MENU
MENU

Γιώργος Στογιάννης. Με τα μάτια ενός καπετάνιου. ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ Σ. ΩΝΑΣΗΣ. Αµέτρητος πλούτος και ανθρωπιά - β' μέρος.

Κέιμενο - φωτογραφίες : Γιώργος Στογιάννης Πλοίαρχος Ε.Ν.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ Σ. ΩΝΑΣΗΣ. Αµέτρητος πλούτος και ανθρωπιά

του Γεωργίου Στογιάννη - Πλοιάρχου Ε.Ν.


Β’ μέρος


H αιµόπτυση


Πάντα κρατούσα σηµειώσεις καθηµερινά, σε µικρά σηµειωµατάρια, τα οποία, όταν ερχόµουν στην Αθήνα, τα έριχνα σε µια παλιά βαλίτσα που είχα σε αποθήκη του σπιτιού. Φεύγοντας έπαιρνα µαζί µου καινούργια. Μερικά απ' αυτά όµως χάθηκαν και τώρα που τα χρειάζοµαι, ιδίως για να θυµηθώ ηµεροµηνίες, δεν υπάρχουν να µε βοηθήσουν.


Ο Αρίστος, όταν επισκεπτόταν κάποιο βαπόρι του σε κάποιο λιµάνι, το έκανε εντελώς ξαφνικά. Το 1964 ήµουν Πλοίαρχος του πετρελαιοφόρου Mariner. Σε µια περίοδο που κάναµε επισκευή στα ναυπηγεία του Παλέρµο, στη Σικελία, µας έστειλαν από το γραφείο του Πειραιά, νέο πλήρωµα. Μεταξύ αυτών ο πιο νεαρός ήταν ένα καµαροτάκι που τον τοποθέτησα στην τραπεζαρία του πληρώµατος. Πρωτόµπαρκο ήταν και µου έκανε εντύπωση το όνοµά του. Τον έλεγαν Θεοδόση. Μου ζήτησε να στείλω µια προκαταβολή χρηµάτων στη µητέρα του. Με την ευκαιρία αυτή µου είπε ότι είναι ορφανός από πατέρα και συντηρεί τη µητέρα του και τη µικρή αδελφή του. Του τα έστειλα αµέσως τηλεγραφικώς. Ο Θεοδόσης ήταν καλός κι εργατικός. Την τραπεζαρία την είχε κι έλαµπε από καθαριότητα. 'Ενα πρωί ήρθε ασθµαίνοντας ο Υποπλοίαρχος στο γραφείο µου, πραγµατικά ταραγµένος, και µου είπε: «ο Θεοδόσης έκανε αιµόπτυση». Πηγαίνω κάτω και δεν πίστευα στα µάτια µου. Είχε µαζευτεί όλο το πλήρωµα. Τον είχαν καθίσει σε µια
καρέκλα. Μπροστά του, στο πάτωµα, µια λίµνη αίµατος. Λέω σ' ένα ναύτη: «Τρέχα κάτω στην κολώνα και πάτα τον συναγερµό». Εδώ χρειάζεται µια παρένθεση. Τα ναυπηγεία, επειδή εκεί γίνονται συνήθως πολλά ατυχήµατα, έχουν έξω από κάθε βαπόρι, στον ντόκο, µια ψηλή κολώνα που στη βάση της υπάρχει ηλεκτρικός διακόπτης συναγερµού, και στην κορυφή της σειρήνας κόκκινο φως. Πήραν λοιπόν τον Θεοδόση στα χέρια οι ναύτες και µπρος αυτοί, πίσω εγώ, τον µεταφέραµε στον ντόκο. Σε ελάχιστα λεπτά έφθασαν τρία αυτοκίνητα. Νοσοκοµειακό, πυροσβεστική, και αστυνοµικό. Βάλανε το παιδί στο φορείο, µπήκα κι εγώ µέσα και ξεκινήσαµε. Πρόφθασα και φώναξα του Υποπλοίαρχου: «Ειδοποίησε τον πράκτορα».


Στο δρόµο έκανε άλλη µία αιµόπτυση, και όπως τον κρατούσα για να µη φοβάται, έγινε η στολή µου µούλια στο αίµα. Εκεί είδα και το σύστηµα υγείας της Ιταλίας που ήταν ασύγκριτα τελειώτερο από το δικό µας, και εξακολουθεί. Περίµενα στο Νοσοκοµείο να τελειώσουν τις εξετάσεις και να µου πουν τι συµβαίνει. Στο µεταξύ ήλθε και ο Ιταλός πράκτορας. Τελικά ο Dottore µας εξήγησε ότι έχει ανεύρισµα στον πνεύµονα. Θα χρειασθεί µακροχρόνια ενισχυτική ανάπλαση του αγγειακού συστήµατος και άλλα πολλά. Πρέπει να µείνει καιρό στο νοσοκοµείο, ίσως 18 µήνες. Μου έκανε την ψυχή µαύρη. Ο πράκτορας µε το αυτοκίνητό του µε πήγε πίσω στο βαπόρι. Όλο το πλήρωµα, µόλις έφθασα,µαζεύτηκαν στη σκάλα. Ο Υποπλοίαρχος µου είπε ότι έχει έρθει, από ώρα, ο κ. Ωνάσης και µε περιµένει στο γραφείο µου.


Με δυο λόγια εξήγησα στους Αξιωµατικούς και το πλήρωµα, ότι θα γίνει καλά το παιδί, αλλά πρέπει να µείνει στο νοσοκοµείο πάνω από ένα χρόνο. Είδα ανθρώπους σκληροτράχηλους, ψηµένους στη θάλασσα και το αλάτι, να δακρύζουν. Όταν µπήκα
στο γραφείο µου, ο Αρίστος έπινε ένα ποτό. Ο αρχικαµαρότος, που µε ακολουθούσε, πήρε το σακάκι της στολής µου, να το στείλει στο καθαριστήριο. Του είπα να µου φέρει έναν καφέ. Μόλις έφυγε κι έκλεισε την πόρτα, ο Αρίστος µου ζήτησε κάθε λεπτοµέρεια. Του είπα όλα τα σχετικά. Με ρώτησε: «Ηταν εργατικός και τίµιος»; Αφού τον διαβεβαίωσα, µου λέει: «Λοιπόν κάθησε και γράφε: Θα στείλεις ένα ρεπόρτο στην εταιρεία και θα
γράψεις ότι, κατ' εντολή δική µου, θ' αναλάβουν όλα τα έξοδα για τέλεια θεραπεία, όσα χρήµατα κι αν στοιχίσει». Σηκώθηκε να φύγει φουριόζος. Του λέω: «Μην βιάζεσαι, είναι και κάτι άλλο. Το παιδί αυτό είναι ορφανό και συντηρούσε µάνα κι αδελφή». Είχε ανοίξει ήδη την πόρτα, και µου πέταξε: «Και µέχρι να γίνει καλά και να ξαναδουλέψει, να στέλνουν φουλ το µισθό του στη µάνα του κάθε µήνα». Βρόντηξε την πόρτα κι εξαφανίστηκε. Σε λίγο ξανάνοιξε η πόρτα. Ήταν ο καµαρότος µε τον καφέ: «Τι έπαθε τ' αφεντικό και τρέχει»; Μετά µου λέει: «Όταν τελειώσετε τον καφέ, σας περιµένει όλο το πλήρωµα στην τραπεζαρία».


Κατέβηκα σε λίγο. Με περίµεναν όλοι. Ο µεγαλύτερος σε ηλικία, ο λοστρόµος, κρατούσε κάτι δολάρια και µου είπε: «Καπετάνιε, κάναµε έναν έρανο µεταξύ µας και σε παρακαλούµε αυτά τα λεφτά να τα στείλεις στη µάνα του Θεοδόση». Συγκινήθηκα πολύ: «Μπράβο σας παλικάρια. Τέτοιο πλήρωµα θέλω να έχω στον ωκεανό. Με λεβεντιά στην καρδιά. Μην το παίρνετε σπαραχτικά για τον Θεοδόση. Τον φροντίζει τώρα κάποιος πιο
λεβέντης απ' όλους µας».

 

 

Το µηχανουργείο


Άλλο αξέχαστο περιστατικό συνέβη µε τον µαστρο-Φώτη. Ήταν περίπου πενηντάρης, τρίτος µηχανικός, µε ευεργετικό δίπλωµα, δηλαδή µη προαγωγικό. Καλός άνθρωπος, άριστος
στη βάρδια του και απίθανος στον τόρνο. Όλες τις ελεύθερες ώρες του, εκεί στον τόρνο τις περνούσε. Έβγαζε αγγέλους. Πάντα, δυο µέρες πριν φθάσουµε σε λιµάνι, ερχόταν στο γραφείo µου µε το ίδιο αίτηµα: «Καπετάνιε, αν έλθη το αφεντικό στο βαπόρι, σε παρακαλώ πες του ότι θέλω να του πω δυο λόγια». Μια φορά τον ρώτησα τι συµβαίνει, και είπε: «Μπροστά σου θα τα πω και θα τ' ακούσεις». Είχα συνηθίσει σε τέτοια µυστήρια.
Στο Λονδίνο µας ήλθε ο Αρίστος. Βιαστικός όπως πάντα. Αφού τελειώσαµε τα διάφορα προβλήµατα του βαποριού, µου είπε: «Καλά ταξίδια» και γύρισε να φύγει. Του είπα για τον
µαστρο-Φώτη. Λέει: «Να τον ακούσω, αλλά γρήγορα». Τηλεφώνησα στο καπνιστήριο και ήρθε ο µάστορας τρέχοντας. Του είπε: «Κύριε Ωνάση, δουλεύω στα βαπόρια σου από 30
χρονών παλικάρι Τώρα που έγινα 50, παντρεύτηκα και θέλω να µείνω στη στεριά. Έχω µαζέψει πέντε χιλιάδες δολάρια, για ν' ανοίξω ένα µηχανουργείο στον Πειραιά. Αλλά χρειάζονται τα διπλά. Βάζεις άλλα τόσα; Θα σου κάνω χαρτί για συνεταίρος και ό.τι
βγάζουµε µισά-µισά». Ο Αρίστος στο δευτερόλεπτο: «Θα τα βάλω, ρε, για να δω πόσο µάγκας είσαι». Μια µικρή παρένθεση. Το «ρε», αντίθετα µε όλους µας, το έλεγε µόνο σε όσους συµπαθούσε, όχι ως βρισιά. Γυρίζει σ' εµένα: «Δώστου 5.000 δολάρια και τα
εισιτήριά του για την Αθήνα. Γράψε στο γραφείο ότι είναι εντολή δική µου». Φεύγοντας λέει του µαστρο- Φώτη: «Θα µου γράφεις κάθε µήνα και θα µου λες πώς τα πας». Ο µάστορας µόνο που δεν τρελάθηκε από τη χαρά του. Αυτά συνέβησαν όταν ήµουν Πλοίαρχος του πετρελαιοφόρου Olympic VaJley το 1965.


Περνώντας τη διώρυγα του Σουέζ τον έστειλα στην Ελλάδα. Από εκεί και πέρα, στο τέλος κάθε µήνα, πήγαινε στο γραφείο του Πειραιά, τους έδινε τα µισά χρήµατα απ' όσα κέρδιζε και ένα φάκελο µε τους λογαριασµούς του για τον κ. Ωνάση. Καθαρός και ξάστερος σε όλα. Μετά από τρεις µήνες περίπου, ήρθε πάλι ο Αρίστος στο βαπόρι Όταν τελειώσαµε τα διάφορα θέµατα, βγάζει από την τσέπη του τα γράµµατα του µαστρο-Φώτη και µου τα
δείχνει: «Αυτά τα ξέρεις»; Του είπα: «Τα ξέρω, µου γράφει κι εµένα». Και τότε: «Γράψε στο γραφείο του Πειραιά να µη δεχθούν άλλα χρήµατα. Να του πουν ότι τα υπόλοιπα του τα χαρίζω. Να είναι καλά». Ήταν πράγµατι τίµιος κι εργατικός.

 

Η εταιρεία θα είναι δίπλα σου


Ώσπου να τελειώσει αυτό το κεφάλαιο, θα βαρεθεί κανείς να διαβάζει Πολλές οι αγαθοεργίες του Αρίστου και πάρα πολλές οι δωρεές του. Στο Ωνάσειο Ίδρυµα, στο Ελληνικό Πολεµικό Ναυτικό, σε υποτροφίες, στις σχολές της Νέας Σµύρνης και στην Αγία Φωτεινή, σε όλους τους τοµείς. Μέχρι και την Αγία Σοφία του Ψυχικού έφτιαξε. Παλιά,
ήταν ένα εκκλησάκι, παράγκα. Παίζαµε εκεί γύρω στα πεύκα όταν ήµαστε πιτσιρίκια. Σήµερα είναι µια µεγάλη και πανέµορφη εκκλησία, το καµάρι της περιοχής.


Είχε µάθει ότι όποτε ξεµπαρκάριζα για να πάω στο σπίτι µου, να ξεκουρασθώ, κουβαλούσα µαζί µου και αρκετά κασόνια µε κινηµατογραφικές ταινίες που τκ αγόραζα µεταχειρισµένες στο εξωτερικό. Μου είχε δώσει ένα πιστοποιητικό, µέσω του Γεράσιµου Τσαγανέα, που ήταν τότε διευθυντής, για υπέρβαρος 500 κιλών µε την Ολυµπιακή Αεροπορία, για κάθε ταξίδι επιστροφής µου στην Αθήνα, από οποιαδήποτε απόσταση. Όταν κρατικοποιήθηκε η Ολυµπιακή, µε κάλεσαν στα γραφεία της, στο Σύνταγµα, και µου το πήραν. Μετά τον χαµό του Αρίστου και της Χριστίνας, γνώρισα µερικούς βαθύπλουτους εφοπλιστές και εργάσθηκα µαζί τους ως θαλασσινός πιλότος. Οι περισσότεροι προέρχονταν από µεσαίες ή και φτωχές οικογένειες. Μόλις απέκτησαν το χονδρό χρήµα και ιδίως τη δύναµη µιας θέσης στην κοινωνία, αυτοµάτως έχασαν την ανθρωπιά τους. Δεν µ' αρέσει να φτιάνω κανόνες γιατί ξέρω πως πάντα θα υπάρχουν οι εξαιρέσεις, αλλά η µόνη εξαίρεση που είδα, µία και µοναδική, ήταν ο Αρίστος.


Όσα έγραψα µέχρι τώρα ήταν αυτά που συνέβησαν σ' εµένα. Ιστορίες ανάλογες, µε την ανθρωπιά του Αρίστου, έχουν να διηγηθούν και άλλοι πολλοί συνάδελφοί µου. Αυτές
όµως ανήκουν σ' όποιον τις έζησε. Θα πούµε άλλες δύο, δικές µου, για να τελειώσει το κεφάλαιο.


Το 1971 ήµουν Πλοίαρχος του πετρελαιοφόρου Olympic Games, χωρητικότητας 61.000 τόνων. Σε κάποιο ταξίδι, την ηµέρα που ξεφορτώναµε στη Brest της Γαλλίας, επρόκειτο να εγχειρισθεί η κόρη µου, στην Αθήνα. Θα ήθελα να είµαι κοντά της, αλλά δεν γινόταν. Φθάσαµε τη νύχτα στο λιµάνι και αµέσως άρχισε η εκφόρτωση. Τότε δεν είχαµε δορυφορικό τηλέφωνο, αλλά όταν δέναµε στον ντόκο γινόταν σύνδεση µε το δίκτυο της στεριάς κι έτσι ήταν εύκολη η επικοινωνία µε τα γραφεία της εταιρείας ή τα σπίτια µας. Υπήρχε ένα µικρό δωµάτιο, στο κάτω κατάστρωµα, που χρησιµοποιείτο σαν τηλεφωνικός θάλαµος. Το παιδί όταν γεννήθηκε είχε ένα στραβισµό στο ένα µατάκι και µας είπε ο γιατρός πως µε µία µικρή επεµβασούλα θα πήγαινε ακριβώς στη θέση του. Δεν ήταν πρόβληµα. Έπρεπε όµως να γίνει πέντε ετών. Ήλθε λοιπόν η ώρα. Συνεννοήθηκα τηλεγραφικώς µε τον πεθερό µου να κανονίσει την επέµβαση την ηµέρα που θα ήµουν στο λιµάνι για να έχω καλή επικοινωνία. Έτσι κι έγινε. Είχα και το τηλέφωνο της κλινικής. Όλα
εντάξει. Ήµουν πολύ κουρασµένος γιατί είχαµε παλιόκαιρο τις προηγούµενες µέρες, αλλά στήθηκα εγκαίρως στο τηλέφωνο. Η γυναίκα µου ήταν µαζί µε το παιδί µέσα στο χειρουργείο, και ο πεθερός µου σ' ένα τηλέφωνο, που του είχαν διαθέσει, έξω από το χειρουργείο, στο χωλ. Γραµµή είχαµε συνεχώς ανοιχτή και µου έλεγε τι συµβαίνει. Η επεµβασούλα αυτή δεν κράτησε πάνω από 10 µε 15 λεπτά, όπως το είχαν προγραµµατίσει, αλλά ώσπου να βγει το παιδί από το χειρουργείο, κόντεψε να βγει η ψυχή µου. Τέλος καλό, όλα καλά.


Όταν άνοιξα την πόρτα του τηλεφωνικού θαλάµου, µε περίµενε απ' έξω ο αρχικαµαρότος. «Καπετάνιε έχει έλθει ο κ. Ωνάσης και σας περιµένει στο γραφείο σας. Του λέω: «Είναι πολλή ώρα; Γιατί δεν µου το είπατε»; Μου απαντά: «Εκείνοι; µας είπε να µη σας ενοχλήσουµε, αν δεν τελειώσετε». Μόλις µπαίνω στο γραφείο µου, πετάχθηκε από την πολυθρόνα του: «Είναι το παιδάκι καλά; Γιατί δεν µε ειδοποίησες»; Του λέω: «Μια χαρά είναι Γιατί να σε ειδοποιήσω»; Κι εκείνος: «Να το στέλναµε στο Λονδίνο, στους καλύτερους γιατρούς». Του είπα: «Δεν χρειάζεται. Για µια τέτοια επεµβασούλα, όλοι οι γιατροί καλοί είναι. Εξ άλλου το παιδάκι είναι 5 ετών, πιο πολύ χρειάζεται τη µάνα του». Και το αναπάντεχο: «Θα στέλναµε και τη µητέρα µαζί. Πόσα σου στοίχισε; Χρειάζεσαι λεφτά;» Εκείνη τη στιγµή άγγιξε την ψυχή µου. Πέρασε, σαν αστραπή, µια σκέψη από το νου µου. Του είπα: «Κάθησε να πιες το ποτό σου. Δεν χρειάζοµαι λεφτά, µου φθάνουν όσα παίρνω.
Θέλω κάτι άλλο όµως από σένα». Ξαφνιάστηκε: «Να τ' ακούσω». Του λέω: «Θέλω να είµαι σίγουρος, γενικά στη ζωή, πως αν καµία φορά, µου τύχει κάποιο στραπάτσο υγείας, θα
µπορώ ν' ακουµπήσω την πλάτη µου επάνω σου. Τώρα που έχω οικογένεια φοβάµαι τις αναποδιές». Πρέπει να του έκανε εντύπωση: «Α, αυτό θέλεις εσύ»! Στο επόµενο ταξίδι λάβαµε, από το Γραφείο του Πειραιά, για κάθε βαπόρι, από ένα κουτί, µε την ένδειξη: «Να κρεµαστούν στις τραπεζαρίες. Το ανοίγω και θυµήθηκα τον Αρίστο. Είχε µέσα δύο ταµπελίτσες, από λουστραρισµένο ξύλο, µε βαθιά χαραγµένο το: «Σ' όποιο µέρος του κόσµου κι αν βρεθείς, ό,τι κι αν σου τύχει, µην ξεχνάς πως η εταιρεία θα είναι δίπλα σου». Τις έστειλα και τις κρέµασαν στις δύο τραπεζαρίες.

 

Η αύξηση


Άλλη περίπτωση. Το 1972 ήµουν Πλοίαρχος του πετρελαιοφόρου Olympic Ambition, χωρητικότητας 216.000 τόνων. Επειδή τα βαπόρια αυτά δεν χωρούσαν να περάσουν
από τη διώρυγα του Σουέζ κάναµε το γύρο της Αφρικής, σε ταξίδια από Περσικό Κόλπο προς βόρεια Ευρώπη. Δηλαδή σύνολο πήγαιν' έλα περίπου τριών µηνών. Η εταιρεία τότε είχε δέκα τέτοια αδελφά βαπόρια που έκαναν τα ίδια, σχεδόν, δροµολόγια. Επόµενο
ήταν ότι σε κάθε κυκλικό ταξίδι, το ένα απ' αυτά, συναντούσε τα άλλα εννιά. Κατά τις ώρες της συνάντησης κουβεντιάζαµε τα προβλήµατά µας µέσω του ραδιοτηλεφώνου. Οι περισσότεροι γνωριζόµαστε µεταξύ µας γιατί εργαζόµαστε χρόνια στην ίδια εταιρεία. Την εποχή εκείνη επίκαιρο θέµα ήταν µια αύξηση των γενικών αποδοχών, που είχαµε ζητήσει. Ο Αρίστος, το ξέραµε όλοι, ότι δεν θα αρνιόταν κάτι τέτοιο, έπρεπε όµως να βρεθεί ένα πολύ σωστό και πειστικό επιχείρηµα για να την πάρουµε. Είχε δώσει πιο παλιά και άλλες αυξήσεις, αλλά αντιµετώπισε τις αντιρρήσεις και την αυστηρή κριτική των άλλων Ελλήνων εφοπλιστών, «Μη τους κακοµαθαίνεις, θα πλουτίσουν και µετά δεν θα µπαρκάρουν», Αυτά και πολλές άλλες τέτοιες µπαρούφες. Η αντίδραση είναι πάντα καταστρεπτική και η ανθρώπινη κακία δεν έχει όρια. Ξέραµε όµως πως αν καταφέρναµε να τον πείσουµε, θα την έδινε στα σίγουρα.


Είχε αρχίσει σιγά-σιγά να µην επισκέπτεται πλέον τα βαπόρια του, έστελνε όµως πάντα πρόσωπα της εµπιστοσύνης του όταν υπήρχε πρόβληµα. Το θέµα της αυξήσεως το είχε αναθέσει στον κ. Στέλιο Παπαδηµητρίου ο οποίος επισκεπτόταν κάθε βαπόρι που έφθανε τότε σε λιµάνι της βορείου Ευρώπης και συζητούσε το θέµα. Το Olympic Ambition θα έφθανε ύστερα από περίπου ένα µήνα, κι έτσι είχα καιρό ν' ακούσω και τις γνώµες των άλλων συναδέλφων που προηγήθηκαν στη συζήτηση µε τον κ. Παπαδηµητρίου. Η ερώτηση ήταν στερεότυπη: Για ποιο λόγο θέλετε αύξηση; Οι απαντήσεις µεταβιβάζονταν προφορικά από τον κ. Παπαδηµητρίου στον Αρίστο κι εκείνος θ' αποφάσιζε. Εδώ κάνουµε µια παρένθεση.


Ο Αρίστος ήταν εξίσου δύσκολος και στις ... µειώσεις των µισθών. Πριν από χρόνια, σε µια κρίση ναύλων, ένας Έλληνας εφοπλιστής έκανε την αρχή σε µείωση µισθών και επειδή δεν µπορούσε να περιορίσει το βασικό µισθό των πληρωµάτων, κατήργησε τα έξτρα. 'Ηταν έτοιµοι ν' ακολουθήσουν το παράδειγµά του και οι υπόλοιποι εφοπλιστές, αλλά αποκαλύφθηκε πως υπήρχε πονηριά στο µέτρο. Για να µην του φύγουν Αξιωµατικοί και πληρώµατα, όσα χρήµατα τους είχε κόψει, τους τα ξανάδινε κρυφά από την πίσω
πόρτα. Η αγανάκτηση του Αρίστου ήταν θυελλώδη ς γιατί ο κύριοι; αυτός ήταν και συγγενής του. Πολλά είχαν συµβεί στο παρελθόν που δεν έπρεπε να επαναληφθούν. Αυτό το συζητούσαµε στα ραδιοτηλέφωνα µεταξύ µας. Τέλος της παρένθεσης.


Το Olympic Ambition έφθασε στο Europort της Ολλανδίας, θυµάµαι, κάποια µέρα του Οκτώβρη 1972 στις 2 το πρωί, µε πυκνή οµίχλη. Ήµουν πολύ κουρασµένος, ύστερα από τουλάχιστον δύο ηµερόνυχτα ορθοστασίας στη γέφυρα λόγω της οµίχλης. Μόλις διπλαρώσαµε, µαζί µε τις αρχές, τον πράκτορα της εταιρείας και τους παραλήπτες του φορτίου, ανέβηκε στο γραφείο µου και ο κ. Παπαδηµητρίου. Ευγενέστατος, όπως πάντα, είχε την ευαισθησία να µην µ' απασχολήσει πρώτος, µόλις µπήκε. Με καληµέρισε
και µου είπε: «Θα καθήσω στο σαλόνι και όταν τελειώσεις τις δουλειές σου, θέλω να πούµε δυο κουβέντες.
 

-Ωραίος. Το γράφω αυτό γιατί υπήρχαν µερικοί που δεν λογάριαζαν ούτε την κούραση σου, ούτε ότι προηγούνται οι αρχές, ούτε καν ρωτούσαν αν είχες καλό ταξίδι, ούτε πόσο καιρό δεν έχεις πάρει γράµµα από το σπίτι σου. Στο µεταξύ, παρ' όλες τις σκέψεις που είχα κάνει τόσες µέρες στο πέλαγος, δεν είχα αποφασίσει ακόµα τι θα του πω για την αύξηση. Όταν τελείωσαν όλα και πήρα το πιστοποιητικό ελευθεροκοινωνίας µε τη στεριά, έδωσα εντολή στον Υποπλοίαρχο ν' αρχίσει την εκφόρτωση. Έφυγαν οι Αρχές. Πέρασε και ο Ανθυποπλοίαρχος και άφησε την ιδιωτική µου αλληλογραφία επάνω στο γραφείο µου. Μετά έκλεισα την πόρτα, και του λέω: «Κύριε Παπαδηµητρίου σας ακούω». Όπως καθόταν είπε: «Καπετάνιε, εγώ δεν είµαι κουρασµένος, µπορώ να περιµένω. Διάβασε πρώτα τα γράµµατα του σπιτιού σου». Το εξετίµησα αφάνταστα. Άνοιξα µόνο τα γράµµατα της γυναίκας µου και τα πέρασα στα σβέλτα να δω µήπως συµβαίνει τίποτα κακό. Όλα εντάξει Ανακουφισµένος πήγα και κάθισα απέναντί του να πιω έναν καφέ.

 

Τότε φάνηκε ο άνθρωπος που ήξερε να χειρίζεται προβλήµατα. Άρχισε: «Ξέρεις ότι ερωτώ όλους τους πλοιάρχους να µου πουν τη γνώµη τους γι' αυτή την αύξηση. Σ' εσένα την ερώτηση θα την κάνω ανάποδα: Σε φτάνουν οι αποδοχές σου»; Σαν αστραπή µού ήρθε η απάντηση: «Βεβαίως. Με αυτά τα χρήµατα που παίρνω, για τη δουλειά που κάνω, ζει καλά η οικογένειά µου και κάθε µήνα βάζω κι ένα ποσόν στην τράπεζα. Υπάρχει όµως κάτι άλλο που δεν το πληρώνοµαι κ. Παπαδηµητρίου». Χαµογελαστός και λίγο έκπληκτος µου λέει: «Να το ακούσω». Τότε πήρα φόρα: «Προηγουµένως διάβασα τα γράµµατα της γυναίκας µου. Γράφει, µεταξύ των άλλων, κι ένα στιγµιότυπο: Έχουµε ένα κοριτσάκι 6 ετών. Περπατούσαν λοιπόν µαζί και το κρατούσε από το
χέρι Στο ίδιο πεζοδρόµιο, πιο µπροστά, προχωρούσε κι ένα ζευγάρι που κρατούσαν κι εκείνοι ένα παιδάκι. Τότε λέει η κόρη µου στη γυναίκα µου: «Θα έρθει κι εµένα µια µέρα ο πατερούλης µου, να µε κρατάν! από το ένα χεράκι η µανούλα και από το άλλο ο πατερούλης. 'Άυτό πόσο πρέπει να πληρωθεί»;


Πετάχτηκε όρθιος και µου λέει: «Μην πεις τίποτ' άλλο καπετάνιε. Αυτό µόνο ήθελα να ακούσω. Άντε γεια σου και καλά ταξίδια».


Ποτέ δεν έµαθα αν αυτή η φράση έφτασε ατόφια στον Αρίστο. Πάντως σ' ένα µήνα πήραµε όλοι αύξηση 101 %, δηλαδή από 300 λίρες που ήταν τότε ο µισθός µας, έγινε 601 λίρες. Ήταν η µεγαλύτερη ετήσια αύξηση που έδωσαν, όσα χρόνια ταξίδευσα στη θάλασσα. Αυξήσεις παίρναµε πάντα από τις συλλογικές συµβάσεις, σε συνεννόηση της Πανελλήνιας Ναυτικής Οµοσπονδίας µε την Ένωση Ελλήνων Εφοπλιστών και πρωτοστατούντος του
Υπουργείου Εµπορικής Ναυτιλίας. Όλες κυµαίνονταν από 4% έως 12% κάθε χρονιά. Αυτό που έκανε τότε ο Αρίστος ήταν µοναδικό. Φυσικά και αναγκαστικά τον ακολούθησαν ένας-
ένας και οι υπόλοιποι εφοπλιστές. Το παρασκήνιο λέγεται πως ήταν αξιοµνηµόνευτο. Δηλαδή πρώτος του τα έψαλλε ο ... συγγενής του.

 

Ένα κερί για τον Αρίστο

 

Κάποτε, διαρκούντος του πολέµου Ιράν- Ιράκ, είχα έλθει στην Ελλάδα για µια πολύ σύντοµη ξεκούραση και πήγα να δω την οικογένεια. Με κάλεσαν σε µία δεξίωση ναυτιλιακού κύκλου. Πήγα, µαζί µε την γυναίκα µου, γιατί εκεί θα συναντούσα µερικούς καλούς και αγαπητού ς φίλους, συναδέλφους από τα παλιά. Γνωριζόµαστε όλοι οικογενειακώς.


Είχα όµως κι ένα κακό συναπάντηµα. Ένα βαρύγδουπο «εφοπλιστή» για τον οποίο κυκλοφορούσαν πολλές περίεργες ιστορίες στο λιµάνι. Εκείνος είχε λεπτοµερέστατες πληροφορίες για την υπηρεσία µου στην εταιρεία Ωνάση, για την δουλειά µου στην ΒΡ, µέχρι και τις αποδοχές µου ήξερε. Πρώτη φορά τον έβλεπα. Ο κύριος αυτός «µπήκε» τότε στον πόλεµο µε είκοσι χρονοναυλωµένα σαράβαλα βαπόρια και τελικά «βγήκε» µε 64 µεγάλα και υπολογίσιµα. Για κάθε ένα που αχρηστευόταν ή βούλιαζε από βοµβαρδισµό, εισέπραττε από την ασφάλεια ένα µεγάλο ποσό µε το οποίο θα µπορούσε να αγοράσει άλλα δύο ή τρία µεταχειρισµένα. Είχε γλυκαθεί, αδιαφορώντας για τα θύµατά του.


Μου έκανε µία πρόταση, για έξτρα χρήµα, πολύ βρώµικη. Δεν µου άρεσε καθόλου. Επέµενε και ήταν πολύ χονδρός στους τρόπους και στην αναίδεια. Προσπαθούσα να τον αποφύγω. Μου χάλασε το κέφι. Με είχε στριµώξει σε µια γωνιά, µ' ένα ποτήρι σαµπάνια στο χέρι, και µου έλεγε τόσα πολλά και τόσο αηδιαστικά που µ' έπιασε ζαλάδα. Ευτυχώς η γυναίκα µου καθόταν συντροφιά µε άλλες κυρίες σ' ένα ηµικυκλικό καναπέ, πιο πέρα. Στο τσακ που ετοιµαζόµουν να τον στείλω στον απήγανο, µου πετάει και την παρόλα για τον Αρίστο:
«Εγώ κοντεύω να πετύχω να φτάσω στο τονάζ τον Ωνάση». Δεν άντεξα περισσότερο και άνοιξα επιτέλους το στόµα µου: «Ό,τι και να πετύχεις, καλό για τον εαυτό σου θα είναι Ο
Αρίστος όµως, εκτός από τα πλούτη, πέτυχε και κάτι άλλο, πιο δύσκολο».
Κοκκάλωσε για λίγο και µε ρώτησε: «Τι άλλο»; Συνεχίζω: «Τώρα που ο Αρίστος είναι χρόνια µακαρίτης, εγώ και πάρα πολλοί συνάδελφοί µου, όταν ανάβουµε ένα κερί στον πατέρα µας, ανάβουµε δίπλα κι άλλο ένα για τον Αρίστο. Αυτό εσύ δεν θα το πετύχεις ποτέ»!

 

 

Powered by Blog - Widget
Τα cookies είναι σημαντικά για την εύρυθμη λειτουργία του psarema-skafos.gr και για την βελτίωση της online εμπειρία σας.
Επιλέξτε «Αποδοχή» ή «Ρυθμίσεις» για να ορίσετε τις επιλογές σας.