγες ημέρες, αν δεν υπάρξει διαθέσιμη τροφή στο περιβάλλον. Στο διάστημα αυτό πολύ λίγα θα επιβιώσουν αφού τα ψάρια που είναι μαζεμένα γύρω από την είσοδο του θαλαμιού θα πάρουν ένα μεγάλο μερίδιο. Από τα χιλιάδες μικρά ζήτημα να επιβιώσουν μερικές δεκάδες και η θνησιμότητα που παρατηρείται είναι πολύ μεγάλη την περίοδο αυτή. Τα νεαρά χταπόδια ανεβαίνουν στην επιφάνεια της θάλασσας όπου ζουν για ένα διάστημα μερικών μηνών (πλαγκτονική περίοδος, 40-60 μέρες) τρεφόμενα κυρίως με πλαγκτόν και μετά γίνονται βενθικά (κατεβαίνουν στο βυθό). Η μετάβαση από την πλαγκτονική στη βενθική ζωή γίνεται σταδιακά και στη φάση αυτή αρχίζουν να αναπτύσσουν δραστηριότητες όπως προσκόλληση στο βυθό, μετακίνηση στο βυθό έρποντας, αποφυγή θηρευτών και να κολυμπούν για εξεύρεση τροφής και στέγης.
 

Η ύπαρξη μικρών χταποδιών όλο τον χρόνο δεν οφείλεται σε συνεχή ωοτοκία αλλά σε διαφορετικούς ρυθμούς ανάπτυξης που εξαρτάται κυρίως από τη διαθεσιμότητα της τροφής. Στη Μεσόγειο για παράδειγμα τα χταπόδια που εκκολάπτονται στα τέλη της άνοιξης και περνούν τα πρώτα στάδια ανάπτυξης κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού (υψηλές θερμοκρασίες), ωριμάζουν κατά τη διάρκεια του χειμώνα και γεννούν σε μια μέση ηλικία 12 -15 μηνών. Τα χταπόδια που εκκολάπτονται στο τέλος του φθινοπώρου θα ωριμάσουν το δεύτερο χειμώνα, σε μία μέση ηλικία 15-18 μηνών και τέλος τα χταπόδια που θα εκκολαφθούν στα μέσα του καλοκαιριού μπορεί να ωριμάσουν γενετικά τον πρώτο χειμώνα ή και αργότερα, ανάλογα με τις συνθήκες (θερμοκρασία, διατροφή, φωτοπερίοδος).

ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΖΩΗΣ.

 

Τα χταπόδια έχουν σχετικά μικρή διάρκεια ζωής η οποία εξαρτάται από το είδος του χταποδιού και το μέρος που ζει, η οποία μπορεί να είναι από 6 μήνες μέχρι και 3-4 χρόνια. Μια σημαντική αιτία θανάτου οφείλεται στην αναπαραγωγή τους αφού αρκετά αρσενικά μπορούν να ζήσουν μόνο για λίγους μήνες μετά το ζευγάρωμα ενώ τα θηλυκά που μένουν νηστικά την περίοδο εκκόλαψης των αυγών συνήθως πεθαίνουν από ασιτία. Σε γενικές γραμμές για τα θηλυκά χταπόδια ο κύκλος ζωής κυμαίνεται απο 12 μέχρι 24 μήνες ενώ τα αρσενικά πιθανώς να ζουν περισσότερο.

ΕΙΔΗ ΧΤΑΠΟΔΙΩΝ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΝΕΡΑ
 

Στα Ελληνικά νερά, και γενικά στη Μεσόγειο, συναντούμε περί τα δώδεκα είδη χταποδιών που περιγράφονται στη συνέχεια.


Είδη χταποδιών στην Ελλάδα και γενικά στη Μεσόγειο θάλασσα

 

Επιστημονικό όνομα             Ονομα                                Όνομα στα Αγγλικά
 

1 Argonauta argo                   Αργοναύτης                       paper nautilus ή Greater Argonaut
2 Bathypolypus sponsalis  Χταπόδι Ατλαντικού          globose octopus
                                                                                              deep sea ή Atlantic octopus
3 Callistoctopus &

octopus macropus                μακρόπους                       white-spotted octopus
                                                                                              Grass Octopus
4 Eledone cirrhosa                Λευκοχτάποδο                 horned octopus
                                                                                              Curled ή lesser octopus
5 Eledone moschata             μοσκιός ή

                                                   Μοσχοχτάποδο                musky octopus
6 Macrotritopus ή

Octopus defilippi                    Χταποδάκι                         lilliput ή Atlantic longarm octopus
7 Octopus salutii                    Χταπόδι αράχνη               spider octopus
8 Octopus vulgaris                 Κοινό χταπόδι                  common octopus
9 Ocythoe tuberculata           Ανισοπλόκαμο χταπόδι   tuberculate octopus
10 Pteroctopus tetracirrhus Τετράκερο χταπόδι          fourhorn octopus
11 Scaeurgus unicirrhus     Μονόκερο χταπόδι Ε       unihorn octopus
12 Tremoctopus violaceus Χταπόδι παλάμι                Common blanket or violet blanket                                                                                                octopus



1. Argonauta argo -Αργοναύτης

 

Περιοχή: Το είδος αυτό βρίσκεται σε όλη τη Μεσόγειο, στον Ατλαντικό, στη Νότιο Αφρική, στη θάλασσα της Αυστραλίας, στον Ινδο-Ειρηνικό και στον Ειρηνικό ωκεανό.

 

Βιότοπος: Χαρακτηρίζεται ως επιπελαγικό, ωκεάνιο είδος και ζει στα επιφανειακά νερά ανοικτής θάλασσας.

 

Περιγραφή: Είναι το μεγαλύτερο είδος στο γένος και παράγει επίσης το μεγαλύτερο καταγεγραμμένο ωάριο 300.0 mm

 

Το θηλυκό δημιουργεί με μια ουσία που εκκρίνουν οι δύο από τους οκτώ βραχίονές του, μία θήκη (ψευδόστρακο), ένα πολύ λεπτό, ασβεστώδες και σπειροειδές όστρακο, που δεν είναι προσαρτημένο στο σώμα του αλλά το κρατούν στη θέση του, δύο από τα πλοκάμια του. Το αρσενικό δεν έχει τέτοιο όστρακο.. Τα χταπόδια αυτά έχουν μια χαρακτηριστική γαλάζια λάμψη στο πρώτο ζευγάρι πλοκαμιών και γύρω από τα μάτια, το δε χρώμα του σώματος τους είναι από κόκκινο ως καφέ και το όστρακο του θηλυκού έχει αργυρόχρωμες αντανακλάσεις. Οι θηλυκοί Αργοναύτες χρησιμοποιούν το όστρακό τους πρωτίστως για να προστατέψουν τα αυγά τους που όταν εκκολαφθούν, συνήθως το πετούν. Επίσης το θηλυκό χάρη στο κέλυφος του αυτό, ταξιδεύει στη θάλασσα άλλοτε κολυμπώντας με τα πλοκάμια του και άλλοτε μεταφερόμενο από τα ρεύματα εξ’ ού και το όνομα του «αργοναύτη»ς. Παρατηρήσεις των θηλυκών έδειξαν ότι έχουν διογκωμένο ιστό μεταξύ των ραχιαίων πλοκαμιών και ότι αυτό βοηθά το ζώο στη τροφή του αφού όταν κάποιο θήραμα ή τροφή ακουμπήσει τον ιστό αυτό τότε πετάγεται ένα πλοκάμι και το αρπάζει. Έτσι οι αργοναύτες που δεν κινούνται ενεργά, αλλά πλέουν πάνω στο όστρακο τους χρησιμοποιούν τη μέθοδο αυτή για να πιάσουν τα ζώα που έρχονται σε επαφή μαζί του, κατά την πλεύση του στον ανοιχτό ωκεανό. Παρατηρήθηκε ακόμη να είναι προσκολλημένο σε μέδουσες και να τρέφεται με αυτές.

 

O φυλετικός διμορφισμός αυτού του είδους είναι πολύ έντονος. Τα ενήλικα θηλυκά είναι 10 ως 20 φορές μεγαλύτερα από τα αρσενικά. Τα αρσενικά ίσως λόγω μεγέθους, όταν θέλουν να γονιμοποιήσουν, αποσπούν το πλοκάμι τους με την εξωκοτύλη, το οποίο κολυμπά μόνο του και εισχωρεί στο μανδύα του θηλυκού για να προσφέρει το απαραίτητο σπέρμα προκειμένου να γίνει η γονιμοποίηση. Τα γονιμοποιημένα αυγά αποθέτονται στο ασβεστολιθικό ψευδόστρακο που εκκρίνει το θηλυκό και συντηρούνται εκεί με τα νωτιαία πλοκάμια που έχουν μια πιο πολύ ανεπτυγμένη μεμβράνη απο τα άλλα. Το μέγιστο μήκος του μανδύα μπορεί να φτάσει στα θηλυκά τα 12 cm ενώ στα αρσενικά τα δύο. Το ψευδόστρακο των θηλυκών μπορεί να φτάσει σε μήκος τα 30 cm.

 

Αξία-Αλιεία: Έχει κάποια εμπορική αξία και ψαρεύεται για το νόστιμο του κρέας.

 

2., Bathypolypus sponsalis, Χταπόδι Ατλαντικού.

 

Περιοχή: Τα βρίσκουμε στον βόρειο και ανατολικό Ατλαντικό σε περιοχές με χαμηλές θερμοκρασίες από 2 μέχρι 6 C αλλά και στη Μεσόγειο θάλασσα

 

Βιότοπος: Ζουν σε μεγάλα βάθη συνήθως από 400 μέχρι 600μ αλλά μπορούν να βρεθούν και από 200 μέχρι και 1600μ

 

Περιγραφή: Είναι ένα μικρό με κοντά πλοκάμια χταπόδι που έχει μήκος μεταξύ 6 και 10 cm και μέσο βάρος περίπου 45g με μέγιστο καταγραφέν τα 300g. Ο μανδύας του είναι σφαιρικός δηλ το μήκος του είναι όσο και το πλάτος του. Η επιφάνεια του μανδύα (κουκούλας), του κεφαλιού, των πλοκαμιών και του ιστού του καλύπτεται από κονδυλώματα, ειδικά γύρω από τα μάτια. Τα πλοκάμια του είναι κοντά και ακανόνιστα με δύο σειρές μικρών βεντουζών (μυζητήρων). Όπως και άλλα χταπόδια των βαθέων υδάτων, δεν έχει σακούλα μελάνης. Τρέφεται εκτός με τα καρκινοειδή, με ψάρια και με αστερίες που θα συναντήσει (πράγμα ασυνήθιστο για τα άλλα χταπόδια).

Αναπαραγωγή: Έχει χαμηλή γονιμότητα δηλ το θηλυκό αποθέτει λιγότερα αλλά σχετικά μεγαλύτερα αυγά από άλλα χταπόδια και τα κλωσά για περίπου 400 ημέρες κατά τη διάρκεια των οποίων δεν τρωει και έτσι σιγά-σιγά εξασθενεί αφού μεταβολίζει το σώμα της για να μπορεί να φυλάει και να κλωσά τα αυγά. Αυτή θεωρείται και η δεύτερη μακρύτερη περίοδος επώασης μετά από το χταπόδι των ωκεανών της οικογένειας Graneledone boreopacifica

 

Διάρκεια ζωής: Το Bathypolypus arcticus έχει μεγαλύτερο χρόνο ζωής από ότι τα άλλα χταπόδια, και μπορεί να ζήσει και πέρα από τα έξη χρόνια. Αν όμως βρεθεί σε θερμότερα νερά τότε αυτό αυξάνει μεν την ανάπτυξη του αλλά μειώνει το χρόνο ζωής του. Θερμοκρασίες άνω των 10 ° C είναι συνήθως θανατηφόρες σε αυτό το είδος του κρύου νερού

 

Αξία-Αλιεία: Δεν έχει εμπορική αξία και δεν ψαρεύεται.

 

3. Callistoctopus macropus, Λευκόστικτο χταπόδι.

 

Περιοχή: Το βρίσκουμε σε ρηχές περιοχές της ανατολικής Μεσογείου, στα θερμότερα μέρη του ανατολικού και του δυτικού Ατλαντικού ωκεανού, και στην Καραϊβική Θάλασσα. Έχει επίσης εντοπιστεί και στον Ειρηνικό και στον Ινδικό Ωκεανό και συνολικά έχουν καταγραφεί 12 παρόμοια είδη, με ίδια εξωτερικά χαρακτηριστικά και παρόμοιες δραστηριότητες σε όλο τον κόσμο. Γενικά το βρίσκουμε στα ζεστά και Εύκρατα νερά (14-27 βαθμούς C) . Βιότοπος: Χαρακτηρίζεται σαν βενθικό είδος και αποκλειστικά παράκτιο αφού ζει πολύ κοντά στις ακτές και σε βάθη από 1 μέχρι 17μ. Μπορεί όμως να το βρούμε και βαθύτερα, σε βάθη μέχρι 100μ. Το αγαπημένο του περιβάλλον είναι η άμμος, που του αρέσει να χώνεται κάτω από αυτή, αλλά το βρίσκουμε και σε βραχώδεις βυθούς και σε περιοχές με κοραλλιογενείς υφάλους όπου τρέφεται με τους μικρούς οργανισμούς που κρύβονται στα κλαδιά των κοραλλιών.

 

Περιγραφή: Το χρώμα του σώματος είναι κοκκινοκαφέ με πολυάριθμες λευκές κηλίδες που όταν ενοχληθεί τα χρώματα γίνεται εντονότερα για να δείξει την επιθετικότητα του στον εχθρό του. Ο μανδύας του είναι ισχυρός και μυώδης. Τα πλοκάμια του είναι πολύ μακριά, με το πρώτο ζεύγος, τα ραχιαία, να είναι μακρύτερα και πιο χοντρά από τα άλλα και τα κοιλιακά είναι πιο κοντά. Επίσης έχει μεγαλύτερο αριθμό βεντουζών (μυζητήρων) από τα περισσότερα άλλα χταπόδια και τα νωτιαία πλοκάμια και στα δύο φύλλα έχουν διογκωμένες βεντούζες (μυζητικές κοτύλες). Το τρίτο δεξί πλοκάμι έχει μετατραπεί και σε αυτό το είδος μετατραπεί σε εξωκοτύλη.

 

Συνήθως το μήκος του είναι 80 εκ και το βάρος του γύρω στα 2 κιλά ενώ ο μανδύας του μπορεί να φτάσει σε μήκος 14-20 cm και το συνολικό του μήκος το 1,5 μέτρο.

Τρέφεται τη νύχτα και οι δραστηριότητες του είναι αποκλειστικά νυκτερινές ενώ την ημέρα είναι ελάχιστες. Όταν βρίσκεται σε κοραλλιογενείς περιοχές ή περιοχές με βλάστηση στο βυθό πλησιάζει ένα κλαδί, το αγκαλιάζει και με τα πλοκάμια του ψαχουλεύει να εντοπίσει και να πιάσει τα μικρά ψάρια και ασπόνδυλα που κρύβονται εκεί, για να τα φαει.

Διάρκεια ζωής Τα αρσενικά συνήθως πεθαίνουν λίγο μετά την αναπαραγωγή ενώ τα θηλυκά σταματούν τη σίτιση τους από τη στιγμή που θα αποθέσουν τα αυγά τους και πεθάνουν λίγο μετά την εκκόλαψη των, όπως συνηθίζεται στα περισσότερα είδη χταποδιών.

 

Αξία-Αλιεία: Έχει εμπορική αξία και ψαρεύεται συστηματικά για το νόστιμο κρέας του με καμάκι, κολπάδα, μπρακαλόλα και παγίδες.

 

4., Eledone cirrhosa, Λευκοχτάποδο

 

Περιοχή: Το βρίσκουμε σε περιοχές του βορειοανατολικού Ατλαντικού (Ισλανδία, Νορβηγία, στενό μάχης, Βόρεια θάλασσα, Βρετανικά νησιά, ακτές Γερμανίας, Ολλανδίας, Βελγίου, Πορτογαλίας, Ισπανίας, Μαρόκου) και σε όλη τη Μεσόγειο θάλασσα.

 

Βιότοπος: Χαρακτηρίζεται ως βενθικό και σε αντίθεση με άλλα είδη ζει ομαδικά σε αγέλες. Προτιμά τους αμμώδεις και βραχώδεις αλλά καμιά φορά και λασπώδεις βυθούς σε βάθη μεταξύ 30-140 m αλλά μπορεί να το βρούμε και σε βάθος 500 m. Στα βάθη από 30 έως 80 μ. κυριαρχούν τα θηλυκά ενώ τα αρσενικά σε βάθη από 60 μέχρι 100 μ.

 

Περιγραφή: Το χρώμα του σώματος είναι κατά κύριο λόγο κοκκινο-πορτοκαλί ως καφετί με καφετιά μπαλώματα (κηλίδες) πάνω και άσπρο από κάτω αλλά μπορεί αλλάξει ανάλογα με το περιβάλλον. Έχει ένα φαρδύ, ωοειδούς σχήματος μανδύα το μέγιστο μήκος του οποίου μπορεί να είναι 15 cm για τα αρσενικά και 19 cm για τα θηλυκά. Στη Μεσόγειο το μέγιστο μήκος του μανδύα φτάνει μέχρι τα 16 cm στα θηλυκά και στα αρσενικά μέχρι τα 11 cm ενώ το βάρος τους 800 g και 400 g αντίστοιχα. Το συνολικό μήκος του χταποδιού μπορεί να φτάσει τα 50 cm.

 

Το κεφάλι του είναι πιο στενό από το μανδύα και έχει ένα νήμα (θύσανο) πάνω από κάθε μάτι ενώ το δέρμα του είναι καλυμμένο με πολύ λεπτά και πυκνά κερατάκα. Τα πλοκάμια του είναι σχεδόν όλα ίδια, μικρά και κοντά και φέρουν μια ενιαία και συμμετρική μονή σειρά βεντουζών (μυζητήρων). Το 3ο δεξιά πλοκάμι του αρσενικού έχει μετατραπεί σε εξωκοτύλη, με μήκος το 70% του μήκους του απέναντι βραχίονα. Όταν το χταπόδι είναι σε ηρεμία τα πλοκάμια του κρατούνται με τα άκρα ελαφρώς κυρτωμένα, εξ ου και το Αγγλικό του όνομα «Curled octopus».

 

Τρέφεται με καρκινοειδή και άλλα μαλάκια. Η ανάπτυξη των θηλυκών είναι εμφανώς μεγαλύτερη από των αρσενικών και γενικά ο ρυθμός ανάπτυξης του είναι μεγάλος και γρήγορος. Ωριμάζει σε περίπου 1 χρόνο, με συνολικό μήκος 12-40 εκ. για τα θηλυκά και ελαφρώς μικρότερο για τα αρσενικά και το βάρος τους είναι συνήθως μεταξύ 400-1200 g για τα θηλυκά και μέχρι 600g για τα αρσενικά.

 

Αναπαραγωγή: Αναπαράγεται με χαμηλότερο ρυθμό από ότι το κοινό χταπόδι (Octopus vulgaris) αφού το θηλυκό γεννά και αποθέτει 800-1500 αυγά μόνο. Η περίοδος αναπαραγωγής του κυμαίνεται από το Μάρτιο ως τον Αύγουστο με κορύφωση τον Ιούνιο.

Διάρκεια ζωής: Η διάρκεια της ζωής του είναι γενικά μικρή, από 12 ως 20 μήνες αν και μπορεί να υπάρξει κάποια διαφορά μεταξύ θερμότερων και ψυχρότερων περιοχών και να φτάσει τα 5 χρόνια. Οι πληθυσμοί είναι μικρότεροι το φθινόπωρο, πιθανότατα και λόγω της θνησιμότητας των θηλυκών μετά την αναπαραγωγή και την εκκόλαψη των αυγών.

Αξία-Αλιεία: Είναι εμπορεύσιμο είδος αλλά στη βόρεια Ευρώπη δεν θεωρείται να έχει μεγάλη αξία . Θεωρείται τυχαίο αλίευμα στην αλιεία με τράτες και τα τυχόν αλιεύματα απορρίπτονται στη θάλασσα. Αντιθέτως στη νότια Ευρώπη και Μεσόγειο είναι εμπορεύσιμο και μεγάλες ποσότητες αλιεύονται στην Ισπανία και Πορτογαλία. Στην Αδριατική το είδος αυτό αλιεύεται και πωλείται παράλληλα με το Eledone moschata. Σε αρκετές χώρες της Μεσογείου το ψαρεύουν με πήλινα αγγεία που αφήνουν στο βυθό.

Ο λόγος που δεν το θέλουν στη βόρειες χώρες ίσως να είναι πως τον θεωρούν σαν καταστροφέα και τον αναφέρουν σαν μεγάλος θηρευτή εμπορικά σημαντικών ειδών όπως τα Homarus gammarus (καραβίδας), Nephrops norvegicus (αστακός της Νορβηγίας) και του Cancer pagurus (βρώσιμο καβούρι) επειδή μπαίνει μέσα στις παγίδες των ψαράδων για να πάρει το δόλωμα ή το αλίευμα μέσα από αυτές.


5. Eledone moschata, Μοσκιός

 

Περιοχή: Το βρίσκουμε στην υφαλοκρηπίδα του Ατλαντικού ωκεανού (κυρίως γύρω από τον κόλπο του Cadiz και των ακτών της Πορτογαλίας), όλης της Μεσογείου και της Ερυθράς θάλασσας.

 

Βιότοπος: Είναι είδος βενθικό που σχηματίζει και αυτό ομάδες και ζει σε μαλακούς βυθούς με άμμο ή με Posidonia και καμιά φορά και λασπώδεις βυθούς μεταξύ 8 και 90m. Μποορεί όμως να βρεθεί και μέχρι τα 400m, όπως έχει παρατηρηθεί στις ακτές της Αλγερίας. Γενικά όμως προτιμά τους αμμώδεις βυθούς επειδή του αρέσει να θάβεται στην άμμο.

 

Περιγραφή: Το χρώμα του σώματος του είναι γκρίζο-καφέ, με σκούρες καφέ ή μαύρες κηλίδες και το δέρμα του εκκρίνει μια ευχάριστη μυρωδιά (μόσχος) εξ ού και το όνομα του.

 

Αυτό το μικρό είδος χταποδιού έχει ένα μικρό κεφάλι με προεξέχοντα μάτια και οκτώ κοντά και μικρά πλοκάμια, ίσα μεταξύ τους, που έχουν μια μόνο σειρά βεντουζών (μυζητήρων) ενώ το τρίτο δεξιά πλοκάμι έχει μετατραπεί σε εξωκοτύλη.

 

Ο μανδύας του είναι λείος και σε μερικά ελαφρά κοκκώδης και το κεφάλι του είναι στενότερο από το μανδύα. Το μέγιστο μήκος του μανδύα είναι 14 cm και στα δύο φύλα ενώ το βάρος φθάνει τα 600 με 700 g. Το συνολικά μήκος φτάνει μέχρι τα 20 εκ και το βάρος του μέχρι το 1 με 1.5 κιλά. Το μεγαλύτερο σε μέγεθος καταγεγραμμένο χταπόδι ήταν αρσενικό με μήκος μανδύα 18,8 χιλιοστά, συνολικό μήκος 74 χιλιοστά και βάρος 1,414 γραμμάρια που αλιεύθηκε στον κόλπο της Σμύρνης στο Αιγαίο πέλαγος.

Τρέφεται κυρίως με καρκινοειδή, ψάρια και άλλα κεφαλόποδα.

 

Αναπαραγωγή: Η περίοδος αναπαραγωγής του είδους εκτείνεται από τον Ιανουάριο ως το Μάιο με Ιούνιο και τα θηλυκά γεννούν από 100 ως 500 αυγά μόνο. Τα αρσενικά και θηλυκά ενήλικα συνήθως πεθαίνουν λίγο μετά την αναπαραγωγή και την εκκόλαψη των αυγών αντίστοιχα.

 

Αξία-Αλιεία: Έχει εμπορική αξία και ψαρεύεται συστηματικά για το νόστιμο κρέας του.

 

Σημείωση: Το Eledone moschata μοιάζει πολύ και συχνά συγχέεται με το χταπόδι Eledone cirrhosa, αλλά μπορεί να διακριθεί εύκολα επειδή έχει μια ομαλή επιδερμίδα και χαρακτηριστική μυρωδιά μόσχου (εξ ού και το όνομα μοσχοχτάποδο) ενώ το Ε. cirrhosa έχει μια βλεννώδη επιδερμίδα και δεν έχει αυτή την οσμή.


6. Macrotritopus defilippi, Χταποδάκι

 

Περιοχή: Το βρίσκουμε σε όλη τη Μεσόγειο, στον Ατλαντικό Ωκεανό (ανατολικές και δυτικές ακτές), στη Καραϊβική, στον βόρειο Ινδικό ωκεανό και στις ακτές της Σομαλίας.

Βιότοπος: Χαρακτηρίζεται ως βενθικό είδος και είναι σχετικά μικρού μεγέθους που ζει σε αμμώδεις και λασπώδεις βυθούς μεταξύ 1 και 30μ αλλά μπορεί να βρεθεί και σε βυθούς βάθους μέχρι 200μ

 

Περιγραφή: Το μέγιστο μήκος του μανδύα φτάνει τα 9 cm ενώ το μέγιστο συνολικό μήκος κυμαίνεται από 1 έως 1,5 μ και το μέγιστο καταγεγραμμένο βάρος τα 2kg. Το δέρμα του είναι συνήθως λείο και τα πλοκάμια του είναι πολύ μακριά (περί τα 90 cm) και άνισα, με τα τρίτα πλοκάμια να είναι κατά πολύ μακρύτερα και το τρίτο πλοκάμι του αρσενικού να έχει μετατραπεί σε εξωκοτύλη. Το χρώμα του είναι κιτρινοκαφέ προς γκρίζο και διαθέτει εξαιρετικές δυνατότητες καμουφλαρίσματος που όταν δεν κινείται είναι απίθανο να το διακρίνει κάποιος. Μπορεί να χωθεί στο βυθό χωρίς να αφήσει κανένα οπτικό ίχνος της θέσης του ενώ σε περιπτώσεις που ο βυθός έχει βοτσαλάκια, ακόμη και άσπρα, έχει παρατηρηθεί η εμφάνιση αντίστοιχου χρώματος εξογκωμάτων. Το Macrotritopus defilippi μεταμφιέζεται τέλεια όταν βρίσκεται σε ένα αμμώδη βυθό ή δεν κινείται, αλλά επειδή είναι αρπακτικό και πρέπει να κινηθεί τριγύρω για τη τροφή του, όταν το κάνει χαλάει το καμουφλάζ. Έτσι για να επιβιώσει φροντίζει να κολυμπά και να έρπει κατά τέτοιο τρόπο ώστε βάζοντας τα πλοκάμια δίπλα του φαίνεται σαν να είναι ένα ψάρι της περιοχής μιμούμενο τέλεια τις συνήθειες του ψαριού όπως π.χ. . την ταχύτητα και τη διάρκεια των περιόδων κολύμβησης και στάσης, του τρόπου κίνησης και εμφάνισης που παίρνει κοκ.

 

Επίσης κολυμπά πολύ κοντά στην επιφάνεια της άμμου, ακολουθώντας το ανάγλυφο του βυθού, φροντίζοντας να παίρνει τέτοια θέση στην άμμο ώστε να μην σχηματίζονται σκιές και να κρατά τα μάτια του στην πάνω πλευρά του σώματός του.

Αναπαραγωγή Τα θηλυκά γενούν πάνω από 10.000 αυγά μήκους 2,1 εκατοστών που τα μεταφέρουν μέσα στους βραχίονες τους και δεν τα προσκολλούν σε κάποιο υπόβαθρο.

Διάρκεια ζωής Τα ενήλικα μέλη, αρσενικά και θηλυκά, συνήθως πεθαίνουν λίγο μετά την αναπαραγωγή και επώαση αντίστοιχα. Τα μικρά χταποδάκια μετά τη γέννηση τους μπορεί να είναι πελαγικά τη νύχτα και βενθικά την ημέρα αλλά όσο μεγαλώνουν και γερνούν, γίνονται λιγότερο πελαγικά.

 

Αξία-Αλιεία: Έχει εμπορική αξία και ψαρεύεται συστηματικά για το νόστιμο κρέας του.

 

7. Octopus salutii, Χταπόδι αράχνη,

 

Περιοχή: Το βρίσκουμε σε όλες τις ακτές της Μεσογείου και στο βορειοανατολικό Ατλαντικό καθώς και στις ακτές του Ατλαντικού στην Ισπανία και Μαρόκο.

 

Βιότοπος: Χαρακτηρίζεται ως βενθικό είδος που ζει σε λασπώδεις πυθμένες κυρίως ανάμεσα στα 150 και τα 350 m αλλά έχει βρεθεί και σε βάθη 30 - 700 m.

 

Περιγραφή: Το χρώμα του ποικίλει από κίτρινο-πορτοκαλί μέχρι κίτρινο-καφέ

Ο Μανδύας του Χταποδιού αράχνη είναι πλαδαρός και νωτιαία καλύπτεται από μικρά φύματα. Το μέγιστο μήκος του φτάνει μέχρι τα 12 cm ενώ το συνολικό του μήκος μπορεί να είναι μέχρι 16,5 εκατοστά και το μέγιστο βάρος τα 750 γραμ.

Οι βραχίονες του είναι αρκετά μακριοί, με ίσο μέγεθος, εκτός από τους ραχιαίους που είναι ελαφρώς πιο κοντοί και το 3ο δεξιά πλοκάμι του αρσενικού που έχει μετατραπεί σε εξωκοτύλη.

Τρέφεται με καρκινοειδή, ψάρια και άλλα κεφαλόποδα.

 

Αναπαραγωγή Η περίοδος αναπαραγωγής αυτού του είδους είναι από το Μάιο ως τον Αύγουστο και τα θηλυκά κάνουν 2000 - 4000 αυγά. Τα αρσενικά συνήθως πεθαίνουν λίγο μετά την αναπαραγωγή ενώ τα θηλυκά λίγο μετά την εκκόλαψη τους, όπως συνηθίζεται στα περισσότερα είδη χταποδιών.

 

Αξία-Αλιεία: Έχει εμπορική αξία και ψαρεύεται για το νόστιμο κρέας του.

 

8. Octopus vulgaris, Κοινό χταπόδι

 

Περιοχή: Το είδος αυτό υπάρχει σε όλη τη Μεσόγειο, στον Ατλαντικό και στον Ειρηνικό ωκεανό.

 

Βιότοπος: Το χταπόδι αυτό είναι είδος μοναχικό και βενθικό που ζει σε παράκτιες περιοχές, μέχρι τα 100 m περίπου, αλλά μπορεί να το βρούμε και μέχρι βάθος 200μ. Τα περισσότερα χταπόδια εντοπίζονται μέχρι βάθος 50μ ενώ το καλύτερο αλιευτικό αποτέλεσμα, από άποψη αριθμού και βάρους των χταποδιών, είναι μεταξύ 25 και 50μ. Η αφθονία του μειώνεται με το βάθος και είναι σχεδόν μηδενική στα 200 μέτρα. Σε πολύ ρηχά νερά το συναντάμε συχνά σε ύφαλους και βράχους αλλά και σε αμμώδεις βυθούς ενώ σε βαθύτερα σε βυθούς από λιβάδια ποσειδωνίας και άμμο. Δεν ζει σε πολύ βαθιά νερά, δεν μπορεί να ζήσει σε παγωμένα νερά και δεν θέλει νερά με χαμηλές αλατότητες. Οι ανεκτές διακυμάνσεις της αλατότητας είναι από 32 έως 40ppt γι’ αυτό και δεν θα το βρούμε ποτέ σε γλυκά ή υφάλμυρα νερά (π.χ. σε εκβολές ποταμών). Προτιμά περιοχές με θερμοκρασία από 10°C μέχρι 26°C αλλά μπορεί να αντέξει σε μεταβολές της θερμοκρασίας από 6 έως 33 βαθμούς. Όσο δε πιο πολύ ζέστη κάνει τόσο πιο βαθιά πάει.

Τριγυρνά για εξεύρεση τροφής και στέγης σε βυθούς τροκάδας, σε όλες τις βραχώδεις ακτές, στα λιμάνια και στους μόλους, στις ξέρες και στους πάγκους, επειδή εκεί βρίσκει πολλές σχισμές για κρυψώνες και πλούσια τροφή. Τέλος αποφεύγει συστηματικά τις μεγάλες εκτάσεις με φύκια, τους λασπώδεις πυθμένες και τις πετρώδεις περιοχές με αχινούς.

 

Περιγραφή: Το χρώμα του σώματος του ποικίλει από γκρίζο κίτρινο έως καφέ κοκκινωπό, ανάλογα με την κατάσταση του και την περιοχή. Το δέρμα του μανδύα στη ραχιαία πλευρά είναι συνήθως δικτυωτό, με φύματα. Διαθέτει πολύ ισχυρό και μυώδη μανδύα. Τα συνήθη μεγέθη του μανδύα είναι από 10 ως 20 cm ενώ το μέγιστο μήκος του 25 cm. Το χταπόδι αυτό μπορεί να φτάσει συνολικό μήκος 1,3μ και το σύνηθες βάρος των ενήλικων κυμαίνεται από ένα μέχρι 5 κιλά. Τα αρσενικά γίνονται μεγαλύτερα από τα θηλυκά σε αντίθεση με άλλα γένη χταποδιών ίσως λόγω μεγαλύτερης θνησιμότητας των θηλυκών και συνεπώς μεγαλύτερου χρόνου ζωής των αρσενικών. Τα πλοκάμια του είναι δυνατά και αρκετά μεγάλα με τα πλευρικά να είναι μακρύτερα από τα κοιλιακά, ενώ τα νωτιαία είναι τα πιο κοντά. Το τρίτο δεξιά, όπως σε όλα τα χταπόδια, έχει μετατραπεί σε εξωκοτύλη.

Τα αρσενικά ξεχωρίζουν εύκολα από τα θηλυκά γιατί έχουν την εξωκοτύλη και γιατί έχουν διογκωμένες και άνισα κατανεμημένες μυζητικές κοτύλες (βεντούζες) στα πλευρικά τους πλοκάμια.

 

Αναπαραγωγή

Ώριμα θηλυκά χταπόδια υπάρχουν καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους με μια διακριτή εποχή αναπαραγωγής, την άνοιξη. Στη Μεσόγειο, το μέσο βάρος των θηλυκών ατόμων που γεννούν είναι μεταξύ 1000 και 1500 γραμμαρίων, με εκτιμούμενη ηλικία μεταξύ 12 και 18 μηνών. Το θηλυκό γεννά από 100.000 ως 500.000 αυγά (με μήκος 2mm) σε κορδόνια που αποθέτονται σε βράχια, πέτρες, κτλ.

 

Σε τροπικά και υποτροπικά νερά, αυγά(αναπαραγωγική περίοδος) υπάρχουν καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, ενώ στη Μεσόγειο αυγά παρατηρούνται από το Μάρτιο μέχρι τον Οκτώβριο. Σε θερμοκρασία 25°C τα αυγά επωάζονται για 22-25 μέρες ενώ στους 13°C η διάρκεια της επώασης μπορεί να επιμηκυνθεί και ως πέντε μήνες. Αξιοπερίεργο είναι πως όταν η θερμοκρασία κατέβει κάτω από τους 10°C, η ανάπτυξη σταματάει για ένα χρονικό διάστημα και συνεχίζεται μόλις η θερμοκρασία φτάσει πάλι τους 10°C.

 

Τα νεαρά χταπόδια περνούν ένα πελαγικό στάδιο (πλαγκτονική μορφή) για 5 ως 12 εβδομάδες πριν γίνουν βενθικά. Τρέφεται με ουσίες και οργανισμούς που βρίσκονται στο πλαγκτόν και επίσης με μικρά ψαράκια ενώ στην εμφάνιση μοιάζουν με ενήλικα χταπόδια. Κατά τη διάρκεια της πλαγκτονικής αυτής φάσης ζωής τα χταπόδια έχουν το υψηλότερο, ποσοστό θνησιμότητας σε όλο τον κύκλο της ζωής τους.

 

Διατροφή-Συμπεριφορά

 

Αγαπημένη του τροφή είναι τα καβούρια, τα μύδια, οι γυαλιστερές και τα κυδώνια ενώ προτιμά και τα ψάρια και καθόλου τα γαστερόποδα.

Χειρίζεται αντικείμενα, επιφάνειες και το θήραμα του με τα πλοκάμια του ενώ πολλές φορές χρησιμοποιεί τη χοάνη του για να ρίξει νερό στο βυθό για να αποκαλύψει το θήραμα του.

 

Ο τρόπος θήρευσης των καβουριών είναι άμεση επίθεση και κάλυψη του και στην συνέχεια κομμάτιασμα και κατανάλωσή, όπως προαναφέρθηκε και για όλα τα είδη. Στα μύδια το χταπόδι απλώνει ένα από τα πλοκάμια του το πιάνει και το φέρνει κοντά στο στόμα του και το προσανατολίζει έτσι ώστε εύκολα να ασκήσει σε αυτό ελκτική δύναμη με τις βεντούζες του απέναντι πλοκαμιού για να καταφέρει να ανοίξει και τις δύο θύρες του και να το φάει.

 

Ανάπτυξη-Διάρκεια ζωής: Ο μέγιστος χρόνος ζωής του φθάνει τα 4-5 χρόνια. Σε γενικές γραμμές το χταπόδι αυξάνει το βάρος του κατά ένα περίπου κιλό το χρόνο δηλ. ένα χταπόδι του κιλού έχει ηλικία ενός έτους. Τα χταπόδια αυτά στις θάλασσες μας είναι συνήθως 2-3 κιλά το πολύ 4 κιλά αφού ο μέγιστος χρόνος ζωής του φθάνει τα 4 χρόνια. Καμιά όμως φορά τα αρσενικά μπορεί να φτάσουν και τα 6 κιλά.

Αξία-Αλιεία: . Είναι ένα είδος με μεγάλη εμπορική αξία και ψαρεύεται συστηματικά από επαγγελματίες και ερασιτέχνες αλιείς για το πολύ νόστιμο κρέας του.


9. Ocythoe tuberculata, Ανισοπλόκαμο χταπόδι

 

Περιοχή: Το βρίσκουμε να ζει σε όλη τη Μεσόγειο, στον Ατλαντικό, στον Ινδικό, στον Ειρηνικό ωκεανό, στον κόλπο του Μεξικού και στη Ν. Ζηλανδία

 

Βιότοπος: Είναι πελαγικό είδος και ζει κοντά στα επιφανειακά νερά, απο 0-10 μέτρα σε θερμές και εύκρατες περιοχές των ωκεανών του βορείου ημισφαιρίου της γης.. Κάνει το θαλάμι του όπου βρει πρόσφορο έδαφος από προβλήτες λιμανιών μέχρι εξάρσεις βυθού.

 

Περιγραφή: Σε αυτό το είδος παρατηρείται φυλετικός διμορφισμός, με τα θηλυκά να είναι 5 ως 10 φορές μεγαλύτερα από τα αρσενικά. Τα πλήρως αναπτυγμένα θηλυκά είναι περίπου 1 m μακριά και με μήκος μανδύα γύρω στα 30 cm ενώ τα αρσενικά είναι νανάκια, περίπου 10 cm, και μήκος μανδύα 3 cm. Οι κοιλιακοί και οι ραχιαίοι βραχίονες (πλοκάμια) είναι πολύ μεγαλύτεροι από τους πλευρικούς και ο μανδύας του έχει πολύ ισχυρότερους μύες από τα άλλα χταπόδια, πράγμα που το κάνει εξαιρετικό κολυμβητή. Τα πλοκάμια II και III είναι εμφανώς κοντότερα από τα I και IV και δεν υπάρχει μεμβράνη μεταξύ των πλοκαμιών.

 

Στη βάση των κοιλιακών πλοκαμιών υπάρχει ένα ζευγάρι οπών για να μπαίνει νερό και να πηγαίνει σε μεγάλους χώρους-δεξαμενές που βρίσκονται μεταξύ των ματιών και των βάσεων των πλοκαμιών.

 

Αναπαραγωγή: Το είδος αυτό αποτελεί το μόνο ωοτόκο κεφαλόποδο και το θηλυκό κάνει περίπου 100.000 αυγά που αναπτύσσονται μέσα σε μακρουλά και απομακρυσμένα ωοθυλάκια μέχρι την εκκόλαψη τους. Ως είδος, είναι μοναδικά μεταξύ των κεφαλοπόδων που έχουν μια πραγματική «κύστη πλευστότητας» και επίσης είναι ένα από τα μόνο γνωστά είδη που παράγουν απογόνους μέσω αυγών που εκκολάπτονται μέσα στο σώμα του γονέα, όπως σε ορισμένα φίδια. Νεαρά θηλυκά αλλά και ώριμα αρσενικά έχουν παρατηρηθεί να μένουν μέσα σε μια διαφανή σε σχήμα βαρελιού φούσκα ζελατινώδους ουσίας.

 

Αξία: Έχει μικρή εμπορική αξία και ψαρεύεται για το νόστιμο κρέας του.


10. Pteroctopus tetracirrhus, τετράκερο χταπόδι

 

Ζεί σε βυθούς του Ατλαντικού ωκεανού και της Μεσογείου σε βάθη από 200 μέχρι 500 m, μπορεί να ζήσει και σε βάθη από 60 μέχρι 900μ, και σε θερμοκρασίες από 5 μέχρι 11 βαθμούς Κελσίου.

Το σύνηθες μήκος τους είναι 11.0 cm για τα αρσενικά και13 cm για τα θηλυκά με μέγιστο καταγεγραμμένο τα 28 cm.

Ο κύκλος ζωής του διαρκεί περί το ένα έτος. Τρωνε καρκινοειδή, ψάρια, κεφαλόποδα και γαστερόποδα.

 

Δεν έχει εμπορική αξία γιατί έχει ζελατινώδη σάρκα και δεν τρώγεται.

 

11. Scaeurgus unicirrhus, Μονόκερο χταπόδι)

 

Περιοχή: Το βρίσκουμε στον Ατλαντικό, Ινδο-Ειρηνικό ωκεανό και σε όλη τη Μεσόγειο θάλασσα.

 

Βιότοπος: Χαρακτηρίζεται ως βενθικό είδος που ζει σε ακρογιαλιές με αμμώδεις και λασπώδεις βυθούς αλλά και σε κοραλλιογενείς περιοχές. Προτιμά ακτές με χαμηλά επίπεδα φωτισμού και το βρίσκουμε σε βάθη 100 - 400μ, αλλά έχει βρεθεί και σε περιοχές με βάθη μέχρι και 800μ.

 

Περιγραφή: Το χρώμα του σώματος του είναι καφεκόκκινο με πρασινωπές και πορτοκαλί κηλίδες Ο Μανδύας του είναι συμπαγής και το δέρμα του είναι ρυτιδωμένο. Το μήκος του μανδύα είναι συνήθως 9 cm ενώ το μέγιστο φτάνει μέχρι τα 12 cm στα θηλυκά και στα αρσενικά μέχρι 7.5 cm. Πάνω από κάθε του μάτι υπάρχει ένας θύσανος. Οι πλευρικοί βραχίονες είναι ελαφρώς μακρύτεροι από τους ραχιαίους και τους κοιλιακούς. Ο τρίτος αριστερός βραχίονας του αρσενικού έχει μετατραπεί σε εξωκοτύλη.

 

Αναπαραγωγή: Η αναπαραγωγική περίοδος είναι από το Μάιο ως τον Οκτώβριο και τα θηλυκά αποθέτουν περίπου 1000 αυγά. Τα αρσενικά συνήθως πεθαίνουν λίγο μετά την συνεύρεση ενώ τα θηλυκά σταματούν τη σίτιση τους από τη στιγμή που θα αποθέσουν τα αυγά τους και θα πεθάνουν λίγο μετά την εκκόλαψη των, όπως συνηθίζεται στα περισσότερα είδη χταποδιών.

 

Αξία: Έχει μεγάλη εμπορική αξία και ψαρεύεται συστηματικά για το πολύ νόστιμο κρέας του.


12. Tremoctopus violaceus, Χταπόδι παλάμι.

 

Περιοχή: Το είδος αυτό εξαπλώνεται σ' όλη τη Μεσόγειο καθώς επίσης στον Ατλαντικό και στον Ειρηνικό ωκεανό

 

Βιότοπος: Χαρακτηρίζεται ως επιπελαγικό είδος που ζει στα μεσόνερα των υποτροπικών και τροπικών ωκεανών.

 

Περιγραφή: Είναι πελαγικό κεφαλόποδο και είναι από τα μεγαλύτερα χταπόδια που υπάρχουν σε εύκρατες θάλασσες. Το γένος του έχει τέσσερα είδη και οφείλει το αγγλικό ντου όνομα όνομα του στο μακρύ και διαφανή ιστό που συνδέει τα ραχιαία και τα πίσω πλοκάμια των ενήλικων θηλυκών. Τα άλλα πλοκάμια είναι πολύ μικρότερα και στερούνται ιστού. Ειδικά τα ραχιαία πλοκάμια του θηλυκού έχουν μια πολύ μεγάλη μεμβράνη που τη χρησιμοποιεί σαν αμυντικό μέτρο, αφού όταν ανοίξει τις μεμβράνες αυτές απλώνονται και φουσκώνουν με το νερό, καθιστώντας το ζώο πολύ μεγαλύτερο.

Στο είδος αυτό παρατηρείται φυλετικός διμορφισμός, ο πιο ακραίος που είναι γνωστός σε οποιοδήποτε ζώο, με τα θηλυκά να είναι από 5 ως 10 φορές μεγαλύτερα από τα αρσενικά Τα θηλυκά δηλ. μπορεί να φτάνουν σε μήκος τα δύο μέτρα και τα αρσενικά να είναι μόλις 2,5 εκατοστά.

 

Αρσενικά και θηλυκά όταν είναι μικρά έχουν στα πλοκάμια τους ένα είδος δηλητηρίου για άμυνα αλλά και για κυνήγι και αποκόπτοντας το πλοκάμι το χρησιμοποιεί και για επιθετικούς και για αμυντικούς σκοπούς. Αυτός ο μηχανισμός όταν δεν είναι πλέον χρήσιμος στα μεγαλύτερα μεγέθη, ατονεί και καταργείται.

Αναπαραγωγή: Το 3ο δεξιό πλοκάμι των αρσενικών καταλήγει σε μια σφαιρική θήκη την εξωκοτύλη που την περίοδο του ζευγαρώματος παίρνει τα σπερματοζωάρια, αποκόπτεται και πάει στο θηλυκό όπου διατηρείται στη κοιλότητα του μανδύα του μέχρι να χρησιμοποιηθεί για τη γονιμοποίηση. Το αρσενικό πεθαίνει λίγο μετά το ζευγάρωμα. Τα θηλυκά γενούν περισσότερα από 100.000 αυγά που συνδέονται με μια ασβεστολιθική έκκριση σε σχήμα λουκάνικου που συγκρατείται και μεταφέρεται με τα ραχιαία πλοκάμια του θηλυκού μέχρι την εκκόλαψη.

 

Αξία-Αλιεία: Έχει εμπορική αξία και ψαρεύεται συστηματικά για το πολύ νόστιμο κρέας του.

 

 

ΤΟ ΧΤΑΠΟΔΙ ΩΣ ΤΡΟΦΗ

 

Το χταπόδι αποτελεί μια εξαίρετη τροφή και μεζέ όχι μόνο των ανθρώπων, υπάρχουν καταγραφές από την Ομηρική εποχή, αλλά και άλλων ζώων όπως η φώκια, το δελφίνι, η σμέρνα, ο ροφός κ.α. Το προτιμούν πολύ οι μεσογειακοί λαοί, οι Ασιάτες και οι Πολυνήσιοι. Οι μεγαλύτεροι όμως λάτρεις του χταποδιού είναι οι Γιαπωνέζοι, που τους αρέσουν και εκτιμούν ιδιαίτερα τα μάτια τους.

Σαν τροφή είναι πολύ φτωχή σε χοληστερίνη με πολύ λίγες θερμίδες αλλά είναι πλούσιο σε βιταμίνη Α, νάτριο, φώσφορο και ψευδάργυρο. Συνιστάται λοιπόν για δίαιτες (ανάλογα με τον τρόπο μαγειρέματος) αλλά θέλει προσοχή στην κατανάλωσή του, γιατί είναι αρκετά δύσπεπτο. Πρέπει συνεπώς να καταναλώνεται με μπόλικη φρέσκια σαλάτα, για να διευκολυνθεί η πέψη και αν κάποιος πάσχει από έλκος, υπέρταση, οισοφαγίτιδα και χολή θα πρέπει να είναι πολύ προσεχτικός ή να το αποφεύγει.

Κατά το μαγείρεμα του πρέπει να έχουμε υπόψη πως δεν θέλει αλάτισμα και πως μαζεύει πολύ κατά το ψήσιμο του αφού περιέχει περίπου70% νερό. Άλλο βάζεις στο σκεύος και άλλο βγαίνει. Είναι άλλωστε γνωστή η λαϊκή ρήση «το χταπόδι βγάζει πάντα τον μάγειρα κλέφτη».

 

Το χταπόδι φρέσκο δεν τρώγεται γιατί τι κρέας του είναι σαν λάστιχο. αλλά για να φαγωθεί, λιαστό στα κάρβουνα ή μαγειρευτό, πρέπει να μαλακώσει. Το χταπόδι μαλακώνει καλά και κρατά τη νοστιμιά του μόνο με το παραδοσιακό τρόπο που λεει πως πρέπει να χτυπηθεί σε βράχο ή στο μόλο σαράντα φορές. Αφού λοιπόν το καθαρίσουμε πρέπει στη συνέχεια, να το παραγουλιάσουμε δηλαδή να το τρίψουμε στριφογυριστά 20-30 φορές σε ένα επίπεδο μέρος του βράχου με συχνό ξέπλυμα στη θάλασσα για να φύγουν τα σάλια που όσο το τρίβουμε βγαίνουν. Αυτό γίνεται μέχρι να κατσαρώσουν οι άκρες των πλοκαμιών του και να αλλάζει το χρώμα του και φυσικά είναι χρονοβόρο αφού μπορεί να χρειαστούν μέχρι και 20 λεπτά. Με το τρόπο αυτό αποβάλλονται οι χρωστικές ουσίες που επηρεάζουν τη γεύση του και μαλακώνει ο μυϊκός του ιστός. Για να καταλάβουμε αν το χταπόδι μας έχει χτυπηθεί και παραγουλιαστεί σωστά, αρκεί να τραβήξουμε αντίθετα 2 γειτονικά πλοκάμια του και αν σκιστεί εύκολα τότε είναι έτοιμο.

 

Αν το χταπόδι λιαστεί στον καλοκαιρινό ήλιο τότε κλείνουν οι εξωτερικοί πόροι και κατακρατούνται τα εσωτερικά του υγρά για ένα γρήγορο και καλό ψήσιμο στα κάρβουνα. Πέντε ώρες στον ήλιο με το αεράκι που φυσά, είναι αρκετές για να ξεράνει ένα μεσαίο χταπόδι το καλοκαίρι.

 

Για το καθάρισμα του γυρίζουμε την κουκούλα μέσα-έξω με τα δάκτυλα μας, αφαιρούμε και πετάμε ότι υπάρχει μέσα και μετά με ένα μαχαιράκι βγάζουμε και πετάμε το στόμα με το «ράμφος» του.

 

Αν δεν έχουμε την υπομονή και χρόνο για τη παραδοσιακή μέθοδο μπορούμε να τα βάλουμε στη κατάψυξη που όσο περισσότερο μείνουν, τόσο πιο μαλακά και τρυφερά θα γίνουν. Στην κατάψυξη το χταπόδι αντέχει 6-8 μήνες, γιατί είναι χαμηλό σε λιπαρά ενώ στη ψύξη μόνο δύο το πολύ, μέρες. Kαι η αποξήρανση όμως μπορεί να συντηρήσει το χταπόδι. Aφού το παραγουλιάσουμε λίγο, το απλώνουμε στον ήλιο για να ξεραθεί επί τρεις ημέρες και στη συνέχεια μπορούμε να το ψήσουμε. Tο μόνο που δεν αντέχει το χταπόδι είναι το νερό. Aν μπει μέσα σε νερό αποκτά μια δυσοσμία και χαλά μέσα σε μία μέρα.

Επίσης για να αποφύγουμε τη χειρονακτική εργασία, μπορούμε να το βάλουμε σε ένα μικρό πλυντήριο ρούχων και να το προετοιμάσουμε χωρίς καθόλου κόπο. Καλό είναι να βρούμε ένα παλιό μικρό πλυντήριο ρούχων και να το μετατρέψουμε αποκλειστικά σε μηχάνημα προετοιμασίας χταποδιών. Για να γίνει όμως πιο νόστιμο πρέπει να του βάζουμε θαλασσινό νερό και θέλει πολύ για να μην μπλεχτούν τα πλοκάμια του μεταξύ των. Φυσικά μετά το πέρας της εργασίας θέλει καλό ξέπλυμα για να μην μυρίζει και μαζεύει σφήγκες ή άλλα έντομα.

 

Το αρσενικό χταπόδι είναι πιο εύγεστο, νόστιμο και μαλακό επειδή κυνηγάει και τρέφεται όλο το χρόνο και έτσι δημιουργεί περισσότερο μυϊκό ιστό. Γι’ αυτό αν κατά τα ψαρέματα μας προτιμούμε να κρατάμε τα αρσενικά χταπόδια και να επιστρέφουμε τα θηλυκά στη θάλασσα, θα επιτρέψουμε στα θηλυκά να ζήσουν και να διαιωνίσουν το είδος τους. Τέλος υπάρχει περίπτωση να βρούμε κάποιο αδύνατο χταπόδι, με όψη σαν αλλοιωμένου, και διαπιστώσουμε κόβοντας κάθετα ένα πλοκάμι του, πως δεν έχει μεδούλι στο κέντρο, τότε πρόκειται για «αποχυμένο» χταπόδι και αυτό δεν τρώγεται.

 

ΤΟ ΨΑΡΕΜΑ ΤΟΥ

 

Η καλύτερη περίοδος για να ψαρέψουμε χταπόδια, είναι από το φθινόπωρο μέχρι την άνοιξη αφού το φθινόπωρο τα μικρά έχουν πια μεγαλώσει και είναι πολύ δραστήρια. Καλύτερος τόπος για ψάρεμα από την ακτή είναι οι βραχώδεις αλλά και οι αμμώδεις βυθοί εκεί που κάνει το θαλάμι του ενώ με βάρκα τα ψαρέψουμε από 1 μέχρι 30 μέτρα ή και βαθύτερα αφού εκεί θα βρούμε μεγαλύτερα και κατά πολλούς νοστιμότερα.

Το χταπόδι είναι από τη φύση του ένα περίεργο ζώο που προσελκύεται από κάθε τι παράξενο, γυαλιστερό, άσπρο και γενικά από οτιδήποτε κινείται. Πολλές λοιπόν μέθοδοι ψαρέματος του βασίζονται στην ιδιότητα του αυτή.

 

Στη Βόρεια Αφρική, στο νησί της Τυνησίας Κερκένα που το χειμώνα τα χταπόδια είναι άφθονα, οι ψαράδες βυθίζουν κλαδιά φοίνικα σκεπασμένα με φύκια. Τα χταπόδια κολλάνε στα κλαδιά και οι ψαράδες τα ανεβάζουν πάνω με ευκολία. Στην Πολυνησία οι ψαράδες χρησιμοποιούν ένα μεγάλο καλάμι μπαμπού «αρπέτα» που στην άκρη έχουν προσαρμόσει ένα μεγάλο αγκίστρι στον κορμό του οποίου δένουν μερικά άσπρα πανάκια και μερικά όστρακα. Κατεβάζουν λοιπόν το καλάμι στην είσοδο του θαλαμιού και το κινούν αργά και κυκλικά γύρω-γύρω. Το χταπόδι το βλέπει, ορμά και το γαντζώνει και ο ψαράς το ανεβάζει πάνω. Στη Νάπολη της Ιταλίας, αλλά και αλλού, οι ψαράδες πιάνουν τα χταπόδια με μια αρχαία μέθοδο. Κατεβάζουν κοντά σε βράχια μια άσπρη πήλινη κανάτα μισογεμάτη με κάτασπρα βότσαλα. Τα χταπόδια, με τη προτίμηση που έχουν στα κανάτια και στα δοχεία, γρήγορα καταφεύγουν σε αυτά. Αφήνουν λοιπόν τη κανάτα στο βυθό για μερικές μέρες, το χταπόδι μπαίνει μέσα βγάζοντας έξω τα βότσαλα πού όταν τα δουν, τραβάνε πάνω τη κανάτα και τα πιάνουν. Σε πολλά μέρη αντί για μια κανάτα βάζουν παραπάνω, καμιά δεκαριά δεμένα σε ένα πλαίσιο που το βυθίζουν στη περιοχή. Άλλα μέσα που χρησιμοποιούν την ίδια αρχή δεν βυθίζονται κατακόρυφα αλλά πετιούνται μακριά μέσα στο νερό και κατόπιν τραβιούνται αργά προς τη βάρκα. Στη νοτιοανατολική Γαλλία, στη περιοχής της Προβηγκίας, και κυανή Ακτής χρησιμοποιούν ένα καθρέπτη που τον δένουν .σε μια πετονιά, τον πετούν μακριά και μετά τον μαζεύουν σιγά-σιγά.

 

Στα μέρη μας το χταπόδι ψαρεύεται από ερασιτέχνες κοντά στις ακτές σε αβαθή νερά με αμμώδη ή πετρώδη βυθό, κοντά σε ξέρες και βέβαια την περίοδο πού υπάρχουν σε αφθονία, από Σεπτέμβριο μέχρι Απρίλιο. Για το ψάρεμα του χρησιμοποιείται γυαλί τη μέρα ή πυροφάνι τα βράδια και ένα μακρύ καμάκι (πεντάαινα) ή ψαροντούφεκο για αυτά που είναι στα θαλάμια τους και σε ρηχά νερά ή με χταποδιέρες (από βράχους ή βάρκα) και κυρίως με την "κολπάδα" ή τη «μπρακαλόλα» χρησιμοποιώντας πάλι φυσικά ή τεχνικά δολώματα. Τυχαία βέβαια μπορεί να πιαστούν σε πολυάγκιστρα ή σε καλαμαριέρες, ενώ μερικές φορές κολλάνε και στα αγκίστρια των παραγαδιών ή της καθετής. Σε βαθύτερα νερά ψαρεύεται από επαγγελματίες με δίχτυα και παγίδες (κοφινέλα, κιούρτους, κιούπια). Επίσης ψαρεύεται κατά λάθος και από τράτες και δίχτυα και αυτό γιατί επειδή το χταπόδι βγαίνει από το θαλάμι του για αναζήτηση τροφής κατά τις νυχτερινές κυρίως ώρες, είτε μαζεύεται κατά τύχη, είτε μπαίνει στα εργαλεία τους για να φάει τα πιασμένα ψάρια και παγιδεύεται το ίδιο.

 

Ψάρεμα με γυαλί: Σε πολλά μέρη οι ψαράδες από τη βάρκα χρησιμοποιούν γυαλί και προσπαθούν να εντοπίσουν στο βυθό το θαλάμι του χταποδιού. Μόλις εντοπιστεί το θαλάμι, ο ψαράς πλησιάζει την άκρη ενός κονταριού που έχει δεμένο κάποιο δόλωμα, είτε νωπό ψάρι, είτε κάτι αστραφτερό. Μόλις το χταπόδι το δει ορμάει και το αρπάζει και τότε ο ψαράς καρφώνει το απασχολημένο με το δόλωμα χταπόδι με ένα καμάκι.

Το αγαπημένο εργαλείο των ερασιτεχνών «χταποδάδων» αλλά και αρκετών επαγγελματιών είναι η «κολπάδα» ή η «μπρακαρόλα» που εμφανίζεται σε πολλές παραλλαγές από τόπο σε τόπο. Το εργαλείο αυτό είναι ένα είδος συρτής βυθού που μας επιτρέπει να ψαρεύουμε το χταπόδι από βάρκα σε όποιο βάθος και να βρίσκεται.

 

Σε γενικές γραμμές αποτελείται από τη μάνα που είναι ένας χοντρός σπάγκος ή χοντρή πετονιά συνήθως 120άρα, μήκους 60-100 μέτρων (το μήκος της συνήθως είναι διπλάσιο του βάθους που θα ψαρέψουμε) που καταλήγει σε μια χοντρή και δυνατή παραμάνα. Η αρματωσιά μας αποτελείται και αυτή από 120άρα πετονιά μήκους 1,5-2μ που στη μία πλευρά έχει ένα γερό στριφτάρι και στην άλλη ένα μεγάλο βαρίδι 400gr ή μια γυαλιστερή αλυσίδα 20cm για να μην σκαλώνει στα βράχια και πέτρες στο βυθό.

 

Προς τη πλευρά του βαριδιού προσαρτώνται ανά 15 εκατοστά μερικά ανοιχτόχρωμα δολώματα φυσικά (φρέσκα ψάρια συνήθως σαφρίδια) ή τεχνητά (συνήθως σιλικονούχα καβουράκια, όστρακα κ.α ) ώστε να προσελκύσουν τα χταπόδια νομίζοντας πως είναι τροφή. Πολλοί ψαράδες χρησιμοποιούν και κοκοροπόδαρα ή κομμάτια ζωικού λίπους που γίνεται κάτασπρο στο νερό. Περί τα 20 εκατοστά πιο πάνω δένουμε ανά 10 πόντους 4 με 5 αστραφτερά ομοιώματα ψαριών για να τραβήξουν τη προσοχή του χταποδιού. Συνήθως χρησιμοποιούνται έτοιμα ή αυτοσχέδια μεταλλικά ψαράκια, άσπρα πανάκια, λωρίδες από λαμαρίνα ή τσίγκο, ξύλινα ψαράκια βαμμένα λευκά κ.α.

 

Στο ψάρεμα από τη βάρκα με τον τρόπο αυτό, πλέουμε με πολύ μικρή ταχύτητα ή με κουπιά, σέρνουμε το μηχανισμό μας στο βυθό με μια γωνία (όχι κάθετα) και περιμένουμε το χταπόδι να τον δει και να του ορμήσει. Τα ψεύτικα αστραφτερά μας ψαράκια µέ τις ανακλάσεις του φωτός που κάνει με το κούνημα, διεγείρει τη περιέργεια του χταποδιού και το βγάζει από το θαλάµι του. Το χταπόδι πλησιάζει γρήγορα βλέπει το δόλωμα που του έχουμε, ορμά και τα αγκαλιάζει. Συνήθως το χταπόδι πιάνει πρώτα τη αλυσίδα και έτσι το νοιώθουμε. Παίζουμε λίγο τη πετονιά μας για να νομίσει πως θα του φύγει και αυτό επειδή είναι εκ φύσεως αρπακτικό θα σκεπάζει με το σώμα του το δόλωμα και θα το σφίξει πιο δυνατά. Έτσι θα μείνει «σφιχτά γαντζωμένο» στη μπρακαρόλα μας μέχρι που με σταθερές κινήσεις θα το φέρουμε κοντά στη βάρκα μας για να το μαζέψουμε με το χέρι, με ένα γάντζο ή με μια απόχη. Στο σημείο αυτό θέλει ιδιαίτερη προσοχή γιατί το χταπόδι μόλις ξενερίσει αφήνει το δόλωμα και προσπαθεί να φύγει προς το βυθό. Μόλις το βάλουμε στη βάρκα το τρυπάμε με ένα μαχαιράκι σε ένα σημείο μεταξύ ματιών και κεφαλιού για μη μας φύγει και για να μη σκληρύνει το κρέας του λόγω εκχύσεως τοξινών.

 

Οι κιούρτοι φτιάχνονται από σύρμα ή πλαστικό ενώ τα κοφινέλα από καλάμια και λυγαριές. Σαν δόλωμα χρησιμοποιούνται κυρίως άσπρα ψάρια (σαυρίδια, σπάροι), καβούρια (ζωντανά ή νεκρά), όστρακα κ.α. Η αλιεία των χταποδιών με κιούπια απαγορεύεται σε αρκετές χώρες του κόσμου αλλά στην Ελλάδα επιτρέπεται χωρίς περιορισμό όλες τις εποχές του χρόνου. (Π.Δ. 144/1984). Σε αρκετές λοιπόν περιοχές οι ψαράδες κατασκευάζουν κιούπια από διάφορα υλικά όπως κομμάτια σωλήνων P.V.C., λάστιχα αυτοκινήτων ή ακόμα και με πλαστικά βαρελάκια και ψαρεύουν τα χταπόδια με αυτά. Στα κιούπια κάνουν μερικές τρύπες για να μπαινοβγαίνει εύκολα το νερό (ευκολία στη βύθιση και ανέλκυση) και μετά δένουν τα κιούπια με μια χοντρή πετονιά και ειδικό κλίπ (παραμάνα) πάνω στη μάνα που είναι από ένα χοντρό σχοινί. Συνήθως με το εργαλείο αυτό ψαρεύουμε σε βάθη από 10 μέχρι 15μ.

 

Από τις διάφορες μεθόδους ψαρέματος αυτή πού φαίνεται να προκαλεί τη μεγαλύτερη καταστροφή στα χταπόδια είναι η αλιεία με κιούπια από PVC, πηλό, κ.τ.λ., γιατί με τη μέθοδο αυτή πιάνονται και τα θηλυκά κατά την περίοδο της αναπαραγωγής τους οπότε και τα κιούπια έχουν ορμαθούς αυγών οι οποίοι καταστρέφονται.

 

Η σημαντική διαφορά του κιούρτου και κοφινέλου από τα κιούπια είναι στο ότι τα πρώτα είναι κατασκευασμένα από συρμάτινο ή πλαστικό πλέγμα πράγμα που κάνει ορατό το εσωτερικό των παγίδων και έτσι τα χταπόδια δεν πάνε να το χρησιμοποιήσουν σαν θαλάμι αλλά μπαίνουν στην παγίδα για να φάνε το δόλωμα που έχει (ψάρια, καβούρια, κυδώνια κλπ) αφού τα χταπόδια ως γνωστό είναι οι μεγαλύτεροι κλέφτες αλιευμάτων. Συχνά θα έχετε ακούσει ψαράδες να παραπονιούνται ότι τα χταπόδια ληστεύουν τα δίχτυα τους και κλέβουν τα καλύτερα ψάρια τους και ότι τρωνε επίσης τους αστακούς που πιάνονται στις αστακοπαγίδες τους......

 

Συμπερασματικά, αν θέλουμε να έχουμε χταπόδια θα πρέπει κατά το ψάρεμα τους να επιστρέφουμε όλα τα μικρά στη θάλασσα (νομοταγείς), να κρατάμε για το πιάτο μας τα αρσενικά που είναι και πιο νόστιμα (μερακλήδες) και να σεβόμαστε τα θηλυκά την περίοδο ωοτοκίας και εκκόλαψης αυγών (φιλο-χτάποδοι και οικολόγοι).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πηγές:

1, Εγκυκλοπαίδεια «ο Βυθός»

2. Wikipedia, the free encyclopedia

3. Στοιχεία αλιευτικής βιολογίας του κοινού χταποδιού, Πτυχιακή εργασία Ιωάννη Καπάκου, 2001, Τ.Ε.Ι Μεσολογγίου, Σχολή Τεχνολογίας και Γεωπονίας, Τμήμα Ιχθυοκομίας-Αλιείας.

4. Τα εμπορικά ασπόνδυλα του Αιγαίου, πτυχιακή διατριβή Κατσινίκα Κων/νου, 2009, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, Βόλος, Τμήμα γεωπονίας, Ιχθυολογίας και πόρων Υδάτινου περιβάλλοντος.

5. Εκτίμηση της αφθονίας του κοινού χταποδιού, ∆ιπλωµατική εργασία Πιπίνη Νικόλαου, 2011, Εθν. Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Σπουδές Ωκεανογραφίας και ∆ιαχείρισης Περιβάλλοντος

6. Το χταπόδι και τα μυστήρια του, Νικήτας Βουγιουκλής, 2015

7. Μελέτη της συμπεριφοράς θήρευσης και διατροφής του χταποδιού Octopus vulgaris, Χρίστου Μαρία, Τμήμα Βιολογίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης

8. Μελέτη της αλιευτικής βιωσιμότητας του Αργολικού κόλπου, ΕΛ.ΚΕ.Θ.Ε, ΕΠΑΛ 2000-2004

9. Γενική βιολογία αλιευμάτων που αλιεύονται στη Κύπρο, Λουιζίδου Παρασκευή, 2010

10. http://www.thecephalopodpage.org/MarineInvertebrateZoology/Octopusmacropus.html

11. http://www.sealifebase.ca/identification/SpeciesList.php?famcode=1890&areacode=37&c_code=300&spines=&fins=&sortby=species

12. http://www.skai.gr/news/weird/article/289267/diavastike-to-dna-tou-panexupnou-htapodiou-me-tis-treis-kardies/#ixzz4tEi0ErKe

13. http://www.marinespecies.org/aphia.php?p=taxlist

14. Cephalopods distribution in the southern Aegean Sea, Mediterranean Marine Science, Vol. 4, 2004,

15. Identification guide for cephalopod paralarvae from the Mediterranean Sea, ICES Cooperative Research Report, No. 324 February 2015

Powered by Blog - Widget